Επιλογή Σελίδας

Του Αντώνη Οικονομίδη

Ο φόβος του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι.

Παραμύθια. Ποιος φοβάται; Ένας τύπος που καλείται σε απόσταση έντεκα μέτρων να καλύψει εμβαδό περίπου 18 τετραγωνικών, προσπαθώντας να σταματήσει μια σφαίρα διαμέτρου (το πολύ) τριάντα εκατοστών, η οποία κατ’ ελάχιστο κινείται με +70 χιλιόμετρα την ώρα, δηλαδή σε χρόνο λιγότερο του μισού δευτερολέπτου καλύπτει τη μεταξύ τους απόσταση; Και τι φοβάται; Μήπως δεν τα καταφέρει; Μήπως κατηγορηθεί;

Παραμύθια, ξανά. Ο τερματοφύλακας δεν φοβάται, επειδή δεν έχει να χάσει τίποτα. Μόνο να κερδίσει. Να ηρωοποιηθεί. Να αναβαθμιστεί, επειδή απλώς το (μαθηματικά και φυσικά) απίθανο -σκεφτείτε το με βάση τα ανώτερα, βασικά μαθηματικά- το κάνει πιθανό, το κατορθώνει, αψηφώντας (είτε εκούσια, είτε ακούσια, είτε αντανακλαστικά, είτε κατά τύχη) νόρμες και μέτρα που ορίζουν -τρομάρα μας- τον (ποδοσφαιρικό) κόσμο τούτο.

Και ακόμα και αν υπάρχει, τι να σου πει αυτός ο φόβος, όταν έχεις φτάσει ως εκεί, να στέκεσαι όρθιος για να αντιμετωπίσεις μια μοίρα που σπάνια μπορείς να αλλάξεις; Πόσο μάλλον όταν έχεις ήδη αλλάξει τη δική σου και των ανθρώπων σου. Μόνο και μόνο έχοντας φτάσει ως εκεί, στην γραμμή του τέρματος, στα έντεκα βήματα μακριά από μια βούλα που δικάζει;

Ο Ορλάντο Χιλ δεν ήταν πάντα τερματοφύλακας. Ως μέσος, επιτελικός μάλιστα, ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο, εκεί στην αρχή της εφηβείας. Και ήταν καλός. Το μπόι του -πλέον φτάνει τα δύο μέτρα- δεν βόλευε για να διατηρηθεί εκεί, στο κέντρο του γηπέδου. Και σταδιακά οπισθοχωρούσε, μέχρι εκεί που το δικό του πια εμβαδό θεωρήθηκε πιο συμβατό για να καλύπτει αυτό της εστίας. Όχι πως εκεί πια του έγινε εύκολο. Ούτε καν.

Μόνιμα παραγκωνισμένος, μόνιμα δεύτερο-τρίτος, μόνιμα στις ομάδες αναπληρωματικών. Με συμβόλαια που δεν έφταναν ούτε για τα ελάχιστα. Έγινε πατέρας το 2021. Με το που είδε το φως της ζωής, ο γιος του αντιμετώπισε προβλήματα υγείας.

Για να (τον) ζήσει και να συνεχίσει να (ελπί)ζει, πούλησε τα πάντα. Χωρίς να έχει τίποτα. Μόνο τις θύμησες της ως τότε σταδιοδρομίας του. Γάντια, φανέλες (ενδοξότερη αυτή των Ελπίδων της Παραγουάης), ό,τι τέλος πάντων σχετιζόταν με τη μέχρι στιγμής ποδοσφαιρική καριέρα του  και μπορούσε, κάτι να φέρει πίσω για να γιάνει ο Λάουτι. Απ’ αυτά τα απομεινάρια μιας κολοβής πορείας ξεκίνησε τη δική του ο κανακάρης του. Ποιος φόβος λοιπόν; Του πέναλτι; Σοβαρά;

Έφυγε από τη Σαν Λορέντζο της χώρας του και πήγε στην ομώνυμη της Αργεντινής. Όχι ως κάποιος φτασμένος ή ιδιαίτερα ταλαντούχος μα ως συμπλήρωμα στις ρέζερβες. Εκεί και έμεινε για χρόνια. Εκεί και θα έμενε. Το 2024 η «Ciclón» άδειασε το ρόστερ της για να φέρει τον Κέιλορ Νάβας στο Αλμάγκρο. Τα οικονομικά προβλήματα όμως ήταν ανυπέρβλητα, η υπογραφή του πολύπειρου Κοσταρικανού δεν εγκρίθηκε ποτέ και έτσι, έχοντας ξεμείνει από τερματοφύλακες, η μόνη επιλογή ήταν εκείνος που υπήρχε στη δεύτερη ομάδα.

Ανέβηκε. Πήρε την ευκαιρία του. Αναντικατάστατος το 2024-2025, βασικός και στο πρώτο μισό το 2025-2026. Από το πουθενά, σε λιγότερο από χρόνο, βρέθηκε να ντεμπουτάρει στην «Albirroja», τον Σεπτέμβριο του 2025 στη Λίμα κόντρα στο Περού, στο παιχνίδι που επικύρωσε και την πρόκρισή της στα τελικά του Παγκόσμιου Κυπέλλου. Και από τότε δεν βγήκε ποτέ. Και αυτό, παρότι ο θρύλος του ποδοσφαίρου της πατρίδας του, ο παγκόσμιος θρύλος της θέσης, ο Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ, συχνά πυκνά εξέφραζε αμφιβολίες για την ορθότητα της επιλογής του. Παρέμεινε είδωλό του (και πώς αλλιώς), παρέμεινε και στην εστία.

Οι τέσσερεις από τις δέκα διεθνείς συμμετοχές του 26χρονου στη διοργάνωση του Μουντιάλ του 2026 έχουν γίνει. Πέναλτι στην καριέρα του, σε ολάκερη την καριέρα του, μόνο ένα είχε αποκρούσει. Ξημερώματα της 30ής Ιουνίου 2026 έβγαλε δύο, του Χάβερτζ και του Βολντέμαντε, δίνοντας στους συμπαίκτες του απανωτές ευκαιρίες να “τελειώσουν” τη Γερμανία και να πάρουν την πρόκριση στους «16». Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, η τρίτη ήταν αρκετή.

Φόβος, σου λέει μετά. Των άλλων καλύτερα…

Πηγή: Athletestories