Επιλογή Σελίδας

Του Πολύδωρου Παπαδόπουλου

Η απόφαση της FIFA να αναστείλει την αυτόματη τιμωρία του Μπαλογκάν, επιτρέποντας στον επιθετικό των Ηνωμένων Πολιτειών να αγωνιστεί κανονικά στον αγώνα με το Βέλγιο για τη φάση των «16» του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2026, προκάλεσε κύμα αντιδράσεων σε ολόκληρο τον ποδοσφαιρικό κόσμο. Η υπόθεση απέκτησε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις μετά τις πληροφορίες περί παρέμβασης του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, με αποτέλεσμα να ανοίξει εκ νέου η συζήτηση γύρω από τα όρια της πολιτικής επιρροής στις αποφάσεις των διεθνών ποδοσφαιρικών αρχών.

Όσο πρωτοφανής κι αν μοιάζει η συγκεκριμένη εξέλιξη, η ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου έχει καταγράψει μία εξίσου χαρακτηριστική περίπτωση. Για να βρει κανείς ανάλογο προηγούμενο, πρέπει να επιστρέψει στο Μουντιάλ του 1962 στη Χιλή και στον άνθρωπο που θεωρείται από πολλούς ο κορυφαίος δεξιός εξτρέμ όλων των εποχών: τον Γκαρίντσα.

Ο Βραζιλιάνος σούπερ σταρ ήταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής της «Σελεσάο» στη διοργάνωση, ιδιαίτερα μετά τον τραυματισμό του Πελέ στους ομίλους. Στον ημιτελικό απέναντι στη διοργανώτρια Χιλή πραγματοποίησε μία από τις κορυφαίες εμφανίσεις της καριέρας του, σημειώνοντας δύο γκολ και μοιράζοντας μία ασίστ στη νίκη με 4-2. Ωστόσο, λίγο πριν από τη λήξη του αγώνα, έχοντας δεχθεί αμέτρητα σκληρά μαρκαρίσματα, έχασε την ψυχραιμία του. Μετά από ακόμη μία σύγκρουση με τον Χιλιανό αμυντικό Ελάδιο Ρόχας, τον κλώτσησε διακριτικά από πίσω, με αποτέλεσμα να αποβληθεί με απευθείας κόκκινη κάρτα.

Θεωρητικά, η συμμετοχή του στον τελικό θα έπρεπε να θεωρείται αδύνατη. Αν και εκείνη την εποχή δεν προβλεπόταν υποχρεωτικός αποκλεισμός ενός αγώνα μετά από αποβολή, οι υπόλοιποι πέντε ποδοσφαιριστές που είχαν αντικρίσει κόκκινη κάρτα στη διοργάνωση τιμωρήθηκαν κανονικά. Η περίπτωση του Γκαρίντσα αποτέλεσε τη μοναδική εξαίρεση.

Το καθοριστικό στοιχείο ήταν η απουσία του Ουρουγουανού επόπτη Εστέμπαν Μαρίνο, ο οποίος είχε υποδείξει την αποβολή στον διαιτητή. Ο Μαρίνο δεν εμφανίστηκε ποτέ ενώπιον της πειθαρχικής επιτροπής και, σύμφωνα με μεταγενέστερες αναφορές, είχε ήδη εγκαταλείψει τη Χιλή. Χωρίς τη μαρτυρία του βασικού αυτόπτη μάρτυρα, δεν υπήρχε επαρκές υλικό για να επιβληθεί ποινή στον Βραζιλιάνο.

Παράλληλα, γύρω από την υπόθεση αναπτύχθηκε έντονο παρασκήνιο. Σύμφωνα με πληροφορίες, η βραζιλιάνικη αποστολή άσκησε ισχυρές πολιτικές και διπλωματικές πιέσεις, με τη συμμετοχή του τότε Πρωθυπουργού της Βραζιλίας, Τανκρέντο Νέβες, αλλά και προσωπικοτήτων της νοτιοαμερικανικής διπλωματίας. Από την άλλη πλευρά, η ίδια η FIFA αναφέρει στην επίσημη ιστορική αναδρομή της ότι ο τότε Πρόεδρος της Χιλής, Χόρχε Αλεσάντρι, υποστήριξε σχετική πρωτοβουλία ώστε ο Γκαρίντσα να έχει δικαίωμα συμμετοχής στον τελικό, ενώ αρκετές ιστορικές αφηγήσεις κάνουν λόγο ακόμη και για παρέμβαση του τότε προέδρου της FIFA, Σερ Στάνλεϊ Ρους.

Τελικά, ο Γκαρίντσα αγωνίστηκε κανονικά στον τελικό απέναντι στην Τσεχοσλοβακία. Παρότι ήταν άρρωστος και δεν έφτασε στα εξαιρετικά επίπεδα απόδοσης που είχε παρουσιάσει νωρίτερα στο τουρνουά, συνέβαλε στην επικράτηση της Βραζιλίας με 3-1 και στην κατάκτηση του δεύτερου διαδοχικού Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Περισσότερες από έξι δεκαετίες αργότερα, η υπόθεση Μπαλογκάν αναβιώνει αναπόφευκτα τις μνήμες εκείνης της ιστορικής εξαίρεσης. Αν και οι δύο περιπτώσεις διαφέρουν ως προς το πλαίσιο και τις συνθήκες, έχουν έναν κοινό παρονομαστή τις θεσμικές πιέσεις…

Πηγή: Gazzetta