Του Θάνου Σαρρή
Πιάνω συχνά τον εαυτό μου να συλλογίζεται ότι το ζήτημα της διαιτησίας στην Ελλάδα είναι σαν αυτό της βίας: Άλυτο. Όχι γιατί δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα λύσεις, αλλά γιατί δεν υπάρχει συντονισμένη προσπάθεια από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς προκειμένου να γίνουν βήματα βελτίωσης και σταδιακά να επανακτηθεί η χαμένη εμπιστοσύνη.
Στην αρχή πιστέψαμε ότι το VAR θα λύσει ένα σημαντικό κομμάτι των προβλημάτων. Πράγματι, έχει λύσει αρκετά. Κι όσοι ήμασταν σκεπτικιστές στο ξεκίνημα της εφαρμογής του για διαφορετικούς λόγους, υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν στιγμές που περνάει από το μυαλό μας η φράση «σκέψου να μην είχαμε VAR». Όμως δεν είναι πανάκεια. Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που θα αποφασίζουν, καμία τεχνολογία δεν μπορεί αυτόματα να λύσει όλα τα προβλήματα.
Δεν αρκεί ο διαιτητής να είναι ξένος
Ύστερα ήρθαν οι ξένοι διαιτητές, οι οποίοι έφεραν για ένα διάστημα την ηρεμία. Το ότι ένας διαιτητής έρχεται από το εξωτερικό, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνο του για να αλλάξει τίποτα. Ίσως για ένα διάστημα να αρκούσε, με δεδομένο ότι η de facto καχυποψία που συνοδεύει έναν Έλληνα διαιτητή μειώθηκε. Όμως φάνηκε σύντομα ότι δεν αρκεί ο referee να είναι ξένος. Πρέπει να είναι και ικανός. Πρέπει να έχει παραστάσεις, εμπειρία και φυσικά skills για να μην οδηγήσει ένα ματς στα κάγκελα. Να θυμίσουμε, ωστόσο, ότι αυτό έχει πάψει να συμβαίνει. Και δεν ευθύνονται οι elite των προηγμένων χωρών ή οι Ομοσπονδίες τους, αλλά εμείς, ασχέτως με το τι βγαίνει προς τα έξω. Γιατί εμείς δημιούργησαμε το τοξικό περιβάλλον που με απλά λόγια δεν αποτελεί θελκτική επαγγελματική επιλογή. Κι αν δεν υπήρχε η καλή σχέση σε επίπεδο κυβέρνησης με την ηγεσία της UEFA, δεν θα βλέπαμε ούτε αυτούς που έχουμε δει. Παράλληλα, όσο πλησιάζουμε προς το Euro, οι elite διαιτητές θα γίνουν ακόμα πιο σπάνια όντα. Όχι μόνο για το ελληνικό ποδόσφαιρο, αλλά για όλους που τους ζητούν.
Η διαχείριση της κατάστασης με διαιτητές από το «πάνω ράφι» θα μπορούσε να είναι μια βραχυπρόθεσμη λύση. Συνεπάγεται όμως μια στιβαρή παρουσία στη θέση του αρχιδιαιτητή. Ο Πίτερ Φρόιντφελντ εμφανίστηκε ξαφνικά, διαβάσαμε κάποια πράγματα για την πορεία του κι έπειτα τον χάσαμε.
Ο άνθρωπος φυσικά μπορεί να κάνει μια χαρά τη δουλειά για την οποία προσλήφθηκε, ωστόσο, όπως έγραψε ο Βασίλης Σαμπράκος, θα ήταν όλα διαφορετικά αν είχε παρουσιάσει κάποιο πλάνο, είχε εξηγήσει τη στρατηγική της επιλογής των διαιτητών, έδινε τη θέση της ΚΕΔ για τις αποφάσεις που κάθε αγωνιστική προκαλούν χαμό. Αν αισθάνονταν και οι ίδιοι οι διαιτητές ότι υπάρχει πραγματικά.
Και πάλι, όμως, μιλάμε για μια βραχυπρόθεσμη αντιμετώπιση. Δεν μπορεί να υπάρξει ελληνική διαιτησία χωρίς Έλληνες διαιτητές, σωστά εκπαιδευμένους, προστατευμένους και οχυρωμένους από τη Σκύλα και τη Χάρυβδη του ελληνικού ποδοσφαίρου, τη διαφθορά και τη βία. Δεν μου αρέσουν οι γενικεύσεις, ωστόσο έχει βάση μέχρι ενός σημείου το ότι έχουν και οι ίδιοι ευθύνη. Δεν μπορώ όμως να μην έρθω και στη θέση τους.
Προστατευμένο περιβάλλον και διαφάνεια
Με τι ψυχολογία να μπει ένας Έλληνας διαιτητής να διευθύνει ένα ματς που «καίει»; Γνωρίζοντας ότι ακόμα και για σωστές αποφάσεις θα βρεθεί στα «μανταλάκια» συγκεκριμένων ΜΜΕ και Social Media; Ότι μπορεί να τον περιμένουν κάτω από το σπίτι του και να στέλνουν απειλητικά SMS στην οικογένειά του; Ότι πληρώνει λάθη του παρελθόντος;
Ο κακός επαγγελματίας παύεται, αλλά αν φτάσει σε σημείο να κινδυνεύει η σωματική του ακεραιότητα, τότε η συζήτηση ξεφεύγει από κάθε επίπεδο κριτικής. Πέραν τούτου, στο καθαρά επαγγελματικό κομμάτι, δεν μπορεί να αναπτύξει τις ικανότητές του αν δεν τεσταριστεί σε συνθήκες πίεσης, όπως επίσης δεν μπορεί να βελτιώσει το κομμάτι της πνευματικής προετοιμασίας όταν σε όλο το build up μιας αγωνιστικής νιώθει να απειλείται για λάθη άλλων, διαιτητών που απλά φέρουν το «ξένος» στην περιγραφή τους και δεν μπορούν να καταλάβουν σε καμία περίπτωση τι καλούνται να διαχειριστούν.
Elite VAR, elite εξέλιξη
Δεν νομίζω πως υπάρχει μέλλον που να στηρίζεται σε ξένες σφυρίχτρες. Αντίθετα, μια μεταβατική λύση που θα μπορούσε να δουλέψει είναι ο elite VAR. Δηλαδή Έλληνες διαιτητές, με κάποιον σπεσιαλίστα στις οθόνες, που να έχει την εμπειρία και την ικανότητα να διορθώσει τις κακές αποφάσεις, να τους φωνάξει να ξαναδούν τις φάσεις, να αισθανθούν ότι είναι κάποιος εκεί πάνω με πραγματική πρόθεση να τους βοηθήσει. Κάτι τέτοιο, θεωρητικά, μπορεί να «ξεκλειδώσει» και τον επαγγελματικό τους εγωισμό.
Ακόμα κι έτσι όμως, δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό το status του Έλληνα διαιτητή ως έχει. Γι’ αυτό και επανέρχομαι στους «εμπλεκόμενους φορείς» της εισαγωγής. Ας δουν τα πρωτόκολλα των διαιτητών της Premier League κι άλλων elite πρωταθλημάτων, θα βρουν σίγουρα αρκετές ιδέες. Ας αναζητήσουν το πώς ένα λάθος σφύριγμα μπορεί να κάνει εφιάλτη τη ζωή ενός ανθρώπου κι ας ασχοληθούν σοβαρά μ’ αυτούς που το υποκινούν, το συντηρούν, το κάνουν να συμβαίνει.
Η ελληνική διαιτησία οφείλει να οχυρωθεί σ’ ένα σώμα, στο οποίο να εμπεριέχονται όλα εκείνα που θα το βοηθήσουν να εξελιχθεί: Οργανόγραμμα, καλοί μισθοί, εκπαίδευση, σωστή επικοινωνία, αυστηρή αξιολόγηση και παρακολούθηση, φυσικά με δική τους συμφωνία και συμμετοχή σ’ αυτό. Παρακολούθηση όχι φυσικά από πράκτορες της ΕΥΠ, αλλά με τρόπο που αφενός να τους κάνει να αισθάνονται ασφαλείς, αφετέρου να υπάρχουν διαθέσιμες οι οικονομικές κινήσεις και όλο το Πόθεν Έσχες. Να υπάρχει, δηλαδή, διαφάνεια που θα βοηθήσει στην εξομάλυνση, αλλά να υπάρχει και προστασία. Ακόμα κι από τις κατάρες στα Social Media. Οι πάντες μπορούν να βρεθούν αν υπάρχει βούληση. Το ίδιο ισχύει και για τη στοχοποίηση των ΜΜΕ.
Ωραία τα λόγια, αλλά τι κάνουμε στην πράξη, μάλλον θα αναρωτηθεί κανείς. Κυρίως όταν έχουν υπάρξει σχέδια επί χάρτου, ολιστικές μελέτες, διεθνείς προτάσεις που απλά περιμένουν να εφαρμοστούν. Το θέμα είναι να καταλάβουμε πραγματικά, πόσοι θέλουν να γίνει κάτι στην πράξη κι όχι απλά να κάνουν κουμάντο.
Πηγή: Gazzetta


















