Επιλογή Σελίδας

Του Αλέξη Σπυρόπουλου

Στο θέμα, κατευθείαν. Ο Παναθηναϊκός έχει πείνα, ασύγκριτη στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή. Μη σου πω, και δίψα επίσης. Εύκολα το υπέθετε κανείς, πριν. Ακόμη πιο εύκολα το διακρίνει κανείς, τώρα. Το γκρουπ κουβαλάει μέσα του, συσσωρευμένα, σαν ΠΑΟΚ καλοκαίρι 2018, όλα εκείνα που πέρυσι έμειναν ανεκπλήρωτα. Θα πάμε και στο τεχνικό/τακτικό, απλώς σήμερα το ψυχοπνευματικό έρχεται πρώτο. Για να μη το υπεραναλύουμε, αυτόν τον Παναθηναϊκό με το γουρλωμένο μάτι δεν τον θέλεις αντίπαλο, τελεία.

Στο Κόσιτσε, η γλώσσα σώματος στο εισόδιο έλεγε “η μπάλα δική μας”. Αποφασιστικότητα. Προσωπικότητα. Δεν είναι αυτονόητο, ούτε δεδομένο. Στη Ντνίπρο, πήρε ένα ολόκληρο ημίχρονο να ξεψαρώσουν και ν’ αρχίσουν να παίζουν. Η Ντνίπρο να θυμίσω, την προηγούμενη σεζόν έπαιζε Ευρώπη ως τον Φεβρουάριο. Ο Παναθηναϊκός είχε φύγει, από Αύγουστο. Ο Παναθηναϊκός έκανε είσοδο φαβορί, και πριν το 0-1. Ή μάλλον, γι’ αυτό έφτασε αμέσως στο 0-1.

Το σκορ, αν δεν έχεις δει το ματς, είναι παραπλανητικό. Κολακευτικό, που λέμε συνήθως. Η παρτίδα παραμένει, πάρα πολύ μακρυά από το να έχει κριθεί. Ενα όχι ακριβώς εξωπραγματικό σενάριο, να βάλουν οι Ουκρανοί το πρώτο γκολ του ματς στην Αθήνα, τους επαναφέρει σε τροχιά. Ποτέ δεν ξέρεις. Ο πανηγυρτζηδισμός, δεν προσφέρει κάτι. Ο Ντόβμπικ την επόμενη φορά, ενδέχεται να κάνει καλύτερη εκτέλεση. Ο Ντόβμπικ είναι σέντερ-φορ δεκαπέντε εκατομμυρίων. Ολη η Ντνίπρο, κάνει κάτι λιγότερο από 42.

Μερικά πράγματα “είναι ποδόσφαιρο”. Κάποτε βγαίνουν, κάποτε όχι. Στον Παναθηναϊκό, σε αυτή την αναμέτρηση βγήκαν. Ο Μπερνάρ πιάνει το κεφάλι του επειδή πιστεύει ότι στέλνει τη μπάλα στις πινακίδες, έτσι όπως τη χτύπησε από τον άξονα. Κι όμως, είναι η στιγμή που κάνει το άνοιγμα ουσίας στον Χουάνκαρ. Ο οποίος Χουάνκαρ ένα λεπτό πριν, έχει κάνει σέντρα…καρφί στις απέναντι πινακίδες. Τούτη τη φορά, κάνει την ποδιά στον δεξιό μπακ και την τέλεια ασίστ. Ο δε Σπόραρ που δεν τα βάζει, ενώ είναι πίσω ξεπετάγεται μπροστά από τον αριστερό στόπερ…και, μαντέψτε, το βάζει!

Σε μια άλλη περίπτωση που “είναι ποδόσφαιρο” ο Τζούριτσιτς στο 68′ κάνει νεύμα “να βγω”, παρά ταύτα στην πρώτη δόση αλλαγών μένει μέσα, βάζει το γκολ στο 74′, βγαίνει στη δεύτερη δόση αλλαγών στο 78′. Μάλιστα το γκολ του Τζούριτσιτς που εν τέλει κάνει όλη τη διαφορά, έρχεται…πότε; Ούτε ενάμισι λεπτό μετά την πιο καθαρή ευκαιρία (στην κορύφωση του μομέντουμ) ισοφάρισης της Ντνίπρο. Εγινε 0-2, δεν είχε γίνει 1-1 και ο λόγος που δεν έγινε 1-1 ήταν ότι, στο σουτ-γκολ του Ουκρανού χαφ, ο Χουάνκαρ έκλεισε κοντά στον Μάγκνουσον και έβαλε ασπίδα το σώμα του, σαν τείχος, ανάμεσα στη μπάλα και στην εστία. Σπόντα, κόρνερ. Ναι οι δύο ασίστ, ναι το κερδισμένο πέναλτι, όμως αυτή ήταν η πιο πολύτιμη συνεισφορά του Ισπανού στον κουμπαρά. Αλλο 1-1 στο 72′, άλλο 0-2 στο 74′.

Όπλο του Παναθηναϊκού είναι οι πολυάριθμοι, καλοί διακινητές της μπάλας. Εξασφαλίζουν, ευχερή έλεγχο. Το κάνουν δύσκολο να παίζεις εναντίον τους, ακόμη κι όταν φαίνεται πως αυτός ο έλεγχος δεν οδηγεί αμέσως σε αντίστοιχα πολυάριθμες υποσχόμενες επιθέσεις. Εδώ δεν “είναι ποδόσφαιρο”, εδώ είναι δουλειά. Το δεύτερο γκολ είναι η αγαλλίαση του επιτελείου. Η προσευχή του κόουτς. Ο,τι βλέπει επανειλημμένως στην προπόνηση, να το δει μία φορά, αυτούσιο, στον αγώνα. Ενα γκολ, από manual. Μπρινιόλι, Μάγκνουσον, Τσόκαϊ χαμηλά, Βέρμπιτς μία επαφή στο “σπάσιμο” που ανοίγει τους κρουνούς, Χουάνκαρ ψηλά, Τζούριτσιτς απέξω. Ολα, από το Α ως το Ω, σε 15 δευτερόλεπτα. Ο (ίδιος) αριστερός στόπερ, τώρα ήταν εκεί που έπρεπε. Δεν έχασε, όπως με τον Σπόραρ στο 0-1, τον εκτελεστή. Αλλά ο Σέρβος, του την πέρασε.

Ο Τζούριτσιτς, ένας δυσεύρετος αλητάμπουρας, βλέπεις πώς παίζει και μπορείς άνετα να βρεις (…κι ας μη γνωρίζεις) την εθνικότητά του. Ο τρόπος, είναι το διαβατήριο. Ο Τόνι Βιλιένα είναι ένα box-to-box κυνηγόσκυλο, με υπερανεπτυγμένο αισθητήριο. Πού θα πάει η μπάλα, πού πρέπει αυτός να ευρίσκεται και τι πρέπει να κάνει σε σχέση με τη μπάλα. Στο Κόσιτσε, δεν είδαμε όλο το ρεπερτόριο. Είδαμε μονάχα, τα προσεχώς. Το πλήρες ρεπερτόριο, υπάρχει η ρεαλιστική προοπτική να τον αναδείξει σε (ό,τι παραπλήσιο σε) πράσινο Πινέδα. 

Εκτός προγράμματος, στο Κόσιτσε είδαμε και τον Γέντβαϊ. Παραείναι γι’ αυτόν, early days. Δεν ξανοίγεται, χαρτογραφεί την καινούργια θάλασσα, πηγαίνει στα πολύ ρηχά και στα πολύ σίγουρα. Οχι κάτι το αφύσικο. Αν παρατηρήσατε, ακόμη και σε μία επαναφορά μπάλας από τη μικρή περιοχή ο Μπρινιόλι χρειάστηκε επί τόπου να του εξηγήσει “τι κάνουμε”. Τα πάντα, θέλουν τον χρόνο τους. Στο γκολ της Ντνίπρο ο Γέντβαϊ αμύνεται με αστάθεια, όχι με κύρος. Πάει κι έρχεται πέρα δώθε, στον λάθος τόπο και στον λάθος χρόνο, δίχως οργανική σύνδεση με τους συμπαίκτες. Γι’ αυτό και κρατάει μέσα, από την αρχή της φάσης ως το τέλος, όλους τους Ουκρανούς σε κανονική θέση. Ενας επιπλέον λόγος ενόψει της ρεβάνς, ότι η παρτίδα είναι πάρα πολύ μακρυά από το να έχει κριθεί. Πόσο ταχύρρυθμη να είναι η ενσωμάτωση; 

Pregame, η λίστα των ηλικιών της ενδεκάδας άγγιζε το εξωφρενικό. Σχεδόν, ένα σοκ. Μπρινιόλι 31, Κώτσιρας 30, Σχένκεφελντ 31, Μάγκνουσον 30, Χουάνκαρ 33, Ρουμπέν Πέρεθ 34, Τόνι Βιλιένα 28, Τζούριτσιτς 31, Παλάσιος 31, Μπερνάρ 30, Σπόραρ 29. Να το πω…λίγο πιο μαλακά, σχεδιαστικά το πράγμα θέλει την προσοχή του. Η Ντνίπρο στη δική της ενδεκάδα, είχε μόνον ένα 30+. Αλλ’ ας μη πάμε στη Ντνίπρο, οι κόσμοι είναι εντελώς άλλοι. Η Ντνίπρο στους έντεκα, είχε ένα ξένο. Ο Παναθηναϊκός, ένα Ελληνα. Ας το πάμε, γενικώς. Είναι απολύτως απίθανο να βρει κανείς κάτι ίδιο, έστω κάτι παρεμφερές, οπουδήποτε στο μεγάλο τοπίο. Από Μάντσεστερ Σίτι ως Ολεμπίκ Μαρσέιγ ή όπου αλλού θέλετε. “Δεν υπάρχει” στο ποδόσφαιρο μια μέση ηλικία 31+. Δεν υπάρχει, κατά κυριολεξίαν. Εκείνο που υπάρχει, είναι ότι πράγματι τα (από πάσης πλευράς) καλύτερα χρόνια του ποδοσφαιριστή είναι 28 με 32. Η τέλεια ηλικία. Αλλά…όχι και οι έντεκα!

Αλλο ένα σημείο που ο Παναθηναϊκός καλοκαίρι 2023, παραπέμπει σε ΠΑΟΚ καλοκαίρι 2018. Μια ομάδα ειδικού σκοπού.

Πηγή: Sdna