Επιλογή Σελίδας

Του Αλέξανδρου Λοθάνο

Η ανάρτηση στις 29 Μαρτίου του 2020, προφητική. «Ένα μικρό παιδί με ένα μεγάλο όνειρο» έγραφε στο προφίλ του στο Twitter ο Γκάρι Μέντες Ροντρίγκες, ανεβάζοντας φωτογραφία από τα πρώτα του, σοβαρά ποδοσφαιρικά βήματα, όταν μπήκε στα τμήματα υποδομής της Σπάρτα Ρότερνταμ, όπου συνέπεσε με τον Ζορζίνιο Βαϊνάλντουμ και τον Λιρόι Φερ.

Μια ομάδα ντυμένη στα ερυθρόλευκα, όπως δηλαδή και το νέο ποδοσφαιρικό σπίτι του εξτρέμ από το Πράσινο Ακρωτήρι. Ο Ολυμπιακός ήθελε και στο παρελθόν τον Γκάρι, στη μοίρα του οποίου ήταν γραφτό να φορέσει, σε επαγγελματικό επίπεδο πλέον, την ερυθρόλευκη φανέλα.

Μέχρι να φτάσει στο λιμάνι, όμως, χρειάστηκε να παλέψει με πολλά κύματα. Στα 21 του χρόνια, ο Γκάρι ήταν ακόμα ερασιτέχνης. Είχε προλάβει να αλλάξει εφτά ομάδες, να βρεθεί στα 16 του στη Πορτογαλία για να κυνηγήσει το όνειρό του και να παίξει για ένα δίμηνο στην Γερμανία, χωρίς όμως να βρει (ακόμα) την Ιθάκη του.

«Ακόμα και όταν είναι σκληρό, πάντα ακολούθα την καρδιά σου!» είναι το μότο ζωής του 30χρονου πλέον Ροντρίγκες, ο οποίος από μικρός είχε αποφασίσει ότι θέλει να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και δεν πτοήθηκε από τα πολλά εμπόδια που συνάντησε στον δρόμο του.

Για ένα διάστημα, μέχρι να γίνει επαγγελματίας με τη Ντεν Χάαγκ, εργάστηκε βραδινή βάρδια στο ταχυδρομείο, ξεφορτώνοντας παλέτες με δέματα και γράμματα. Έπρεπε, ένιωθε ότι όφειλε να βοηθήσει την οικογένειά του, τους γονείς και τα τέσσερα αδέλφια του.

Ο πατέρας του ήταν μόλις 16 ετών όταν έφυγε από το Πράσινο Ακρωτήρι για να ψάξει μια καλύτερη ζωή. Στο πλευρό του ήταν η μετέπειτα σύζυγος του και μητέρα του Γκάρι, 15 ετών τότε.

Μετανάστευσαν στην φιλόξενη Ολλανδία, βρήκαν καταφύγιο στο Ρότερνταμ και δημιούργησαν μια οικογένεια που έχει ως μεγαλύτερο καμάρι της τον ποδοσφαιριστή που εξελίχθηκε σε νομάδα, αφήνοντας πάντως το σημάδι του απ’ όπου και αν πέρασε: Λέφσκι Σόφιας, Έλτσε, ΠΑΟΚ, Γαλατάσαραϊ, Φενέρμπαχτσε και Αλ Ιτιχάντ.

Βουλγαρία, Ισπανία, Ελλάδα, Τουρκία και Σαουδική Αραβία. Όπου και αν έπαιξε, ο Ροντρίγκες φρόντισε να μάθει κάτι χρήσιμο, να δουλέψει παραπάνω, να εξελίσσει το αγωνιστικό του προφίλ. Εσχάτως έχει μείνει λίγο στάσιμος, αλλά βλέπει τον Ολυμπιακό ως μια ευκαιρία για να βρει και πάλι τον παλιό, καλό του εαυτό.

image

Μικρό είναι το μάτι σου!

Νιώθει εξ’ ημισείας Ολλανδός (λόγω τόπου γέννησης) και Αφρικανός (λόγω καταγωγής), αλλά δεν ευτύχησε να κάνει καριέρα στην Ολλανδία, επιλέγοντας από την άλλη να παίξει με την εθνική ομάδα του Πράσινου Ακρωτηρίου (30 συμμετοχές – πέντε γκολ – δύο ασίστ). Στο φυτώριο της Φέγενορντ, η οποία τον είδε στη Σπάρτα και τον «άρπαξε», δεν στέριωσε, γιατί ο τότε προπονητής του στάθηκε στο ύψος του και όχι στο ταλέντο του.

Ο Γκάρι έκλαψε, αναρωτήθηκε γιατί παίζουν στην ομάδα ποδοσφαιριστές που είναι λιγότερο ταλαντούχοι από τον ίδιο, αλλά ταυτόχρονα πείσμωσε. Όνειρό του ήταν να παίξει μπάλα και δεν σταμάτησε μέχρι να τα καταφέρει.

«Στην περίπτωσή του, οι επαγγελματικές ομάδες στην Ολλανδία… κοιμήθηκαν» έλεγε ο Ρομπ Γιάκομπς, προπονητής της άσημης XerxesDZB. Ο πρώτος που πίστεψε πραγματικά σε έναν παίκτη που έκανε το επαγγελματικό του ντεμπούτο με τη Ντόρτρεχτ (ως δανεικός από τη Ντεν Χάαγκ) στις 10 Αυγούστου του 2012, τρεις μήνες πριν από τα 22α γενέθλιά του.

Ο Ροντρίγκες ένιωθε ότι έπρεπε συνεχώς να δίνει απαντήσεις, παρ’ ότι δεν έπαψε ποτέ να πιστεύει στον εαυτό του. Όταν χτύπησε την πόρτα του η Λέφσκι Σόφιας, δεν το σκέφτηκε δύο φορές, παρ’ ότι η οικογένεια και οι φίλοι του ήταν κάθετα αρνητικοί.

«Μην πας, δεν θα σε πληρώνουν, θα εξαφανιστείς εκεί» του έλεγαν, αλλά ο Γκάρι έκλεισε τα αυτιά του, έβαλε την μπάλα κάτω και, με την ταχύτητα και τις ντρίμπλες του, έκανε το πρώτο μεγάλο «μπαμ» της καριέρας του (20 γκολ – 12 ασίστ σε 46 παιχνίδια).

Στην καριέρα του έχει αγωνιστεί σε οκτώ (!) διαφορετικές θέσεις, αλλά ο ίδιος εξομολογείται ότι του αρέσει περισσότερο αυτή του αριστερού εξτρέμ, επειδή μπορεί να συγκλίνει προς τα μέσα με το καλό, το δεξί του πόδι.

Το «μπαμ» στη Λέφσκι Σόφιας του άνοιξε τις πόρτες για ένα από τα κορυφαία πρωταθλήματα στον κόσμο, την ισπανική La Liga. Η Έλτσε είδε ένα «λαχείο» στο πρόσωπό του και δεν μετάνιωσε για την επιλογή της.

Στατιστικά, ο Γκάρι δεν ξεχώρισε (τρία γκολ – τρεις ασίστ σε 42 συμμετοχές), αλλά απόλαυσε την εμπειρία της Primera Division και κρατάει ως τρόπαιο μια φανέλα του Κριστιάνο Ρονάλντο, την οποία του έδωσε ο Πορτογάλος σούπερ σταρ, αφού λίγα λεπτά νωρίτερα είχε σημειώσει τρία γκολ εις βάρος της Έλτσε με την φανέλα της Ρεάλ Μαδρίτης.

Όλοι οι παίκτες της Έλτσε ήθελαν την φανέλα του «CR7», αλλά ο Κριστιάνο την έδωσε στον Ροντρίγκες, γιατί του την είχε τάξει. «Υποσχέθηκα την φανέλα στον Γκάρι από το Πράσινο Ακρωτήρι» είπε για τον Ροντρίγκες, ο οποίος ενδεχομένως να έμενε και άλλο στην Έλτσε, αν δεν υποβιβαζόταν λόγω χρεών.

Στον ΠΑΟΚ, ο Γκάρι βίωσε πολύ έντονες, ξεχωριστές στιγμές. Στη διάρκεια της θητείας του στην Ελλάδα, έγινε για πρώτη φορά πατέρας, αφού η σύντροφός του Ντενίς έφερε στον κόσμο την Ιλιάνα. «Έκλαψα όταν γεννήθηκε η μικρή» θυμάται για εκείνη την μοναδική στιγμή, την οποία ακολούθησε, λίγο καιρό αργότερα, η γέννηση του μικρού Ιλάι.

Για χάρη της φροντίδας των δύο παιδιών του έχει μείνει ξάγρυπνος πολλά βράδια. Είναι, άλλωστε, συνηθισμένος, αφού μετά από έναν αγώνα, σχεδόν ποτέ δεν μπορεί να κοιμηθεί. «Η αδρεναλίνη χτυπάει κόκκινο» εξηγεί για την… ταλαίπωρη συνήθειά του.

image

Η αγάπη έγινε μίσος

Το γκολ του στη νίκη επί της Φιορεντίνα στο «Αρτέμιο Φράνκι» ήταν το highlight της ασπρόμαυρης πορείας (13 γκολ – 14 ασίστ σε 58 ματς), η οποία τον σημάδεψε («ο ΠΑΟΚ με έκανε αυτό που είμαι σήμερα» λέει με περηφάνια). Μια πορεία, όμως, που έλαβε τέλος όταν έμαθε για το ενδιαφέρον της Γαλατάσαραϊ για την απόκτησή του.

Η γειτονιά όπου μεγάλωσε στο Ρότερνταμ ήταν γεμάτη Τούρκους και εκείνος έμαθε από μικρός την αντιπαλότητα της Γαλατάσαραϊ με την Φενέρμπαχτσε, είχε φανέλα της Τσιμ Μπομ από μικρός και έμαθε να την αγαπάει.

Όταν, λοιπόν, του χτύπησε την πόρτα, δεν μπορούσε να της αρνηθεί, παρ’ ότι ήξερε τι σήμαινε για τους φίλους του ΠΑΟΚ να φύγει από την ομάδα τους για να πάει να παίξει στην Τουρκία. «Οι οπαδοί του ΠΑΟΚ ήθελαν να πεθάνω!» ήταν η (ολίγον υπερβολική) ατάκα του για μια μεταγραφή που άγγιξε τα τέσσερα εκατομμύρια ευρώ.

Στην Κωνσταντινούπολη έπαιξε στο πλευρό των Γουέσλι Σνάιντερ και Νάιτζελ Ντε Γιονγκ τους οποίους, εφτά χρόνια νωρίτερα, είχε δει ως φίλαθλος να χάνουν στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Νοτίου Αφρικής από την Ισπανία.

Όπως και ο μετέπειτα ερυθρόλευκος Μπρούμα, έγιναν φίλοι και ξεναγοί του στα της ομάδας, με την οποία ο Γκάρι έβγαλε τον καλό του εαυτό (16 γκολ – 16 ασίστ σε 78 ματς), κατακτώντας τον πρώτο τίτλο της καριέρας του το 2018, το πρωτάθλημα.

«Όταν πήραμε τον τίτλο, δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Ήταν μια πολύ ξεχωριστή στιγμή» λέει για την πρώτη στέψη της καριέρας του, η οποία πήρε μια απροσδόκητη τροπή τον Ιανουάριο του 2019.

Η Γαλατάσαραϊ, εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων, τον παραχώρησε στην Αλ Ιτιχάντ αντί εννέα εκατομμυρίων ευρώ. Στην Σαουδική Αραβία δεν μπόρεσε ποτέ να προσαρμοστεί (5 γκολ – 7 ασίστ σε 31 παιχνίδια) και, μόλις έξι μήνες αργότερα, επέστρεψε στην Τουρκία.

Όχι, όμως, για λογαριασμό της αγαπημένης του Γαλατάσαραϊ, αλλά της αιωνίας αντιπάλου της, Φενέρμπαχτσε! Η μεταγραφή του εξόργισε τους οπαδούς της Τσιμ Μπομ και, για μεγάλο διάστημα, υποχρεώθηκε να κλείσει τα προφίλ του στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία γέμιζαν με ύβρεις και απειλές για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Το όνομά του «έπαιξε» κατά καιρούς για ομάδες όπως η Νιούκαστλ, η Σεβίλλη, η Λιόν, η Φιορεντίνα, η Έβερτον, η Γουέστ Χαμ. Όταν ήταν στα… πάνω του και οι ομάδες της Premier League τον διεκδίκησαν, ο πρόεδρος της Γαλατάσαραϊ, Μουσταφά Τσενγκίς, ζήτησε… τριάντα εκατομμύρια ευρώ για να τον παραχωρήσει!

Ο ίδιος θεωρούσε ότι η χρηματιστηριακή του αξία (στα… ντουζένια του) ήταν 15 εκατομμύρια ευρώ. Σήμερα, η μετοχή του έχει πέσει, αλλά αυτό δεν τον πτοεί. Είναι αποφασισμένος να της δώσει νέα ώθηση, αγωνιζόμενος μάλιστα στην ίδια πόλη με τον καλύτερό του φίλο.

Ο λόγος για τον ξάδελφο του, Τζέρσον Καμπράλ, ο οποίος τον Ιούλιο υπέγραψε στον Ιωνικό. Οι δυο τους μεγάλωσαν στους δρόμους του Ρότερνταμ παίζοντας μπάλα για ατελείωτες ώρες, μιμούμενοι τα είδωλά τους Ρονάλντο (το φαινόμενο), Ροναλντίνιο, Ζινεντίν Ζιντάν, Πάτρικ Κλάιφερτ και Ντένις Μπέργκαμπ. Πέρασαν αμφότεροι από τη Λέφσκι Σόφιας (με τρία χρόνια απόσταση) και, πλέον, θα το κάνουν παρέα στην Super League Interwetten.

Πηγή: Gazzetta

Pin It on Pinterest

Shares
Share This
// START Corner ad for Novibet // END Corner ad for Novibet