Του Βασίλη Σαμπράκου
Ο Ραζβάν Λουτσέσκου σχεδίασε το αγωνιστικό πλάνο του για το ματς με τον Παναθηναϊκό με την γνώση ότι η ομάδα του δεν θα μπορούσε να αποδώσει σε υψηλή ένταση στο μεγαλύτερο διάστημά του. Και δεν θα χρειαζόταν καν να κοιτάξει τις μετρήσεις, ο καθένας μας θα μπορούσε να το προεκτιμήσει αυτό γνωρίζοντας το πρόγραμμα που είχε πίσω του στην διάρκεια των τελευταίων περίπου 30 ημερών ο ΠΑΟΚ. Η στρατηγική επιλογή που έκανε ο προπονητής του ΠΑΟΚ ήταν να βάλει την ομάδα του να παίξει με όλη της την ενέργεια στην διάρκεια του πρώτου ημιχρόνου. Έκανε αυτή την επιλογή με την προσδοκία ότι έτσι ο ΠΑΟΚ θα αντέξει την πίεση που θα ασκήσει ο Παναθηναϊκός στο πρώτο διάστημα του παιχνιδιού χάρη στην ώθηση του ενθουσιασμού των γεμάτων κερκίδων και με την πίστη ότι θα μπορούσε να χτίσει ένα καλό προβάδισμα στο σκορ.
Το πλάνο του Λουτσέσκου “βγήκε”. Και αυτό δεν συνέβη μόνο επειδή οι ποδοσφαιριστές του το ακολούθησαν, αλλά και επειδή ο Παναθηναϊκός δεν κατάφερε να βελτιωθεί στην συμπεριφορά του όταν πιέζεται στο πρώτο στάδιο ανάπτυξης των επιθέσεων. Ο Ιβαν Γιοβάνοβιτς είχε δουλέψει με τους ποδοσφαιριστές του σε αυτό το κομμάτι κατά τη διάρκεια της προηγούμενης εβδομάδας, μετά από τα όσα είδε στο ματς με τον ΟΦΗ, αλλά αυτή η δουλειά δεν αποδείχθηκε αρκετή. Γιατί; Επειδή οι ποδοσφαιριστές του Παναθηναϊκού, και ειδικά οι μεσοεπιθετικοί, δεν έβγαλαν ατομική ποιότητα για να καλύψουν το – φυσιολογικό για το διάστημα ζωής της – έλλειμα ομαδικής ποιότητας που έχει η ομάδα του.
Στην διάρκεια του πρώτου ημιχρόνου ο ΠΑΟΚ είχε 7 τελικές προσπάθειες (ο Παναθηναϊκός 4), και αν ο Μπίσεσβαρ είχε ευστοχήσει στο 27’, ως εκφραστής μιας πολύ καλής επίθεσης που ανέπτυξε ο ΠΑΟΚ με τον Βαρέλα, που βρήκε τον Τέιλορ στην πλάτη της άμυνας του Παναθηναϊκού κι εκείνος έφερε τον Μπίσεσβαρ σε μια θέση από την οποία ο εκτελεστής ευστοχεί 3 στις 10 φορές, θα είχε χτίσει το 0-2 που θα επέτρεπε στον Λουτσέσκου να διαχειριστεί το ματς με μεγάλα διαστήματα ηρεμίας.
Ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς επέλεξε στρατηγικά, όπως καταλάβαμε από τις δηλώσεις του μετά τη λήξη του ντέρμπι, να περιμένει τα πρώτα σημάδια κόπωσης του ΠΑΟΚ προτού κάνει την επίθεσή του. Και αυτό το πλάνο θα μπορούσε να του βγει αν η ομάδα του κατάφερνε να κάνει μια καλύτερη επένδυση στα συναισθήματα που της δημιούργησε το γκολ του Μαουρίτσιο στο 59’ο λεπτό. Στο επόμενο διάστημα όμως ο Παναθηναϊκός έδειξε το δεύτερο σημάδι της ανωριμότητάς του. Στο πρώτο ημίχρονο έδειξε πως δεν είναι ακόμη ώριμος στην διαχείριση της κατάστασης που δημιουργεί ο αντίπαλος όταν τον πιέζει στο χτίσιμο των επιθέσεων. Στο β’ ημίχρονο έδειξε ότι δεν είχε την ωριμότητα για να διαχειριστεί την “ντέρμπι εντός έδρας με γεμάτο γήπεδο” συνθήκη συναισθηματικά. Όπως ο ίδιος ο προπονητής του σχολίασε στο τέλος, ο Παναθηναϊκός έγινε βιαστικός, η λαχτάρα του να πετύχει είχε αρνητική επίδραση στις αποφάσεις των ποδοσφαιριστών του.
Την ίδια ώρα στην απέναντι ομάδα κυκλοφορούσε πολλή ποιότητα και πολλή προσωπικότητα, και γι’ αυτό εμφανίστηκε το στοιχείο της ανθεκτικότητας. Όταν δέχθηκε το γκολ, ο ΠΑΟΚ όχι απλώς δεν λύγισε αλλά ανασυντάχθηκε αμέσως και υπερείχε στο δεκάλεπτο που ακολούθησε.
Ήταν ένα ντέρμπι που θα μπορούσε να βγάλει νικητή οποιονδήποτε, δεδομένου ότι το καθοριστικό γκολ ήρθε στο 85’ο λεπτό. Στην εικόνα των δύο ομάδων όμως υπήρχε διαφορά, η οποία αποτυπώνεται και στους δείκτες αξιολόγησης της απόδοσης. Ο ΠΑΟΚ έκανε περισσότερες οργανωμένες επιθέσεις (29-24), ολοκλήρωσε περισσότερες (38%-16% τα ποσοστά ολοκλήρωσης των επιθέσεων), ήταν πιο αποτελεσματικός στις επιθετικές μονομαχίες (56%-48%), δημιούργησε περισσότερες κλασικές ευκαιρίες (xG: 2.63 – 1.45). Στη μεγάλη εικόνα, το δικό του αγωνιστικό πλάνο αποδείχθηκε πιο αποτελεσματικό. Στην δεύτερη ανάγνωση κανείς διαπιστώνει ότι είχε στο τερέν περισσότερους αποφασιστικούς ποδοσφαιριστές, με την προσωπικότητα και την ικανότητα να διαχειριστούν τις καταστάσεις και τα συναισθήματα και να επικρατήσουν. Μοιάζει φυσιολογικό όλο αυτό, δεδομένου ότι ο προπονητής του ΠΑΟΚ, χάρη στο παρελθόν του, έχει συνδεθεί καλύτερα συναισθηματικά με την ομάδα του και επειδή έχει περισσότερους ποδοσφαιριστές με εμπειρία ελληνικών ντέρμπι. Η διαφορά όμως έγινε πιο αισθητή και επειδή οι νεοαποκτηθέντες του Παναθηναϊκού δεν έχουν φέρει ακόμη τους εαυτούς τους στην κατάσταση για να γίνονται αποφασιστικοί σε τόσο μεγάλα παιχνίδια.
Πηγή: Gazzetta





















