Επιλογή Σελίδας

Του Ιάσονα Θεριού

«Deadwood» το λένε στην Αγγλία. Κούτσουρο, ένα κομμάτι ξύλο που πλέον είναι άχρηστο, γιατί δεν μπορεί να πάρει φωτιά. Δεν μπορεί να σηκώσει την σπίθα, να την αγκαλιάσει, να την προστατεύσει. Και ήταν αλήθεια, η σπίθα είχε χαθεί.

Η αυτοκαταστροφή του Αλεξάντρ Λακαζέτ

Ο Αλεξάντρ Λακαζέτ είχε καταλήξει να είναι ακριβώς αυτό για την Άρσεναλ, ώστε πολλοί τον αποκαλούσαν «deadwood». Κάποιος που δεν γινόταν να παραμείνει στην ομάδα, κάποιος που δεν μπορούσε να συμβαδίσει με τις απαιτήσεις της.

Για κάποιους ήταν ένα λάθος, ένα πολύ ακριβό λάθος. Για άλλους απλώς τίμιος πια -τρομερή η υποτιμητική ευγένεια αυτού του χαρακτηρισμού. Για άλλους κάποιος που έχει τρυπήσει το ταβάνι των δυνατοτήτων του και μόνο χειρότερος μπορεί να γίνει. Βαρίδι πλέον, αργός, χασογκόλης. Ό,τι θέλετε, από όλα άκουσε. Από παντού λάμβανε το μήνυμα πως δεν γινόταν άλλο. Έπρεπε να είναι καλύτερος, να βελτιωθεί.

Μέχρι να βρει το δικό του νόημα στα λόγια του Τσακ Πάλιανουκ, του “πατέρα” του περίφημου «Fight Club», πριν ο Ντέιβιντ Φίντσερ το μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη. «Ίσως η απάντηση δεν είναι η αυτοβελτίωση αλλά η αυτοκαταστροφή».

Μη φανταστείτε κάποιον να πατά την σκανδάλη σε ένα όπλο χωμένο στο στόμα του, ούτε να ετοιμάζεται να πηδήξει στο κενό υπό τον ήχο της εισαγωγής του «Where Is My Mind?» των Pixies.

Μπορεί κανείς να “αυτοκαταστραφεί” διαφορετικά. Γυρνώντας την πλάτη του σε όλες τις εξωτερικές επιβολές, κλείνοντας τα αφτιά του σε όσους επίμονα του φωνάζουν πως δεν είναι αρκετός. Αυτοκαταστρέφεσαι, όταν καταστρέφεις τον εαυτό που δημιούργησες μέσα από τις προσδοκίες, τις απαιτήσεις των άλλων, τον εαυτό που στην πραγματικότητα δεν επέλεξες ποτέ. Μόνο και μόνο για να φτάσεις στον πυρήνα του πραγματικού σου εαυτού.

Ξεφλουδίζεις όλη σου την ύπαρξη, αφαιρείς όλα τα στρώματα επιβεβλημένου δέρματος και στο τέλος αντικρίζεις αυτό που είσαι.

Ο Λακαζέτ αναγκάστηκε να κάνει το ίδιο, αυτοκαταστράφηκε κι επέστρεψε στον πυρήνα του. Ύψωσε το βλέμμα του και αντίκρισε την αλήθεια του, τον πραγματικό του εαυτό. Ένα παιδί που γεννήθηκε στη Λιόν, αγάπησε το ποδόσφαιρο και την ομάδα της πόλης του. Στα αλήθεια δεν υπήρξε ποτέ τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο.

Ο Αλεξάντρ Λακαζέτ με τη φανέλα της Λιόν / Photo by: ΙΝΤΙΜΕ.

Και δεν θέλησε ποτέ τίποτα παραπάνω από το να τιμά τη φανέλα που αγαπά. Ήταν τυχερός, βρήκε τον εαυτό του από νωρίς χωμένη σε αυτή, τυλιγμένο στην αγαπημένη του τριχρωμία. Τυχερός ή ικανός. Ίσως και να βρέθηκε με τύχη ανάμεσα στα δεκάδες πιτσιρίκια που έκαναν τα πρώτα τους βήματα στο προπονητικό της Ολιμπίκ. Μα δεν θα μπορούσε να ξεχωρίσει από τύχη. Το έκανε, αρχικά γιατί το είχε μέσα του και στη συνέχεια επειδή οι προπονητές θυμούνται τα μάτια του να γουρλώνουν και να λαμπυρίζουν σε κάθε τους συμβουλή.

Και κάπως έτσι, γρήγορα έφτασε να μην ξεχωρίζει απλώς στη Λιόν αλλά και σε ολόκληρη τη χώρα. Το όνομά του το έμαθε τον Ιούλιο του 2010. Οι Άντρες είχαν απογοητεύσει, δεν βγήκαν καν από τον όμιλο στο Μουντιάλ της Νότιας Αφρικής και τα πιτσιρίκια της Εθνικής Γαλλίας εύκολα έκλεψαν τη λάμψη τους, αναπτέρωσαν το εθνικό ηθικό, με την κατάκτηση του Euro Κ19.

Το δικό του κεφάλι έκρινε τον Τελικό με την Ισπανία, το δικό του γκολ στο 85ο λεπτό, και αφού είχε περάσει ως αλλαγή στο παιχνίδι, ανέβασε τη χώρα του στην κορυφή.

Και τον έβαλε σχεδόν αυτόματα στη γρήγορη λωρίδα. Η διαδρομή πάνω-κάτω γνωστή. Φέρελπις νέος που εντάσσεται από νωρίς στην πρώτη ομάδα, υποχρεωμένος να κολυμπήσει. Πολλοί αυτοί που βγήκαν στα ανοιχτά, λίγοι αυτοί που επέπλευσαν. Ακόμα πιο λίγες οι κουβέντες του 19χρονου Αλεξάντρ, ο οποίος ξαφνικά βρέθηκε ανάμεσα στους ήρωές του.

Ποτέ του δεν το σκέφτηκε, το να αγαπά τη Λιόν ήταν κάτι αυθόρμητο, κάτι φυσικό, κάτι πηγαίο. Ήταν η ομάδα της πόλης του, η ομάδα της καρδιάς του. Για αυτό και για εκείνον όλο αυτό ήταν ακόμα μεγαλύτερη υπόθεση. Οι μεγάλοι θυμούνται ένα συνεσταλμένο παιδί, ντροπαλό. Καθόταν στη γωνία του και δεν ενοχλούσε κανέναν, μετά βίας συμμετείχε στο τζέρτζελο και τη φασαρία των αποδυτηρίων. Σαν να του αρκούσε απλώς να παρατηρεί. Μόνο και μόνο για να βρίσκεται εκεί.

Με την ίδια διακριτικότητα, την ίδια λεπτότητα αποδέχθηκε πως, για να χωρέσει, για να πάρει τις πρώτες του ευκαιρίες, θα πρέπει κάπως να αλλάξει. Είπε και «ευχαριστώ» και κατευθύνθηκε γρήγορα προς τα φτερά της επίθεσης. Ακόμα κι αυτό φρόντισε να το αντιμετωπίσει ως πρόκληση. Και την έφερε εις πέρας, λουστράροντας εντυπωσιακά το παιχνίδι του συνολικά, χτίζοντας μια πιο ολοκληρωμένη έκδοση του εαυτού του.

Φεβρουάριος 2012: Ο Αλεξάντρ Λακαζέτ με τη φανέλα της Λιόν κόντρα στον Σάββα Πουρσαϊτίδη του ΑΠΟΕΛ σε αναμέτρηση για το Champions League / Photo by: ΙΝΤΙΜΕ.

Πάνω-κάτω η πλευρά, απόλυτη αφοσίωση στα ανασταλτικά του καθήκοντα, στο καλό της ομάδας. Με αξιοθαύμαστη ωριμότητα και σοβαρότητα. Και λάμψη, κάθε φορά που ακουμπούσε την μπάλα. Άπαντες γύρω του καταλάβαιναν πως δεν πρόκειται για κάποιον τυχαίο, για κάποιον που θα κορνιζάρει τις πρώτες του συμμετοχές με τη Λιόν, να τις έχει να τις θυμάται. Αλλά για κάποιον που ήταν αποφασισμένος να γράψει πολλές ακόμα. Και να υπογράψει επιτυχίες.

Το έκανε και το 2012, πιτσιρικάς ακόμη, κυνηγώντας μια σκοτωμένη μπάλα, ντριμπλάροντας τον αντίπαλο τερματοφύλακα, για να σερβίρει έτοιμο γκολ σχεδόν στον Λόπεθ. Ο σκόρερ οριακά δεν πανηγυρίζει καν, απλώς υψώνει το δάκτυλο και τον δείχνει, του πιστώνει όλη την αναγνώριση που του έπρεπε. 1-0 η Λιόν, Κυπελλούχος Γαλλίας. Το τελευταίο της τρόπαιο μέχρι και σήμερα. Να ‘ναι καλά το πείσμα του μικρού.

Ενός μικρού που δεν θα παρέμενε για καιρό τέτοιος. Γινόταν ολοένα και πιο σημαντικός, σύνθημα στα χείλη των οπαδών, ήρωας των παιδικών του φαντασιώσεων. Έκανε χατ τρικ σε ντέρμπι με τη Σεντ Ετιέν, έφτασε έναν αιώνα γκολ πιο γρήγορα από τον καθένα, πέτυχε το πρώτο στο νέο “σπίτι” της Ολιμπίκ, έγινε αρχηγός της. «General»«Στρατηγό» δηλαδή, άρχισαν να τον φωνάζουν οι συμπαίκτες του και οι πιστοί του.

Ήταν Μάρτιος του 2017. Η Λιόν αντιμετωπίζει τη Ρόμα στο Ολίμπικο για το Europa League και η μπάλα πέφτει στα πόδια του έξω από την περιοχή. Δίχως καν να το σκεφτεί, λειτουργώντας με το φονικό του ένστικτο, την κλοτσά οργισμένα σχεδόν για να την στείλει συστημένη στις “αράχνες”. Όταν το δεξί του επιστρέφει στη θέση του, ο Λακαζέτ παραμένει ακίνητος, καρφωμένος στο έδαφος, ανέκφραστος, με ελαφρώς ανοιχτά τα χέρια. Ακόμα κι όταν οι συμπαίκτες του ορμούν πάνω του και του ουρλιάζουν, εκείνος δεν κουνιέται ούτε εκατοστό, δεν χαμογελάει. Απλώς κοιτά την κερκίδα, σαν να απαιτεί την αποθέωση.

Το φοβερό γκολ και οι εικόνες του μη πανηγυρισμού του κάνουν τον γύρο του διαδικτύου, γίνονται μαγιά αμέτρητων memes για τον τύπο που κάνει πλάκα στη Γαλλία. Σε ένα από αυτά απεικονίζεται ως στρατηγός, με το παγωμένο και αποφασισμένο βλέμμα του.

Ο «Στρατηγός» Αλεξάντρ Λακαζέτ.

Το ντροπαλό και συνεσταλμένο παιδί δεν είναι πια ούτε ντροπαλό, ούτε συνεσταλμένο, ούτε καν παιδί. Αντίθετα, είναι ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές στη χώρα του. Και το έχει αποδείξει πολλάκις, το ξέρει. Τόσο καλά που δεν έχει καν ανάγκη να πανηγυρίσει. Μόνο να απολαύσει την αναγνώριση.

Είχε έρθει καθολικά αυτή και μαζί της είχε φέρει και όλο το σούσουρο που συνοδεύει κάθε παίκτη που δείχνει να μη χωράει πια στην ταπεινή του ομάδα. Ξέρετε, πλέον απλώς “έπρεπε”» να φύγει, να κάνει το άλμα του στην ελίτ. Σχεδόν επιβεβλημένα. Δεν ήταν ότι δεν το ήθελε και ο ίδιος, προφανώς το ήθελε. Αλλά ίσως βαθιά μέσα του να ακολουθούσε κατά κάποιον τρόπο τις απαιτήσεις των άλλων. Των άλλων που για κάποιον λόγο περίμεναν να τον δουν σε κάποια άλλη “μεγαλύτερη” ομάδα για να παραδεχθούν απόλυτα την κλάση του. Σαν να τον βάζουν στην αρένα, έτοιμοι να τον δουν να κατασπαράζεται ή να κατασπαράζει.

Έφυγε όντας ήδη θρύλος. «Άφησε το σημάδι του σε αυτόν τον σύλλογο, νομίζω πως εδώ είναι πραγματικά κάποιος», θα πει αποχαιρετώντας τον ο καλός του φίλος, Κορεντίν Τολισό. Σαν να προέβλεπε πως αυτό ακριβώς θα του έλειπε στη συνέχεια. Το να είναι κάποιος.

Βέβαια, στην Άρσεναλ ως τέτοιος πήγε, ως main guy, ως η ακριβότερη μεταγραφή της ιστορίας της, με 60 εκατ. ευρώ. Αν και ποτέ δεν έλαβε στην πραγματικότητα την εμπιστοσύνη που του έπρεπε.

Μόλις έξι μήνες αφού πάτησε το πόδι του στο Βόρειο Λονδίνο, είδε τον Πιερ Εμερίκ Ομπαμεγιάνγκ να προσγειώνεται στο Emirates, να μπαίνει μπροστά του. Δεν υπήρχε επιλογή, σχεδόν αμέσως έπρεπε είτε να αναλάβει δευτερεύοντα ρόλο πίσω από τον Γκαμπονέζο, είτε να τον συμπληρώσει, ώστε να τον αναδεικνύει. Ήταν πολύ καλοί φίλοι, αλλά ως ντούο στο χορτάρι δεν λειτούργησαν ποτέ πραγματικά καλά.

Βενγκέρ, Έμερι, Αρτέτα. Όλοι τους κάπως τον εμπιστεύτηκαν τον Λακαζέτ, κανείς όμως δεν φρόντισε να φτιάξει κάτι γύρω του, αντιθέτως ο Αλεξάντρ ήταν αυτός που όλο και θυσίαζε τον εαυτό του για τους γύρω του. Σταδιακά άρχισε να απομακρύνεται από την περιοχή και άρα αναπόφευκτα να μένει μακριά από τα γκολ, να παρασύρεται στην σκοτεινή μεταβατική περίοδο των «Gunners», οι οποίοι αντιμετωπίζονταν σαν ανέκδοτο σε όλη την Αγγλία.

Φεβρουάριος 2020: Ο Αλεξάντρ Λακαζέτ με τη φανέλα της Άρσεναλ / Photo by: Eurokinissi.

Στην πραγματικότητα, δεν ήταν τόσο άσχημα τα πράγματα. Σκόραρε, κατέκτησε το FA Cup το 2020, μια χρονιά νωρίτερα ψηφίστηκε από τους οπαδούς ως Player of the Season, φόρεσε το περιβραχιόνιο της ομάδας, ήταν πολύ σημαντικός στα πρώτα βήματα του συνόλου που θα έπλαθε ο Αρτέτα για να οδηγήσει την Άρσεναλ ξανά στην κορυφή. Ήταν εκεί, μια φιγούρα εμπειρίας και ωριμότητας ανάμεσα στα νιάτα. Και; Αυτή είναι η ψύχραιμη ματιά. Και ψυχραιμία δεν υπήρχε.

Η αίσθηση ήταν πως ο Λακαζέτ δεν είναι αρκετός. Όχι αρκετός για τα 60 εκατ. που δαπανήθηκαν, όχι αρκετός για να έχει ρόλο, έστω και δευτερεύοντα, στην Άρσεναλ της νέας εποχής, όχι αρκετός για να λατρευτεί.

Και όλα αυτά θα ήταν αρκετά για να καταστρέψουν κάποιον πνευματικά. Μόνο που εκείνος δεν είχε πρόβλημα να καταστρέψει τον ίδιο του τον εαυτό. Τον εαυτό που πείστηκε πως ό,τι είχε δεν ήταν αρκετό, πως έπρεπε να κυνηγήσει κι άλλα κι άλλα κι άλλα. Πως «έπρεπε να αποδείξει την αξία του», να «δοκιμαστεί στο κορυφαίο επίπεδο», να «δει τι μπορεί να κάνει στο καλύτερο Πρωτάθλημα του κόσμου», να, να, να…

Επιβολές που μας ορίζουν σχεδόν ασυνείδητα, «πρέπει» που ακολουθούμε με κλειστά τα μάτια και βουλωμένη την καρδιά, γυρνάμε την πλάτη στα συναισθήματα, συνεχίζουμε αχόρταγα να επιθυμούμε περισσότερα από όσα κάποτε μπορούσαμε να ονειρευτούμε. Κι εκείνος δεν ονειρεύτηκε ποτέ του τίποτα περισσότερο από το να παίξει για την ομάδα του.

Δεν υπήρχε λοιπόν άλλη επιλογή στο κεφάλι του, άλλος προορισμός από το σπίτι του. Έφυγε άδοξα από το Λονδίνο, επέστρεψε με δόξα στη Λιόν. Ξέροντας πως τα πρώτα προβλήματα της ιδιοκτησίας Τέξτορ είχαν κάνει την εμφάνισή τους, ξέροντας πως θα υπάρχει πίεση, πολύ περισσότερες απαιτήσεις. Μόνο που αυτές οι απαιτήσεις ήταν και δικές του, ήταν οι απαιτήσεις ενός οπαδού που απλώς τύχαινε να βρίσκεται στο χορτάρι.

Δεν του στρώθηκε τίποτα, για την ακρίβεια χρειάστηκε να περάσει μερικές από τις πιο σκοτεινές του ημέρες γυρνώντας σπίτι του. Ήταν αυτός που δυσκολεύτηκε πολύ να βρει τα πατήματά του αρχικά, αυτός που φορούσε το περιβραχιόνιο, όταν η Λιόν το 2023 πραγματοποιούσε το χειρότερο ξεκίνημα της ιστορίας της και κοιτούσε κατάματα τον υποβιβασμό. Πόσο ανάθεμα ανέκοψε σαν κυματοθραύστης…

Σεπτέμβριος 2024: Ο Αλεξάντρ Λακαζέτ με το περιβραχιόνιο του αρχηγού της Λιόν κόντρα στον Νταβίντ Κάρμο του Ολυμπιακού σε αναμέτρηση για το Europa League / Photo by: ΙΝΤΙΜΕ.

Αλλά ήταν κι αυτός που έδωσε το σύνθημα: «Δεν πρόκειται να πέσουμε». Ακόμα κι όταν η ομάδα Δεκέμβρη μήνα βρισκόταν για τα καλά στη ζώνη του υποβιβασμού. Και αυτός που στο τέλος υπέγραψε την πιο τρελή ανατροπή δεδομένων. Τελευταία αγωνιστική, τελευταίο λεπτό, τελευταίο χτύπημα της μπάλας. Ο Λακαζέτ σκοράρει από την άσπρη βούλα κόντρα στο Στρασβούργο, η Λιόν είναι ξανά στην Ευρώπη. Τα έχει γυρίσει όλα τούμπα και δεν υπάρχει αμφιβολία για το ποιος είναι ο ηγέτης της. Σιωπηλά. Όχι σαν Στρατηγός που διατάζει αλλά σαν αρχηγός που εμπνέει.

«Όταν είναι στο γήπεδο, τα πάντα είναι διαφορετικά», ομολογεί ο Τολισό. Όντως όλα ήταν διαφορετικά για τον Λακαζέτ. Και τόσο ίδια στην ουσία τους. Ξανά μπροστά στους οπαδούς του, ξανά στα γκολ, ξανά στις κομβικές στιγμές, ξανά στα ρεκόρ. Σε μια πολύ πιο δύσκολη εποχή για την ομάδα, αυτός έδειχνε ακόμα πιο σημαντικός, ακόμα καλύτερος, έχοντας αφήσει πίσω του όλη την αμφισβήτηση.

Υπήρχαν πολλά πράγματα που τον πλήγωσαν, η δύσκολη περίοδος στη ζώνη του υποβιβασμού, ο χαμένος Τελικός Κυπέλλου το 2024, ο σκληρός αποκλεισμός σε εκείνο το τρελό 5-4 στο Old Trafford για το Europa League. Τίποτα περισσότερο από τα οικονομικά προβλήματα που τον οδήγησαν αναγκαστικά στην έξοδο, προκειμένου η ομάδα του να μη φαλιρίσει.

Μα υπήρχαν και τόσες ανεξίτηλες αναμνήσεις. Εκείνο το γκολ Ευρώπης την τελευταία στιγμή, η πορεία μέχρι τον Τελικό του Κυπέλλου, το 200ο και το 201ο γκολ με την αγαπημένη του φανέλα σε 391 συμμετοχές. Τα βρήκε στην τελευταία του ευκαιρία να φτάσει και σε αυτό το ορόσημο, στο νέο του «αντίο» το 2025. Εκεί όπου έζησε την πιο μοναδική του στιγμή. Με ένα γήπεδο να φωνάζει το όνομά του και τη φιγούρα του να κρέμεται από το πέταλο. «Αιώνιος σεβασμός», έγραψαν οι συνοπαδοί του.

Εκεί μέσα ήταν κάτι παραπάνω από αρκετός, εκεί λατρευόταν, εκεί πραγματικά ήταν κάποιος, όπως θα έλεγε ο Τολισό. Κι όμως στην πραγματικότητα ήταν απλώς ο αληθινός του εαυτός. Απαλλαγμένος από το βάρος των εξωτερικών απαιτήσεων, έχοντας αυτοκαταστραφεί με τον τρόπο που περιέγραψε ο Τσακ Πάλανιουκ. Καταστρέφοντας τον εαυτό που ποτέ δεν επέλεξε. Μόνο και μόνο για να επιστρέψει στον πυρήνα του.

Για μια τελευταία φορά, ο Αλεξάντρ Λακαζέτ ύψωσε το βλέμμα του και αντίκρισε την αλήθεια του. Είδε ένα παιδί που αγαπά το ποδόσφαιρο και τη Λιόν. Απλώς το ίδιο παιδί τώρα είχε γίνει και κορεό!

Πηγή: Athletestories