Επιλογή Σελίδας

Αν σκάουτ ομάδων μπήκαν στον κόπο του Βελγίου για να τσεκάρουν τι έχει ο Ολυμπιακός στη βιτρίνα, τότε έκαναν τον πιο τζάμπα κόπο της χρονιάς. Με την εικόνα την Πέμπτη και μόνον, ο Ολυμπιακός το ερχόμενο καλοκαίρι δεν θα πωλούσε έξω…ούτε τον φυσικοθεραπευτή του. Ενα κλασικό τελευταίο ματς ομίλου, το οποίο (ευθύς εξαρχής ένιωθες πως) δεν ήταν και “τελευταίο ματς ζωής” από εκείνα που φτιάχνουν το μυαλό του ποδοσφαιριστή να τρέξει το εξτρά μίλι. Απλώς για την Αντβερπ ήταν τελευταίο ευρωπαϊκό ματς γενικώς, οπότε τους βγήκε το κέφι για ένα παρτάκι με φίλους στο σπίτι προτού επιστρέψουν στην Ευρώπη του χρόνου. Και αυτό ήταν που, εν τέλει, έκανε όλη τη διαφορά. Η διαφορά, ένα ευτύχημα για τον Ολυμπιακό, δεν αποτυπώθηκε στο ταμπλό. Το ματς ήταν, άνετο τρία-μηδέν.

Η ειρωνεία της βραδυάς είναι ότι ο Ολυμπιακός έκανε μία, και μοναδική, υποσχόμενη επίθεση σε ολόκληρο το παιγνίδι…και δέχθηκε το γκολ. Ο Λαλά ανέβηκε ωραία όλη τη δεξιά πλευρά με τη μπάλα, ο Μαντί Καμαρά (που έπαιζε “δέκα”) έκανε τη σωστή κίνηση και πάτησε στην περιοχή, ο Ρόνι Λόπες (που είχε έρθει “μέσα”) τον βρήκε, εκεί ο Μαντί πήρε το καλό ρίσκο στην πάσα με το τακουνάκι, εάν περνούσε ήταν πιο πολύ από μισό γκολ, όμως η πάσα κόπηκε, στη μετάβαση της Αντβερπ ο Λαλά είχε ξεμείνει ψηλά, οι Βέλγοι σημάδεψαν το κενό, το κάλυψε ο Μ’Βιλά, ο Μπένσον “δεν είδε” τον Μ’Βιλά όταν έκανε την ασίστ, ο Μπαλικουίσα “δεν είδε” τον Παπασταθόπουλο όταν εκτέλεσε, κι αν ο Βάτσλικ είχε μία πιθανότητα να το βγάλει…τον πρόλαβε ο Σισέ, αυτογκόλ, ένα-μηδέν.

Αυτό το (λεγόμενο) “άμεσο παιγνίδι” του Ολυμπιακού με τις μεγάλες μπαλιές από πίσω, παραήταν εύκολο για την Αντβερπ. Εντελώς σποραδικά, δηλαδή όχι περισσότερες από μία-δύο φορές, επιχείρησαν να παίξουν σαν ενδιάμεσο σκαλοπάτι ανάμεσα στους πίσω και στους μπροστά, στο α’ ημίχρονο ο Μαντί και στο β’ ο Ελ Αραμπί. Κάπως, να κυκλοφορήσει η μπάλα στο χορτάρι. Ματαιοπόνησαν. Η μεγάλη απόσταση των 3+1 με τους 6 στη φάση επίθεσης, έμεινε αγεφύρωτη. Ο Ολυμπιακός ξεκινά το 90% των επιθέσεων, φέρνοντας χαμηλά τον Μ’Βιλά να ευθυγραμμιστεί με τους δύο στόπερ (το “3”), αφήνει “καλαμιά στον κάμπο” στο κέντρο του τερέν τον Μπουχαλάκη (το “1”), και ξαμολάει ψηλά όλους τους υπόλοιπους (το “6”), δύο μπακ, δύο εξτρέμ, δεκάρι, εννιάρι.

Το μηδέν-ένα νωρίς, θα μπορούσε να έχει συμβεί και με τον Βόλο τις προάλλες στον Πειραιά. Ο Βάτσλικ έπιασε το πέναλτι του Φαν Βέιρτ. Συνέβη αμέσως μετά, στο Ηράκλειο. Ηταν ένα ερώτημα εφέτος, πώς θα ανταπεξερχόταν ο Ολυμπιακός στη συνθήκη να κυνηγά αντίπαλο και σκορ. Στη Σούπερ Λιγκ, δεν του είχε βάλει τέτοιο τεστ κανείς πριν. Πρωτοέγινε, με τον ΟΦΗ. Και δικαιολογημένα έγινε, ο ΟΦΗ είχε μπει καλύτερα στο πρώτο εικοσάλεπτο. Η απάντηση στο ερώτημα ήταν ότι ο Ολυμπιακός ανταπεξήλθε, πρωτίστως με τα τρεξίματά του. Κανείς στον εγχώριο ανταγωνισμό δεν βάζει, με τα τρεξίματά του, στον αντίπαλο τόση πίεση σε τόσα παρατεταμένα διαστήματα, όσο ο Ολυμπιακός. Ο ΟΦΗ εκεί έχασε, στο καύσιμο του β’ μέρους. Εκεί ξέμεινε από κουράγια, να προσπαθήσει για επιστροφή μετά την ανατροπή του Ολυμπιακού. Κι ένα παραπάνω, ότι μεσοβδόμαδα στου Χαριλάου ο ΟΦΗ είχε αφιερώσει όλη την ενέργειά του στην υπόθεση-κύπελλο. Πράγμα εξαιρετικό, για τη mentality του γκρουπ. Μιας και το φέρνει η κουβέντα δε, σε σχέση με πέρυσι ο ΟΦΗ είναι by far η πιο ανεβασμένη ομάδα στη Σούπερ Λιγκ. Πέρυσι να θυμίσω, ήταν 13ος στη regular season και 12ος στο φινάλε της post-season.

Στο Βέλγιο, η διαφορά με το Ηράκλειο είναι ότι η πίεση του Ολυμπιακού έπασχε δραματικά. Η Αντβερπ, τακτοποιημένη στον ρόμβο της, με απλό passing έφτανε περπατώντας ως τον Βάτσλικ. Ο Ολυμπιακός δεν έκανε τον κόπο να πιέσει, και γι’ αυτό μετά μπήκε στον χειρότερο κόπο να πηγαινοέρχεται και ν’ ανεβοκατεβαίνει το γήπεδο συνεχώς. Στη συνέντευξη ο Πέντρο Μαρτίνς απαίτησε από τους χαφ, ν’ αναβαθμίσουν το επίπεδο του παιγνιδιού τους. 
Μόνο που το “άμεσο παιγνίδι” του Ολυμπιακού δεν περνά από τους χαφ. Ο Ολυμπιακός, πιο πολύ γεμίζει τη μπάλα παρά πασάρει τη μπάλα. Στην ανατροπή στο Ηράκλειο κανείς δεν ερμήνευσε/εξέφρασε καλύτερα τον τρόπο του Ολυμπιακού, από τους δύο χαφ. Μ’Βιλά και Μπουχαλάκης.

Συμπέρασμα. Οσο η νέα μέθοδος φέρνει αποτέλεσμα, και αποδεκτή γίνεται και εμφυσά στο γκρουπ την ασφάλεια να ακολουθούν με τυφλή πίστη το πλάνο. Για να φέρνει αποτέλεσμα ωστόσο, το αδιαπραγμάτευτο προαπαιτούμενο είναι οι υψηλές εντάσεις, τα τρελά τρεξίματα, οι ανακτήσεις, οι δεύτερες μπάλες, φυσικά οι (επιθετικές) στατικές φάσεις, όλο αυτό το ρεπερτόριο που συνηθίζουμε να το περικλείουμε στη μία λέξη, τη λέξη “ενέργεια”. Δεν είναι που δεν είναι όμορφο να το βλέπει κανείς, το παιγνίδι του Ολυμπιακού. Δίχως ενέργεια, γίνεται παντελώς αδειανό. Κενό περιεχομένου. Εως ανυπόφορο, όσο ανυποφόρο ήταν την Πέμπτη στο Βέλγιο. Και τούτο δεν είναι ψόγος για τον προπονητή, ίσα-ίσα. Ο προπονητής προσαρμόζεται. Εκάστοτε, παίζει με ό,τι έχει ή δεν έχει σε χαρακτηριστικά. 

Φανταστείτε ένα αγώνα αυτής της ομάδας που είναι πιθανό ότι θα πάρει το πρωτάθλημα, με την ομάδα του Ολυμπιακού (την πρώτη σεζόν του Πέντρο Μαρτίνς) το 2018-19 που δεν πήρε τίποτα. Με Ελαμπντελαουί, Γκιλιέρμε, Τσιμίκα, Ντανιέλ Ποντένσε, Ζοζέ Σα, Φορτούνη προτού τραυματιστεί, ακόμη και Χριστοδουλόπουλο. Πόσο, λέτε; Εγώ λέω, ίσαμε πέντε-μηδέν οι 2018-19…      

Πηγή: sdna.gr