Του Αντώνη Οικονομίδη
Δύσκολο. Αφόρητα δύσκολο.
Ο Αρμάντο και η Εσμεράλντα είχαν ήδη έναν γιο και ζορίζονταν. Παράδεισος η Ναζαρέ, στην καρδιά της Πορτογαλίας, πάνω στο σκάσιμο του Ατλαντικού. Αλλά το μεροκάματο επώδυνο και οι συνθήκες ζωής, εκεί στα τέλη των ’90s, κάθε άλλο παρά ειδυλλιακές. Όχι μόνο με ένα παιδί, πόσο μάλλον όταν ήρθε και το δεύτερο. Το πήραν απόφαση και πέρασαν τον ωκεανό. Κάπου στο Λίμινγκτον, στον Καναδά, υπήρχαν συγγενείς. Αυτοί τους δέχτηκαν.
Ο Αρμάντο το πήγαινε-έλα της θάλασσας το έκανε επάγγελμα. Σε πλοία δούλεψε, με τα μπάρκα του να τον φέρνουν συνεχώς απανταχού στην Ευρώπη, για δύο και τρεις εβδομάδες το κάθε ένα. Η Εσμεράλντα αυτή που ανέλαβε δυο ρόλους. Και ίσως και περισσότερους. Σίγουρα του οδηγού, αφού πηγαινοέφερνε τους κανακάρηδές της στην προπόνηση από τα μικράτα τους. Ήθελε-δεν ήθελε, ασχολήθηκε, έψαξε, ενδιαφέρθηκε για το ποδόσφαιρο. Για να μπορεί να πει μια κουβέντα παραπάνω με τα μικρά της.
Ο μικρότερος ήταν αυτός που ανταποκρινόταν περισσότερο. Και στο ποδόσφαιρο και στην κουβέντα. Αυτή η κουβέντα έγινε κομμάτι αναπόσπαστο της καθημερινότητάς του. Δεν ήταν μόνο η πρόφαση της επικοινωνίας, μα ήταν και ολοένα και πιο χρήσιμη σε κάθε στάδιο της εξέλιξής του. Είτε στις αρχές, εκεί στο Λίμινγκτον, είτε μετέπειτα, όταν η φαμίλια αναγκάστηκε να επιστρέψει και πάλι στη Ναζαρέ, όπου και ξόδεψε την εφηβεία του, είτε κάνοντας -μόνος του πλέον- το δρομολόγιο Καναδάς – Πορτογαλία (τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα στην Οτάβα Φιούρι τα έκανε, πριν τα συνεχίσει, με σταθερή ανέλιξη, στην Τορένσε), είτε φτάνοντας πια στο απόγειό του, με τη μεταγραφή στην Πόρτο.
Κάθε μέρα τα λέγανε. Δεν μπορούσε πια η Εσμεράλντα να παρακολουθήσει τις προπονήσεις, είχε όμως γνώση, γνώμη, σχόλιο για τους αγώνες. Τη ζητούσε και ο μικρός, την έδινε και βοηθούσε πάντα η μητέρα. Την (ως τότε) κορύφωση δεν τη χάρηκε. Με τη μετακόμιση στο Dragão, η Εσμεράλντα διαγνώστηκε με καρκίνο στον εγκέφαλο. Άντεξε λίγο παραπάνω από έναν χρόνο. Στο τέλος ούτε καν επικοινωνούσε.
Την ώρα του θανάτου της, έπαιζε. Με τη Σάντα Κλάρα. Είχε γίνει γνωστό, μα δεν του το είχαν πει. Ο τότε τεχνικός των «Δράκων», Σέρτζιο Κονσεϊσάο, τον έβγαλε, πριν συμπληρωθεί ώρα στην αναμέτρηση, τον πήρε παράμερα και του είπε να φύγει αμέσως, απλώς ενημερώνοντας πως η κατάσταση της μητέρας του είχε επιδεινωθεί. Στην είσοδο των αποδυτηρίων τον περίμενε η σύζυγός του, Κοστάντζα, και ο πατέρας του. Εκεί κατάλαβε. Εκεί έμαθε.
Δεν θρήνησε, παρότι η Πόρτο τού έδωσε όσο χρόνο θα του χρειαζόταν. Δεν τον θέλησε. Το κενό ανέλαβε να το αναπληρώσει ο Αρμάντο. Δεν είχε την ίδια αμεσότητα στην ανατροφή των γιων του, δεν είχε το ίδιο ερωτοχτύπημα με το ποδόσφαιρο που είχε η σύντροφός του, μα, από την στιγμή του χαμού της, πήρε τη θέση της στην καθημερινότητα του ενός. Μιλούσαν μετά από κάθε παιχνίδι του. Ακόμα και αν είχε μπαρκάρει. Δεν το σταμάτησε. Η δική του διαφυγή.
Σε ένα, στη Γαλλία, ένιωσε ένα τσίμπημα στον ώμο. Οι γιατροί τού είπαν πως δεν είναι τίποτα. Δύο εβδομάδες αργότερα υπέστη καρδιακή ανακοπή και πέθανε. Έναν χρόνο μετά το φευγιό της Εσμεράλντα. Αδόκητη απώλεια, μια ακόμα, πριν καν χωνευτεί -αν μπορεί να γίνει- η πρώτη. Δεν θρήνησε όμως ούτε και τότε.
Μεγαλώνοντας, όσο είχε τη δυνατότητα, το έπαιζε δίπορτο, έχοντας αγωνιστεί τόσο στα φυτωριακά αντιπροσωπευτικά συγκροτήματα των Βορειοαμερικανών όσο και στης Πορτογαλίας. Για να τιμήσει τους γονείς του, τα βάσανα και τις επιλογές τους, αποφάσισε -πολύ πριν το φευγιό τους- να εκπροσωπήσει τον Καναδά.
Δεν το μετάνιωσε. Μόνο παίζοντας παραδέχτηκε πως κατάφερε να θρηνήσει. Ή να δεχτεί πως δεν θα θρηνήσει, αλλά θα εκτονώσει, θα θυμάται, και να νιώθει πια ό,τι και όσα και οι γονείς του, έχοντας γίνει ο ίδιος πατέρας, της Μπενεντίτα.
Μα το βράδυ της 28ης Ιουνίου, όποιος έχει βιώσει απώλεια, όποιος ακόμη τη νιώθει μέσα του, ακόμα και αν δεν την έχει μοιραστεί ποτέ του, δεν γίνεται ν’ αμφιβάλλει πως ο Στέφεν Εουστάκιο θα το ‘θελε πολύ. Να πάρει τηλέφωνο την Εσμεράλντα, να μιλήσει με τον Αρμάντο. Και να τους το πει. «Μαμά, μπαμπά. Στις καθυστερήσεις του παιχνιδιού με τη Νότια Αφρική έβαλα το γκολ που έδωσε τη νίκη στον Καναδά και την πρόκριση για πρώτη φορά στην ιστορία στους “16” του Παγκόσμιου Κυπέλλου».
Πηγή: Athletestories















