Του Πολύδωρου Παπαδόπουλου
Στο εμβληματικό Waldorf Astoria της Νέας Υόρκης, λίγες ημέρες πριν από τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, ο Τζάνι Ινφαντίνο έμοιαζε να βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της παγκόσμιας ποδοσφαιρικής εξουσίας.

Η FIFA είχε εγκαταστήσει εκεί τη βάση της κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης και, ενώ έξω η καταρρακτώδης βροχή σκέπαζε την πόλη, μέσα στους διαδρόμους του ιστορικού ξενοδοχείου κυκλοφορούσε μια έντονη φημολογία: ο πρόεδρος της παγκόσμιας ομοσπονδίας ετοίμαζε μια μεγάλη ανακοίνωση που θα άλλαζε τα δεδομένα, είχε ήδη ανάψει το σπίρτο για το φυτίλι. Η ανακοίνωση δεν έγινε ποτέ.
Δέκα ημέρες αργότερα, όμως, αποκαλύφθηκε τι κρυβόταν πίσω από εκείνη τη σιωπή. Η FIFA σχεδίαζε τη δημιουργία μιας νέας εταιρείας, στην οποία θα μεταφέρονταν σημαντικά εμπορικά δικαιώματα του οργανισμού, με στόχο την πώληση μέρους της σε ιδιώτες επενδυτές. Αυτό που ο Ινφαντίνο παρουσίαζε ως «χρυσή ευκαιρία» για την ανάπτυξη του ποδοσφαίρου εξελίχθηκε μέσα σε λίγες ημέρες σε έναν πολιτικό σεισμό.
Η μεγαλύτερη κρίση της προεδρίας του δεν αφορά πλέον μόνο ένα οικονομικό σχέδιο. Αφορά την ίδια τη φιλοσοφία διοίκησης της FIFA και το ποιος θα έχει τον έλεγχο του πιο ισχυρού αθλητικού προϊόντος στον κόσμο. Η φωτιά που άναψε ο Ινφαντίνο για να ενισχύσει την αυτοκρατορία της FIFA άρχισε να απειλεί την ίδια του την εξουσία.
Το σχέδιο ήταν φιλόδοξο. Η FIFA υποστήριξε ότι η νέα επενδυτική δομή θα μπορούσε να φέρει δισεκατομμύρια νέα κεφάλαια στο ποδόσφαιρο, χρήματα που θα διοχετεύονταν στις 211 ομοσπονδίες για υποδομές, ανάπτυξη και ενίσχυση των εθνικών ομάδων. Ο Ινφαντίνο μίλησε για «ανεκμετάλλευτη εμπορική αξία» που πρέπει να αξιοποιηθεί.
Οι αντίπαλοί του, όμως, είδαν μια διαφορετική εικόνα. Ένα σχέδιο που θα μπορούσε να ανοίξει την πόρτα σε ιδιωτικά κεφάλαια για τα πιο πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία της FIFA.
Και το βασικό ερώτημα έμεινε αναπάντητο: Τι ακριβώς θα αγόραζαν οι επενδυτές και ποιο θα ήταν το πραγματικό τίμημα για το μέλλον του ποδοσφαίρου;
Η ιδέα δεν ήταν καινούργια. Από το 2018, μόλις δύο χρόνια μετά την άφιξη του Ινφαντίνο στην προεδρία της FIFA, είχε εξεταστεί ένα παρόμοιο σχέδιο με τη στήριξη της SoftBank, με στόχο τη συγκέντρωση 25 δισεκατομμυρίων δολαρίων για νέες διοργανώσεις. Και τότε, όμως, η αντίδραση ήταν ισχυρή και το πλάνο δεν προχώρησε.
Αυτή τη φορά, οι εμπνευστές του θεωρούσαν πως οι συνθήκες ήταν διαφορετικές.
Το Παγκόσμιο Κύπελλο είχε εξελιχθεί σε μια παγκόσμια μηχανή εσόδων. Η FIFA αύξησε τις εμπορικές της δυνατότητες, πειραματίστηκε με νέα μοντέλα προβολής, διεύρυνε τις διοργανώσεις της και προσπάθησε να εκμεταλλευτεί κάθε πιθανή πηγή κέρδους. Για τους υποστηρικτές του Ινφαντίνο, το μήνυμα ήταν απλό: το ποδόσφαιρο αξίζει πολύ περισσότερο από όσο αποφέρει σήμερα.
Για τους επικριτές του, όμως, το πρόβλημα ήταν ότι η μεγαλύτερη διοργάνωση του πλανήτη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν ένα απλό επενδυτικό προϊόν. Η UEFA έδωσε τον τόνο της αντίδρασης, κι αυτός ήταν εκκωφαντικός, ήταν η απάντηση που έπρεπε να δοθεί σε έναν άνθρωπο, ο οποίος έμοιαζε άτρωτος.
«Το Παγκόσμιο Κύπελλο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως επενδυτικό προϊόν», ήταν το μήνυμα της ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας, η οποία υποστήριξε ότι η διοργάνωση αποτελεί κληρονομιά γενεών, χτισμένη από παίκτες, εθνικές ομάδες και φιλάθλους σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Η αντίδραση αυτή δεν έμεινε στην Ευρώπη. Η Concacaf εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για τη διαδικασία, ενώ η ασιατική συνομοσπονδία AFC τάχθηκε επίσης κατά του σχεδίου, ζητώντας θεσμικές αλλαγές και μεγαλύτερη διαφάνεια. Για πρώτη φορά στη θητεία του Ινφαντίνο, οι μεγαλύτερες ποδοσφαιρικές δυνάμεις βρέθηκαν στην ίδια πλευρά. Και αυτό ήταν το σημείο που άλλαξε τα δεδομένα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τη FIFA δεν ήταν μόνο η ουσία της συμφωνίας. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε. Πολλές ομοσπονδίες υποστήριξαν ότι πληροφορήθηκαν τις λεπτομέρειες από τα μέσα ενημέρωσης και όχι από την ίδια τη FIFA. Ακόμη και άνθρωποι που γνώριζαν τη διαδικασία περιέγραψαν έναν πολύ μικρό κύκλο αποφάσεων, μια ομάδα ανθρώπων που εργάστηκε μακριά από τη δημόσια συζήτηση.
Η μυστικότητα αυτή αναζωπύρωσε τις παλιές κατηγορίες ότι ο Ινφαντίνο προχωρά σε μεγάλες αλλαγές χωρίς ουσιαστική συναίνεση των μελών. Και τότε ήρθε το χτύπημα από το εσωτερικό. Ο Κάρλος Κορντέιρο, ανώτερος σύμβουλος του προέδρου της FIFA, παραιτήθηκε και ξεκαθάρισε ότι δεν συμμετείχε στην πρόταση.
Η τοποθέτησή του προκάλεσε αίσθηση, καθώς υποστήριξε ότι η FIFA διαθέτει ήδη τεράστια οικονομική δύναμη, δισεκατομμύρια σε αποθεματικά και δεν χρειάζεται εξωτερικούς επενδυτές για να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη του παιχνιδιού. Για τον Ινφαντίνο, αυτό ήταν ένα ιδιαίτερα βαρύ πλήγμα.
Γιατί όταν η αμφισβήτηση περνάει τις πόρτες του ίδιου του οργανισμού, η κρίση δεν είναι πλέον επικοινωνιακή. Είναι κρίση εξουσίας. Ο πρόεδρος της FIFA, από την ημέρα που ανέλαβε το 2016, κατάφερε να εδραιώσει τη θέση του. Υποσχέθηκε μια νέα εποχή μετά τα σκάνδαλα που είχαν συγκλονίσει την ομοσπονδία και παρουσίασε τον εαυτό του ως τον άνθρωπο που θα εκσυγχρόνιζε το παγκόσμιο ποδόσφαιρο.
Τώρα, όμως, η μάχη είναι διαφορετική. Οι εκλογές της FIFA τον Μάρτιο αποκτούν χαρακτήρα τελικού. Για πρώτη φορά υπάρχει σοβαρή συζήτηση για αντίπαλη υποψηφιότητα απέναντι στον Ινφαντίνο, ενώ κάποιοι μιλούν ακόμη και για διαδικασίες αμφισβήτησης της ηγεσίας του. Ο ίδιος δεν δείχνει διατεθειμένος να υποχωρήσει. Οι συνεργάτες του επιμένουν ότι έχει τη στήριξη των μελών και ότι η σύγκρουση δεν έχει τελειώσει. Όμως το ποδόσφαιρο έχει ήδη στείλει το δικό του μήνυμα. Ο άνθρωπος που για χρόνια παρουσιαζόταν ως ο απόλυτος κυρίαρχος του παγκόσμιου ποδοσφαίρου βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη δοκιμασία του. Και η ειρωνεία είναι πως η κρίση ξεκίνησε από το ίδιο το σχέδιο που υποτίθεται ότι θα έκανε τη FIFA ακόμη ισχυρότερη.
Ο Ινφαντίνο ήθελε να ανοίξει την πόρτα σε νέα δισεκατομμύρια. Τελικά άνοιξε την πόρτα στη μεγαλύτερη εξέγερση που γνώρισε ποτέ η FIFA. Η επόμενη κίνηση θα κρίνει αν αυτή ήταν απλώς μια δύσκολη στιγμή ή η αρχή του τέλους μιας εποχής.
Πηγή: Gazzetta















