Επιλογή Σελίδας



Του Κώστα Κεφαλογιάννη

Ο ΠΑΟΚ διεκδικούσε το πρωτάθλημα  μέχρι και δυο αγωνιστικές πριν το τέλος της κανονικής περιόδου. Σε εκείνο το χρονικό σημείο, αν κέρδιζε τον Ολυμπιακό στην Τούμπα, θα τον προσπερνούσε στην βαθμολογία.  

Επί της ουσίας όμως και όπως γρήγορα αποδείχθηκε, τούτο δεν ήταν τίποτα άλλο από μαγική  εικόνα. Η αγωνιστική  διαφορά των δυο ομάδων, από την αρχή της σεζόν μέχρι και το νέο κυριακάτικο διπλό του Ολυμπιακού στην άδεια έδρα του «Δικεφάλου» ολοένα και μεγάλωνε. Κάποια στιγμή αυτό θα φαινόταν και στην βαθμολογική τους  διαφορά. 

Για τους νέους και  δίκαιους πρωταθλητές «Ερυθρολεύκους» έχουν γραφτεί όσα τους αξίζουν. Ασχέτως της βαβούρας που κάνει η διοίκηση της ομάδας  εκτός αγωνιστικών  χώρων, το ποδοσφαιρικό τμήμα εδώ και δυο χρόνια λειτουργεί υποδειγματικά.

Η αφετηρία αυτής της εξαιρετικά επιτυχημένης ανοικοδόμησης ήταν η παταγώδης αποτυχία της σεζόν 2017-2018. Εκείνη τη χρονιά ο Ολυμπιακός έμοιαζε και ήταν μίλια πίσω από ΑΕΚ και ΠΑΟΚ.  Τους προσπέρασε αμφότερους σε χρόνο – ρεκόρ. 

Επειδή έκανε ο ίδιος τα περισσότερα πράγματα σωστά και επειδή οι άλλοι τα έκαναν λάθος. 

Και εντάξει, η ΑΕΚ έχει αφήσει λίγο πίσω το ποδοσφαιρικό πρότζεκτ επειδή τρέχει εκείνο του γηπέδου. 

Ο ΠΑΟΚ όμως έχει μόνο τον εαυτό του να κατηγορεί. Του δόθηκε μια χρυσή  ευκαιρία να ξεφύγει από τους ανταγωνιστές του και την σπατάλησε με τρόπο εξοργιστικό. 

Πέρυσι τέτοιο καιρό οι «Ασπρόμαυροι» πανηγύριζαν το νταμπλ με αήττητο πρωτάθλημα.  Ήταν η κορύφωση μιας τριετούς ανοδικής πορείας που  ξεκίνησε με τον Ίβιτς και συνεχίστηκε εντυπωσιακά με τον Λουτσέσκου. Εκείνο το χρονικό σημείο ήταν το κατάλληλο για να αντιμετωπιστούν οι παθογένειες ετών . 

Βλέπετε η σκληρή  αλήθεια είναι ότι ο νταμπλούχος ΠΑΟΚ δεν χτίστηκε χάρη στην  καλή  του οργάνωση και τον σωστό ποδοσφαιρικό προγραμματισμό. Ο νταμπλούχος ΠΑΟΚ χτίστηκε περίπου κατά τύχη. 

Με υλικά που επέλεξαν δυο τουλάχιστον  τεχνικοί διευθυντές (Άρνεσεν, Μίχελ) που έφυγαν αμφότεροι ως αποτυχημένοι, με έναν σούπερ – επιτυχημένο προπονητή  (Λουτσέσκου) ο οποίος όμως ήρθε την τελευταία στιγμή του καλοκαιριού του 2018,  απρογραμμάτιστα , προκειμένου να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα μιας άλλης ανεκδιήγητης  επιλογής (Στανόγεβιτς), με συμβόλαια  – ανέκδοτο (Χατσερίντι,  Βέρνμπλουμ), δίχως να μπει εντωμεταξύ  νέο αίμα από τις χρυσοπληρωμένες ακαδημίες, δίχως μια επιλογή σκάουτινγκ που να τη δει κάποιος να πει και να πει  «μπράβο, βρήκατε λαβράκι» (ακόμα και ο Μίσιτς οριακά δεν έφυγε το καλοκαίρι του 2019) και με μια απίστευτη, μάλλον  πρωτοφανή στα χρονικά του ΠΑΟΚ συσπείρωση, η οποία όμως προήλθε από τους γνωστούς εξωγενείς παράγοντες. 

Ακόμα και όταν σήκωνε τον  τίτλο του 2019 λοιπόν, σε εκείνη την εκπληκτική φιέστα, υπήρχαν εκείνοι που μουρμούριζαν ότι η ομάδα χρειαζόταν να στηθεί, οργανωτικά πρωτίστως, σε άλλες βάσεις.  Να φτιάξει ένα ξεκάθαρο οργανόγραμμα, να ξέρει ο καθένας τι κάνει, να μπουν  στελέχη με ποδοσφαιρική σκέψη, να βρει ο οργανισμός έναν ρυθμό που να μην  εξαρτάται αποκλειστικά από τις αποφάσεις του Ιβάν (ή του Γιώργου) Σαββίδη. 

Αν είχαν γίνει τα παραπάνω ή έστω κάποια εξ’ αυτών, θα υπήρχαν στον ΠΑΟΚ οι κατάλληλοι άνθρωποι που θα μπορούσαν να διαγνώσουν το πρόφανές: ότι ο Ολυμπιακός στο φινάλε  της χρονιάς 2018-19 είχε πλησιάσει πολύ τον «Δικέφαλο» και θα τον προσπερνούσε, αν δεν γινόταν οι σωστές κινήσεις. Δηλαδή η ενίσχυση του κορεσμένου και γερασμένου κορμού με λίγες αλλά ποιοτικές προσθήκες, η οργανική ένταξη νέων παιδιών από τις ακαδημίες, με εξασφάλιση της αγωνιστικής συνέχειας των χαρακτηριστικών που έφεραν τον ΠΑΟΚ στην κορυφή. 

Ουδείς το διέγνωσε όμως. Εκτός ίσως του Ραζβάν Λουτσέσκου. Κι έτσι δεν συνέβη τίποτα από όλα αυτά. Κάπως έτσι, ο ΠΑΟΚ αντιμετώπισε τον  γκαζωμένο και πεινασμένο Ολυμπιακό, ουσιαστικά με την περυσινή ομάδα, ένα χρόνο γερασμένη, με σοβαρούς τραυματισμούς κομβικών παικτών  στην πλάτη της (Βιεϊρίνια, Μαουρίτσιο),  με παρατεταμένα ντεφορμαρίσματα (Μπίσεσβαρ, Βαρέλα),   με άλλο, μπερδεμένο προπονητή και με ένα αλλοπρόσαλλο πλάνο,  στο οποίο καθώς φαίνεται δεν πιστεύει κανείς. Κυρίως, χωρίς  μάτι που γυαλίζει. 

Όσα έγιναν  στο χορτάρι  είναι απολύτως φυσιολογικά. Και αναμενόμενα. Ο ΠΑΟΚ κατά τη διάρκεια της σεζόν χειροτέρευε, δεν βελτιωνόταν. Στα δυο – ματς τίτλου με τον Ολυμπιακό ήταν αποκαρδιωτικός – σχεδόν ανήμπορος να αντιδράσει στοιχειωδώς. Ο Ολυμπιακός τον νίκησε κάνοντας απλώς τα βασικά. 

Ο ΠΑΟΚ τούτη τη στιγμή  είναι πολύ πίσω από τους Ερυθρολεύκους. Όχι στην βαθμολογία μόνο, αλλά αγωνιστικά.  Ο Ολυμπιακός, με  την εξαιρετική του ευρωπαϊκή παρουσία, έχει λεφτά να ξοδέψει για να δυναμώσει κι άλλο. Ο ΠΑΟΚ, με τον βραχνά του financial fair play και τις αποτυχίες του στην Ευρώπη δεν έχει. 

Ο μόνος τρόπος να αντιστρέψει την κατάσταση είναι να κάνει  φέτος εκείνα που δεν έκανε πέρυσι. Να στήσει προσεκτικά και  έξυπνα το πρότζεκτ της επόμενης πενταετίας. Θα χρειαστεί υπομονή  και σωστές επιλογές σε όλα τα επίπεδα. Ειδάλλως, αν κινηθεί και πάλι περίπου τυχαία, φοβάμαι ότι  θα βλέπει την πλάτη του Ολυμπιακού για καιρό. 

Υ.Γ. Ο Αμπέλ έχει ελαφρυντικά. Αλλά όσο καιρό παρακολουθώ τον ΠΑΟΚ, δεν  θυμάμαι άλλον προπονητή που να έμεινε μια ολόκληρη σεζόν και στα χέρια του η ομάδα όχι απλώς να μην βελτιώνεται μα να χειροτερεύει ραγδαία όσο περνούσαν οι μήνες. Ο Πορτογάλος πέραν από ένα ματς με την ΑΕΚ στο ΟΑΚΑ, για το πρωτάθλημα και  ίσως την ρεβάνς με τον ΠΑΟ στο κύπελλο, άντε και το πρώτο ημίχρονο στο «Καραϊσκάκης», δεν έχει δώσει στο κοινό του ΠΑΟΚ ένα γεμάτο ματς, να το ευχαριστηθεί η ψυχή τους (η νίκη του κυπέλλου με τον Ολυμπιακό ήταν ένα αποτέλεσμα που ήρθε in extremis και κατά τη γνώμη μου με μηδενική, προπονητική συμβολή, περισσότερο μίλησε το ένστικτο αυτοσυντήρησης των παικτών).  

Η επιλογή να στηριχθεί ένας προπονητής, ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων, ώστε να έχει τον χρόνο να περάσει στην ομάδα τα δικά του θέλω,  είναι στη βάση της σωστή. Η επιλογή να στηριχθεί αυτός ο προπονητής, δεν  ξέρω.

Πηγή: Sport DNA