Του Βασίλη Σαμπράκου
Δεν υπάρχουν πολλά που χρειάζεται να σημειώσει κανείς κατά την ανάλυση της απόδοσης της ΑΕΚ στο πρώτο επίσημο παιχνίδι της, απέναντι στην Βελέζ. Αρκεί να σταθείς στην συμπεριφορά της στην φάση του πρώτου γκολ που δέχεται, και να δεις την συμπεριφορά της κατά το πρώτο στάδιο του χτισίματος των επιθέσεών της, όταν ξεκινούσε την κυκλοφορία της μπάλας από τον τερματοφύλακα.
Η ΑΕΚ δέχθηκε το πρώτο γκολ σε μια πολύ καθοριστική στιγμή, δηλαδή πάνω που είχε ανοίξει το σκορ και είχε αποκτήσει ψυχολογικό πλεονέκτημα έναντι της αντιπάλου της. Με το σουτ που επέτρεψε, έδωσε στην Βελέζ την ευκαιρία να ανασυνταχθεί ψυχολογικά αμέσως μετά το χτύπημα που είχε δεχθεί από το γκολ του Ανσαριφάρντ.

Κοιτάζεις την φάση, βλέπεις την απουσία των κεντρικών μέσων από την μπάλα και τον Πρσες να εκτελεί ανενόχλητος. Ο Ομαρ Πρσες είναι ένας κεντρικός μέσος που σουτάρει. Αυτό δείχνει η ανάλυση της απόδοσής του στους πέντε προηγούμενους αγώνες της Βελέζ. Σούταρε σε κάθε παιχνίδι. Ολα του τα σουτ ήταν εκτός περιοχής. Και προφανώς αυτό το είχαν παρατηρήσει οι συνεργάτες του Βλάνταν Μιλόγεβιτς, και άρα ο προπονητής είχε προετοιμάσει τους κεντρικούς μέσους του για αυτό το στοιχείο. Πώς γίνεται να τους “διέφυγε” και να επέτρεψαν ένα ανενόχλητο σουτ σε έναν καλό σουτέρ;
Κι αφού τους συνέβη στο 14’ο λεπτό, και το “διάβασαν”, πώς το επέτρεψαν ξανά να συμβεί στο 32’ο λεπτό; Οταν μάλιστα αυτή η επίθεση ακολουθεί ακριβώς το ίδιο μοτίβο ανάπτυξης, με τους Βόσνιους να φέρνουν την μπάλα στην δεξιά πτέρυγα της επίθεσής τους και να αλλάζουν κοντινές πάσες προκειμένου να τραβήξουν τους αντιπάλους τους και να δημιουργήσουν τον ελεύθερο χώρο για να σουτάρει ο Πρσες;

Η συμπεριφορά της ΑΕΚ κατά την φάση της άμυνας σε αυτές τις δύο επιθέσεις της Βελέζ είναι αρκετή για να εξηγήσει ότι η ομάδα του Μιλόγεβιτς δεν ήταν συγκεντρωμένη, δεν είχε καθαρό μυαλό, και γι’ αυτό δεν έπαιρνε καλές αποφάσεις. Την έλλειψη έντασης, που έκανε την ΑΕΚ παθητική κατά την φάση της άμυνας, την “έστελνε” δεύτερη στις διεκδικήσεις και την έκανε να μοιάζει αργή στις αντιδράσεις της, μπορεί κανείς να την εξηγήσει: ήταν η διαφορά ανάμεσα σε μια ομάδα που είχε τρία επίσημα παιχνίδια στα πόδια της (2 για το Conference και 1 για το πρωτάθλημα) και μια ομάδα με νέο προπονητή η οποία δεν είχε κανένα επίσημο παιχνίδι στα πόδια. Αυτό το αντικειμενικό γεγονός όμως δεν είναι αρκετό για να δικαιολογήσει την αγωνιστική νοοτροπία της ΑΕΚ. Οι ποδοσφαιριστές της στην πλειονότητά τους δεν ήταν πνευματικά και ψυχικά προετοιμασμένοι για έναν αγώνα τέτοιας κρισιμότητας. Γι’ αυτό έχασαν από έναν υποδεέστερο αντίπαλο, που είχε προετοιμαστεί καλύτερα, ψυχικά και πνευματικά, και είχε διαβάσει καλά τις αδυναμίες της ΑΕΚ.

Μια από τις πιο χτυπητές αδυναμίες της ΑΕΚ είναι μέχρι σήμερα η σχετική με την συμπεριφορά του τερματοφύλακά της όταν έχει την μπάλα στα πόδια και πιέζεται. Η Βελέζ τον πίεσε, και ο Τσιντώντας της έδωσε στο 87’ο λεπτό την ευκαιρία να πετύχει τρίτο γκολ. Αν το είχε καταφέρει, η Βελέζ θα είχε πάρει πολύ σοβαρό προβάδισμα πρόκρισης, και η ΑΕΚ θα είχε βάλει στον εαυτό της πολύ μεγάλη πίεση για την πρόκριση. Η ΑΕΚ έχει προσπαθήσει να την καλύψει αυτή την αδυναμία, και γι’ αυτό απέκτησε τον Στάνκοβιτς, έναν τερματοφύλακα που είναι καλός με την μπάλα στα πόδια· ακριβής στις μεταβιβάσεις του και γι’ αυτό γεμάτος αυτοπεποίθηση ακόμη και για να παίζει με μια επαφή την μπάλα. Ο Στάνκοβιτς όμως δεν ήταν χθες στο τερέν, επειδή έρχεται από την ταλαιπωρία στον αγκώνα του. Και ο Τσιντώντας δεν έχει καταφέρει να διδαχθεί από το πάθημά του και να σηκώνει την μπάλα ψηλά για να ψάξει μια μεταβίβαση στο βάθος του τερέν ώστε να μη διατρέχει τέτοιους κινδύνους.
Η ΑΕΚ ήταν απροετοίμαστη, όπως αναγνώρισε μετά τη λήξη του ματς ο προπονητής της. Μένει να μας δείξει αν προλαβαίνει να καλύψει αυτές τις χτυπητές αδυναμίες σε διάστημα μιας εβδομάδας και δίχως να μεσολαβεί άλλο επίσημο παιχνίδι για να την βοηθήσει σε αυτό.
Πηγή: Gazzetta

















