Του Πολύδωρου Παπαδόπουλου
Τέλος. Και μάλιστα με τρόπο ταπεινωτικό. Η Τουρκία αποκλείστηκε από το Μουντιάλ, μετά τη δεύτερη ήττα σε ισάριθμους αγώνες του ομίλου και τη δεύτερη συνεχόμενη αναμέτρηση χωρίς να πετύχει ούτε ένα γκολ. Σε αυτή τη χώρα, όπου το ποδόσφαιρο αποτελεί σχεδόν θρησκεία, κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί μια τέτοια κατάρρευση. Και γιατί να το κάνει; Όλα έμοιαζαν να βρίσκονται στη θέση τους: το ταλέντο των παικτών, το πάθος των φιλάθλων, αλλά και ένας προπονητής που απολάμβανε σεβασμού και θεωρούνταν ικανός.
Κι όμως, μετά το τελευταίο σφύριγμα στη Σάντα Κλάρα, το σκηνικό ήταν αυτό της απόλυτης απογοήτευσης. Άδεια βλέμματα, χλωμά πρόσωπα, νεύματα αποδοκιμασίας, παίκτες σωριασμένοι στο έδαφος, άλλοι με δάκρυα στα μάτια. Ο αποκλεισμός από τη φάση των ομίλων αντιμετωπίστηκε ως εθνική καταστροφή.

Ίσως αυτό να ακούγεται υπερβολικό, ιδίως σε μια χώρα όπου ούτε η πολιτική ούτε η κοινωνική πραγματικότητα χαρακτηρίζονται από ηρεμία και αρμονία. Ωστόσο, οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές δεν έκρυψαν το μέγεθος της απογοήτευσής τους. Ο Αρντά Γκιουλέρ, το πιο λαμπρό αστέρι του τουρκικού ποδοσφαίρου δήλωσε ότι αισθάνεται βαθιά ντροπή και ζήτησε συγγνώμη από τους συμπατριώτες του. Ο αρχηγός Χακάν Τσαλχάνογλου μίλησε για ατυχία, αλλά παραδέχθηκε ότι δυσκολεύεται να βρει τα κατάλληλα λόγια. Ο τερματοφύλακας Τσακίρ ζήτησε επίσης συγχώρεση από το έθνος, τονίζοντας ότι στόχος της ομάδας ήταν να κάνει τον κόσμο υπερήφανο, κάτι που απέτυχε να πετύχει.
Και έπειτα ήταν ο Βιντσέντσο Μοντέλα. Ο ομοσπονδιακός τεχνικός δεν έκρυψε την απογοήτευσή του. «Είμαι βαθιά απογοητευμένος. Για τον λαό μας, που είχε μεγάλες προσδοκίες. Αλλά και εμείς οι ίδιοι είχαμε μεγάλες προσδοκίες», δήλωσε ο 52χρονος Ιταλός. Ένας Ιταλός που, όπως φάνηκε, αισθανόταν κομμάτι της τουρκικής ποδοσφαιρικής οικογένειας. Και μέχρι την έναρξη της διοργάνωσης, έτσι τον αντιμετώπιζαν και οι φίλαθλοι.
Θεωρείται απίθανο να παραμείνει στον πάγκο μετά τα όσα συνέβησαν στην Αμερική. Μόλις την άνοιξη, ο Μοντέλα γνώριζε την αποθέωση, έχοντας οδηγήσει την Τουρκία στην επιστροφή της σε Παγκόσμιο Κύπελλο για πρώτη φορά μετά από 24 χρόνια. Κανείς δεν είχε καταφέρει κάτι αντίστοιχο για περισσότερο από δύο δεκαετίες. Από την ιστορική τρίτη θέση του 2002 σε Ιαπωνία και Νότια Κορέα, η Τουρκία απουσίαζε από τη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική σκηνή.
Κανείς δεν τολμούσε να το πει δημόσια, όμως βαθιά μέσα τους πολλοί ονειρεύονταν μια νέα μεγάλη πορεία. Υπήρχε η ελπίδα, έστω και συγκρατημένη, ότι αυτή η ομάδα μπορούσε να ξαναζήσει στιγμές ποδοσφαιρικής έκστασης. Άλλωστε, δεν διέθετε όλα τα απαραίτητα συστατικά;
Στην Τουρκία μιλούσαν για μια «χρυσή γενιά». Για τον Γκιουλέρ, για τον ηγέτη της μεσαίας γραμμής Χακάν Τσαλχάνογλου της Ίντερ, για τον χαρισματικό επιθετικό Κενάν Γιλντίζ της Γιουβέντους. Και πέρα από αυτούς, υπήρχαν αρκετοί ακόμη ποιοτικοί ποδοσφαιριστές, κυρίως από τους δύο μεγάλους συλλόγους της Κωνσταντινούπολης, τη Γαλατασαράι και τη Φενέρμπαχτσε. Στα χέρια του Μοντέλα είχαν παραδοθεί, σύμφωνα με τους Τούρκους ειδικούς και φιλάθλους, πολύτιμα «διαμάντια», ακόμη κι αν ορισμένα παρέμεναν ακατέργαστα.
Αυτό που παρουσιάστηκε όμως στο γήπεδο, τόσο απέναντι στην Παραγουάη όσο και στην ήττα με 2-0 από την Αυστραλία στην πρεμιέρα, απείχε αρκετά από τις προσδοκίες. Η Τουρκία έπαιξε ένα άνευρο, προβλέψιμο και άχρωμο ποδόσφαιρο. Με την Παραγουάη είχε κατοχή μπάλας που άγγιξε το 79%, ποσοστό αντίστοιχο με εκείνο της πρώτης αναμέτρησης. Ωστόσο, η κυκλοφορία της μπάλας περιοριζόταν σε αργές, ανούσιες πάσες, κυρίως οριζόντια, χωρίς ταχύτητα, χωρίς κάθετες κινήσεις και χωρίς πραγματική απειλή για την αντίπαλη άμυνα.
«Κάναμε 65 τελικές προσπάθειες και η μπάλα απλώς δεν θέλει να μπει στα δίχτυα», δήλωσε ο Μοντέλα. «Επιτιθέμεθα συνεχώς και δεν σκοράρουμε. Ο αντίπαλος έρχεται μία φορά μπροστά από την εστία μας και βρίσκει γκολ».
Ο Μοντέλα, εμφανώς ενοχλημένος από την κριτική που δεχόταν ήδη από τους Τούρκους δημοσιογράφους, δήλωσε με εμφανή ειρωνεία ότι, αν κάποιος μπορούσε να του εξηγήσει τη «λογική» πίσω από όσα συνέβαιναν, θα ήταν πρόθυμος να ακούσει και να μάθει.
Ωστόσο, οι αριθμοί αποκαλύπτουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Η Τουρκία είχε τεράστια ποσότητα των τελικών προσπαθειών, οι περισσότερες όμως εκτός περιοχής.
Όπως σωστά τονίστηκε και από τους Τούρκους δημοσιογράφους «Προσπαθούσαμε να γκρεμίσουμε φρούριο με… βότσαλα». Η Τουρκία είχε πείσμα και επιμονή, αλλά καμία ουσία.
Και κάπως έτσι η συζήτηση επέστρεψε αναπόφευκτα στον Βιντσέντσο Μοντέλα. Ο Ιταλός τεχνικός επέμεινε να αποδίδει τον αποκλεισμό στη «μοίρα», υποστηρίζοντας ότι απέναντι στο πεπρωμένο κανείς δεν μπορεί να κάνει πολλά. Ωστόσο, για τους επικριτές του, η αποτυχία δεν είχε καμία σχέση με μεταφυσικές εξηγήσεις. Αντιθέτως, ήταν αποτέλεσμα συγκεκριμένων αγωνιστικών επιλογών και λανθασμένων αποφάσεων.
Στην κορυφή της επίθεσης, όπως και απέναντι στην Αυστραλία, ο Μοντέλα εμπιστεύθηκε τον μικρόσωμο και ευέλικτο Κερέμ Ακτούρκογλου. Για δεύτερο συνεχόμενο παιχνίδι, ο επιθετικός βρέθηκε εγκλωβισμένος απέναντι σε πανύψηλους και ιδιαίτερα δυνατούς αμυντικούς, δίχως να μπορέσει να επιβληθεί.
Ο Ακτούρκογλου μετατράπηκε σε εύκολο στόχο της κριτικής, αν και ελάχιστη ευθύνη έφερε για το γεγονός ότι οι συμπαίκτες του κατέφευγαν διαρκώς σε γεμίσματα και ψηλές μπαλιές. Την ίδια στιγμή, ο κλασικός φορ των 1,92 μέτρων, Ντενίζ Γκιουλ, παρέμενε καθηλωμένος στον πάγκο για περίπου μία ώρα, παρά το γεγονός ότι η εικόνα του αγώνα απαιτούσε έναν ποδοσφαιριστή με διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Ο Μοντέλα, ο οποίος πριν από λίγους μήνες αποθεωνόταν ως ο άνθρωπος που επανέφερε την Τουρκία στη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική σκηνή ύστερα από 24 χρόνια απουσίας, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με τη σκληρή πραγματικότητα. Το όνειρο μιας νέας χρυσής εποχής κατέρρευσε πριν καν προλάβει να γεννηθεί. Η πίστη σε μια νέα πορεία ανάλογη εκείνης του 2002 αποδείχθηκε αυταπάτη.
Η Τουρκία επέστρεψε στο Μουντιάλ έπειτα από σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα, μόνο και μόνο για να αποχαιρετήσει τη διοργάνωση με δύο ήττες, χωρίς ούτε ένα γκολ και με μια εικόνα που απείχε πολύ από εκείνη μιας ομάδας ικανής να σταθεί στο υψηλότερο επίπεδο.
Πηγή: Gazzetta















