Του Βασίλη Σαμπράκου
Η κοινωνία του ποδοσφαίρου ζούσε μέχρι και πριν από περίπου 15 χρόνια με την παγιωμένη αντίληψη ότι μια διοίκηση δεν έχει πολλές επιλογές όταν η ομάδα δεν πηγαίνει καλά και ότι ο συντομότερος δρόμος για να αντιστραφεί το κλίμα και να δημιουργηθούν συνθήκες ανάκαμψης σε μια διαχείριση κρίσης είναι η αλλαγή προπονητή. Το “δεν μπορείς να αλλάξεις τους πολλούς, τους ποδοσφαιριστές, γι’ αυτό και πρέπει να την πληρώνει ο ένας, ο προπονητής” στερεότυπο ευθυνόταν, διαχρονικά, για την απόλυση εκατοντάδων προπονητών από ομάδες όλων των επιπέδων και κατηγοριών σε ολόκληρο τον πλανήτη. Οπως όλα όμως στη ζωή, το ποδόσφαιρο προχώρησε. Και όπως σε όλα, η πρόοδος ξεκίνησε από τα προηγμένα κράτη, από τις προχωρημένες κοινωνίες. Στην Αγγλία οι σύλλογοι στήριζαν προπονητές ακόμη και σε κόντρες με μεγάλους και εμβληματικούς ποδοσφαιριστές, με πιο χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ με τον σερ Αλεξ. Αυτή η νοοτροπία, των Αγγλων, άρχισε να επηρεάζει την νοοτροπία της υπόλοιπης “προχωρημένης” Ευρώπης. Στην Ισπανία η Ρεάλ επέτρεψε, πριν από μια 5ετία, στον Ζοσέ Μουρίνιο να “τελειώσει” τον Ικερ Κασίγιας για να καταφέρει να γίνει αφεντικό στα αποδυτήρια. Στη Γερμανία ο Πεπ Γκουαρδιόλα κράτησε στον πάγκο τον Ρόμπεν και τον Ριμπερί, τις δύο ιερές αγελάδες της Μπάγερν και έκανε το ίδιο για κάθε έναν που αμφισβήτησε την κυριαρχία του. Ο Γκουαρδιόλα έδωσε ιδέες στην διοίκηση της Μπάγερν, η οποία άρχισε να περιθωριοποιεί ή να επιβάλει ποινή απομόνωσης από την αγωνιστική δράση σε οποιονδήποτε της δημιουργούσε/δημιουργεί πρόβλημα, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Μπόατενγκ. Ο Γκουαρδιόλα έκανε το ίδιο, με τη στήριξη της διοίκησης, στο Μάντσεστερ, αποβάλλοντας για πολύ σημαντικό διάστημα χρόνου, και μάλιστα στην αρχή του στην Σίτι, τον Τουρέ, μια από τις πιο ιερές αγελάδες του κλαμπ. Μαζί του έφαγε, για καιρό, πάγκο και η άλλη ιερή αγελάδα, ο Κουν Αγουέρο. Στην Ιταλία ο Αντρέα Ανιέλι στήριξε αρχικά τον Αντόνιο Κόντε και στη συνέχεια τον Μαξ Αλέγκρι σε κάθε προσπάθειά του να επιβάλει τους κανόνες του στους σταρ της Γιουβέντους. Ο Ανιέλι έκλεινε την πόρτα του και το κινητό του κάθε φορά που τον αναζητούσε ο Ντάνι Αλβες για να του κλαφτεί για τις επιλογές του προπονητή ή και για να “θάψει” τον Αλέγκρι, και στο τέλος τον άφησε να φύγει μετά από μια πολύ καλή σεζόν, επειδή είχε αντιληφθεί ότι το ομαδικό συμφέρον είναι ταυτισμένο με την απόλυτη στήριξη στον προπονητή. Για να βρει χώρο και χρόνο συμμετοχής στη Γιουβέντους ο πολύς Ντάνι Αλβες αναγκάστηκε να παίξει άμυνα στα 34 του.
Είναι τόσο θεαματική η αλλαγή στην αντίληψη του διοικείν στο ποδόσφαιρο σε σχέση με τον τρόπο της διαχείρισης μιας αγωνιστικής κρίσης, που ακόμη και ο τρελός και παρορμητικός Φλορεντίνο Πέρεθ έμαθε την αρετή της υπομονής και της στήριξης στον προπονητή, δίνοντας στον Ζινεντίν Ζιντάν και τον χρόνο για να “γυρίσει” το κλίμα και να ξαναρχίσει να νικά, αλλά και την στήριξη κάθε φορά που ο Γάλλος στεναχώρησε κάποιον εκ των σούπερ σταρς, του Κριστιάνο Ρονάλντο συμπεριλαμβανομένου, με τις επιλογές του. Κι επειδή όσα συμβαίνουν στην Ρεάλ του Πέρεθ επηρεάζουν άμεσα την Μπαρτσελόνα του Μπερτομέου, που είναι μαθητής του, ο πρόεδρος της Μπάρτσα έφτασε από την “κόψε το λαιμό σου και βρες τα με τον Μέσι” στάση που κρατούσε περίπου τέσσερα χρόνια πίσω απέναντι στον Λουίς Ενρίκε στην “χειρίσου τον όπως νομίζεις” ανεκτικότητα στην πρώτη κρίση που αντιμετώπισε ο Ερνέστο Βαλβέρδε το περασμένο φθινόπωρο με τον Λουίς Σουάρες.
Θα μπορούσα να παραθέσω αμέτρητα παραδείγματα – σαφή σημάδια αλλαγής της αντίληψης σχετικά με την διαχείριση αγωνιστικών κρίσεων και την αλλαγή προπονητή. Στην συντριπτική πλειονότητά τους όμως θα ήταν ξένα, όχι ελληνικά. Και αντιθέτως η ελληνική ποδοσφαιρική κοινωνία εξακολουθεί να παράγει παραδείγματα που οδηγούν στην διαπίστωση ότι η διοίκηση ποδοσφαιρικών επιχειρήσεων έχει μείνει πίσω και ζει στην προηγούμενη εποχή, με την απαρχαιωμένη δογματική αντίληψη. Τελευταίο παράδειγμα η ιστορία του Ολυμπιακού στη σεζόν 2017-’18. Η διοίκησή του επέλεξε να ακούσει τους ποδοσφαιριστές και να σκεφτεί με την “δεν αλλάζουν οι πολλοί, αλλάζει ο ένας” αντίληψη με συνέπεια να μην κάνει υπομονή με τον Μπέσνικ Χάσι, χρεώνοντάς του κακή διαχείριση του ρόστερ, και έκανε ακριβώς το ίδιο, σε μεγαλύτερο βαθμό, με τον Τάκη Λεμονή. Ο Βαγγέλης Μαρινάκης έδωσε μεγάλη σημασία στο “θάψιμο” που έτρωγε ο Λεμονής από ποδοσφαιριστές και πρόσωπα του περίγυρου του ποδοσφαιρικού τμήματος και πήγε στην “εύκολη” λύση της αλλαγής προπονητή. Σήμερα, που ο Ολυμπιακός βαδίζει αγωνιστικά από το κακό στο χειρότερο, το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης δεν μπορεί να βαραίνει τον Οσκαρ Γκαρθία, όσα λάθη και αν κάνει ή όσο αναποτελεσματικές και αν είναι οι μέθοδοί του. Είναι προπονητής τριών μηνών, με ρόστερ άλλων, και προσπαθεί να πείσει ποδοσφαιριστές που έχουν βάλει στο πετσί τους τη νοοτροπία ότι ο Ολυμπιακός λειτουργεί με την παλιά αντίληψη, δηλαδή ότι αν δεν πάει καλά η ομάδα θα φύγει ακόμη ένας προπονητής. Αυτή η νοοτροπία φταίει για το κουσούρι των ποδοσφαιριστών να κρύβουν την ευθύνη τους στη σκιά ενός προπονητή, και για την έλλειψη αυτοκριτικής. Κι αυτή την νοοτροπία την καλλιεργεί και την συντηρεί η διοίκηση με τις επιλογές της.
Με αυτό που κάνει τούτες τις μέρες η διοίκηση του Ολυμπιακού, είτε συμφωνήσει κανείς είτε όχι με τις “διαγραφές” από το ρόστερ, επιχειρεί να διορθώσει ένα μεγάλο λάθος, το οποίο είναι πηγή μεγάλων κακών. Επιχειρεί να αλλάξει την νοοτροπία των αποδυτηρίων. Ομως η “διαγραφή” ποδοσφαιριστών δεν είναι πανάκεια, όπως άλλωστε αποδεικνύει το πρόσφατο παράδειγμα ενός Ολυμπιακού που άλλαξε ένα σωρό ποδοσφαιριστές μετά από μια αποτυχία και τελικώς επέστρεψε εκ των υστέρων στη συνήθη πρακτική της εύκολης αλλαγής προπονητή. Για να αλλάξει η νοοτροπία, τα αποδυτήρια πρέπει να δουν έναν προπονητή να στεριώνει, δηλαδή να στηρίζεται στις περιόδους των δοκιμασιών, να επιβιώνει και να εξουδετερώνει ή να τιθασεύει μέσα από παραδειγματική τιμωρία ή και παραγκωνισμό τους ποδοσφαιριστές που μετά από κάθε ήττα επιδίδονται στην τέχνη της αποποίησης των ευθυνών και χτυπούν την πόρτα ή το κινητό της διοίκησης για να θάψουν τον προπονητή.
Αυτό που συνέβη φέτος στον Ολυμπιακό συμβαίνει διαχρονικά στο σύνολο των μεγάλων ελληνικών συλλόγων, οι οποίοι κατασπαράζουν προπονητές και επιτρέπουν στους ποδοσφαιριστές να αντιλαμβάνονται τον προπονητή ως αναλώσιμο. Κι αυτή είναι ακόμη μία από τις μεγάλες ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στον τρόπο που καταλαβαίνουμε εμείς το ποδόσφαιρο και στον τρόπο που το καταλαβαίνουν οι “προηγμένοι”. Είναι ακόμη ένα μάθημα που δεν διδάσκεται στο δικό μας ποδοσφαιρικό πανεπιστήμιο.
Πηγή: Gazzetta
















