Του Αντώνη Καρπετόπουλου
Μετά την νίκη του Ολυμπιακού στον τελικό της Ευρωλίγκας έγραψα ότι η επιτυχία αυτή μπορεί να γίνει ευκαιρία για μελλοντικές ανάλογες επιτυχίες. Το σχόλιο μου παρεξηγήθηκε: αρκετοί φίλοι μου επισήμαναν πως η νίκη δεν ήταν εντυπωσιακή, πως η Ρεάλ Μαδρίτης είχε απουσίες μεγάλες, πως όλα κρίθηκαν σε ένα σουτ κτλ κτλ. Δεν διαφωνώ. Η νίκη του Ολυμπιακού κόντρα στη Ρεάλ Μαδρίτης δεν ήρθε πρέπει να πω με τον τρόπο που περίμενα. Ο Ολυμπιακός δεν ήταν εξίσου άψογος στην άμυνα, όπως στο παιχνίδι με την Φενέρ, αλλά ούτε και είχε το καθαρό μυαλό που χρειαζόταν στην επίθεση. Κέρδισε όμως. Και μπορεί να βάλει τις βάσεις για να δημιουργήσει μια ομάδα που την Ευρωλίγκα θα μπορεί να την κερδίσει και του χρόνου ακόμα περισσότερο εύκολα. Και παίζοντας ακόμα πιο ωραίο μπάσκετ. Κυρίως γιατί μοιάζει και φέτος να βγάζει τα σωστά συμπεράσματα. Θα το εξηγήσω.

Η διαφορά με το Κάουνας
Δεν διαφωνώ με τα πιο πολλά που διάβασα για τον τελικό – κι αναφέρομαι σε όσα γράφτηκαν για το παιγνίδι. Ο κόουτς Σκαριόλο έδειξε με τον τρόπο που έπαιξε το ματς σε όλους μας πως μπορεί μία ομάδα να είναι ανταγωνιστική χωρίς σέντερ αλλά δεν είναι και παράξενο γιατί οι σέντερ δεν κερδίζουν τελικούς. Κυρίως στο παιχνίδι της Βασίλισσας φάνηκε ότι αυτή η συνθήκη (η απουσία δηλαδή του Ταβάρες, του Λέιν και του Γκαρούμπα) έμπλεξε πολύ τον Ολυμπιακό. Στο πρώτο δεκάλεπτο του παιχνιδιού οι Ερυθρόλευκοι προσπαθούσαν να πάνε κοντά στο καλάθι και τίποτε άλλο. Χρειάστηκε να μπει ο Φουρνιέ (και οι υπόλοιποι του second uniτ) για να πιέσει ο Ολυμπιακός περισσότερο στην άμυνα τους Φελίζ, Μαλεντόν και Χεζόνια, αλλά κυρίως για να παίξει πιο γρήγορα στην επίθεση. Όχι στοχευμένα, καθώς η μπάλα δεν πήγαινε μανιακά στους ψηλούς, αλλά με πολλή ένταση και κυρίως με παίκτες που πήραν πολλές πρωτοβουλίες.

Στον τελικό θυμηθήκαμε ότι αυτή ήταν η διαφορά του εφετινού Ολυμπιακού από αυτόν που είχε χάσει από την Ρεάλ στο Κάουνας πχ. Εκείνος νόμιζες ότι ξέρει να κάνει ένα μόνο πράγμα στην επίθεση δηλαδή να γυρίζει μανιακά την μπάλα ψάχνοντας ελεύθερα σουτ. Ο Ολυμπιακός που κέρδισε την Κυριακή στο ΟΑΚΑ έκανε του κόσμου τα λάθη (συνολικά 17) και είχε μόνο 16 ασίστ. Αλλά είχε παίκτες με προσωπικότητα όπως ο Φουρνιέ που δεν ήθελαν με τίποτα να προδώσουν τους 20.000 οπαδούς που ήταν στην εξέδρα και είχαν δυνατότητες και διάθεση να βγουν από το σχήμα.
Τι άλλαξε φέτος
Ο Ολυμπιακός φέτος για να φτάσει να κερδίσεις την διοργάνωση άλλαξε σε αρκετά. Πρώτα απ’ όλα έχει αλλάξει αντιλήψεις ο προπονητής του. Ο Γιώργος Μπαρτζώκας επέτρεψε φέτος σε παίκτες όπως ο Ντόρσεϊ κι ο Φουρνιέ να παίζουν όπως θέλουν και να μην σέβονται πάντα ότι έχει σχεδιάσει στο πινακάκι του. Αυτό μας έδωσε την δυνατότητα να δούμε ένα Ολυμπιακό λιγότερο προβλέψιμο και με πολλούς παίκτες που μπορούσαν ανά περίσταση να βγουν μπροστά. Στο Final 4 η επίδραση του Πίτερς ήταν μεγαλύτερη από αυτή του Βεζένκοφ, κι ο Ντόρσεϊ στον τελικό ήταν πνιγμένος από το άγχος και κακός αλλά έδωσε επιθετικά κάτι παραπάνω ο Γουόκαπ. Ο Ολυμπιακός κέρδισε την Ρεάλ, σε τελική ανάλυση, γιατί ήταν πιο γεμάτος από την ίδια: με τις προσθήκες που έκανε στην διάρκεια της σεζόν εξαφάνισε το ρίσκο να φτάσει στο Final4 με μετρημένες λύσεις. Καμία άλλη ομάδα φέτος δεν είχε αυτό το πλεονέκτημα, αλλά αυτό δεν προέκυψε τυχαία. Αυτός είναι στα μάτια μου ο πρώτος και ο βασικός λόγος που μπορεί του χρόνου να είναι πιο δυνατός: έχει πλέον μια συνταγή που βασίζεται και στην ποσότητα των παικτών κι όχι απλά στην ποιότητα του παιγνιδιού.

Αυτή η ομάδα του χρόνου μπορεί να είναι ακόμα καλύτερη αν όντως υπάρξουν οι προσθήκες που ακούγονται. Ο Ολυμπιακός φαίνεται να έχει συμφωνήσει με τον Μοντέρο που θα αφήσει την Βαλένθια και μπορεί να πάρει από τον Ερυθρό Αστέρα τον Κόντι Μακιντάιρ. Μπορεί δηλαδή να προσθέσει στο ήδη πολύ δυνατό ρόστερ του δύο περιφερειακός με προσωπικότητα, πρωτοβουλίες, ασίστ αλλά και πόντους ενώ μάλιστα περιμένει και τον Εβανς. Αυτές οι προσθήκες μπορεί να τον κάνουν επιθετικά ακόμα πιο δυνατό. Ας μην ξεχνάμε ότι έχει τέσσερις ψηλούς (Μιλουτίνοφ, Ντάντα Χολ, Ταρίκ Τζόουνς και τον Φαλ) ενώ όλη η Ευρώπη ψάχνει σέντερ. Ισως κάποιος φύγει: και πάλι η πληρότητα είναι δεδομένη. Και η πληρότητα φέρνει αυτό που είναι το βασικό ζητούμενο: δηλαδή μια αποτελεσματική επίθεση.
Όπως είδαμε στο Final 4 σε αυτό το επίπεδο όταν μια ομάδα χρειάζεται να παίξει άμυνα θα το κάνει: ο Ολυμπιακός με την Φενέρ το έκανε υποδειγματικά. Αλλά το ζήτημα στο μπάσκετ του 2026 είναι να μπορείς να είσαι παραγωγική ομάδα στην επίθεση και μάλιστα στην κανονική διάρκεια της περιόδου κυρίως: τότε χτίζεις αυτοπεποίθηση, μομέντουμ και προσωπικότητα. Οι ομάδες δεν δημιουργούνται για το Final 4. Δημιουργούνται για να παίξουν ωραίο και μοντέρνο μπάσκετ. Και το μοντέρνο μπάσκετ απαιτεί να μπορείς να βάλεις την μπάλα στο καλάθι ακόμα και σε μια βραδιά που δεν είσαι πολύ καλός. Ο Ολυμπιακός την Κυριακή κέρδισε την Ρεάλ χωρίς να είναι εξαιρετικός γιατί της έβαλε 92 πόντους. Δύσκολους. Με 10/20 τρίποντα και 20/38 δίποντα. Αλλά τους έβαλε. Και για αυτό κέρδισε. Κι όλη την σεζόν το να πετύχει πάνω από 90 πόντους του ήταν εύκολο. Και του χρόνου, με τις προσθήκες που ακούγονται, θα του είναι ευκολότερο. Οχι γιατί μόνο έδιωξε το άγχος του, αλλά γιατί μπορεί να παίξει καλύτερα.

Ο τελευταίος μύθος
Φέτος μετά από μια ανταγωνιστική Ευρωλίγκα μοιάζει να έχει καταρριφθεί κι ο μύθος που αφορά τους Αμερικάνους που μπορεί να ρθουν και να κάνουν την διαφορά. Είδαμε πολλούς, ακριβοπληρωμένους και καλούς. Αλλά την διαφορά δεν την έκαναν. Για ένα απλό λόγο: γιατί η Ευρωλίγκα έχει αποκτήσει ως λίγκα τα δικά της χαρακτηριστικά. Και την διαφορά την κάνουν πλέον οι παίκτες που την γνωρίζουν. Ο Πίτερς πχ ήταν χρησιμότερος από τον Χόρτον Τάκερ. Και την Ρεάλ στο κρίσιμο δεύτερο ημίχρονο κόντρα στον Ολυμπιακό την πήρε από το χέρι ο Χεζόνια: αυτός παραδόθηκε τελευταίος. Τα μαγικά του Λάιλς τελείωσαν στο πρώτο ημίχρονο. Θέλω να πω πως όποιος έχει παίκτες που την διοργάνωση την ξέρουν, έχει κι αβαντάζ. Η καλύτερη συνταγή για να φτιάξεις μια ακόμα καλύτερη ομάδα είναι να προσθέσεις τέτοιους παίκτες στο ρόστερ σου.
Το απαραίτητα καλό φινάλε
Βέβαια πριν να φτάσουμε να δούμε τον καινούργιο Ολυμπιακό πρέπει να δούμε τούτον εδώ να τελειώνει και καλά τη χρονιά δηλαδή να κερδίσει και το πρωτάθλημα. Σήμερα αυτό σε πολλούς οπαδούς του Ολυμπιακού ακούγεται κάτι δευτερεύον: η κατάκτηση της Ευρωλίγκας αρκεί για να τους κάνει όλους ευτυχισμένους, πόσο μάλλον όταν αυτή ήρθε στο Τ Center δηλαδή στην έδρα του Παναθηναϊκού. Αλλά η ιστορία διδάσκει ότι μια ομάδα για να έχει την καλύτερη δυνατή συνέχεια την επόμενη χρονιά, πρέπει να κλείσει και την τρέχουσα σεζόν της με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, δηλαδή να κερδίσει το πρωτάθλημα. Ο Ολυμπιακός είναι η απόδειξη. Η κατάκτηση του περσινού πρωταθλήματος απομάκρυνε οποιαδήποτε σκέψη για μεγάλες αλλαγές, έδωσε στον Μπαρτζώκα χρόνο, και κυρίως βοήθησε τον Ολυμπιακό να ξεχάσει την πίκρα που του είχε αφήσει το Final4 του Αμπού Ντάμπι. Μετά προέκυψε η πιθανότητα να κερδίσει την Ευρωλίγκα στο ΟΑΚΑ. Και αυτό έφερε συσπείρωση, αύξηση του budget, μεγαλύτερη προσοχή και μεγαλύτερη σοβαρότητα. Αλλά ο τροχός γύρισε όταν πέρσι ο Ολυμπιακός του Μπαρτζώκα κέρδισε το πρωτάθλημα χωρίς μάλιστα πλεονέκτημα έδρας. Με νίκη στην έδρα του ΠΑΟ στο τρίτο και καθοριστικό ματς. Θα έλεγα ότι εκείνη η νίκη ήταν σημάδι ότι μια άλλη νίκη εκεί θα του έδινε την Ευρωλίγκα που του έλειπε 13 χρόνια. Αλλά τότε δεν ξέραμε πως στο T Center θα γίνει το Final4. Κανείς τότε δεν φανταζόταν ότι στο γήπεδο στο οποίο κέρδισε το πρωτάθλημα ένα χρόνο μετά θα γινόταν το πιο μεγάλο ερυθρόλευκο πάρτι…
Πηγή: Karpetshow
















