Του Αλέξη Σπυρόπουλου
Έμοιαζε σαν μια βραδυά Κόπα Λιμπερταδόρες, στην Αθήνα. Οι Λατινοαμερικανοί του ματς έφεραν τα ήθη από τα μέρη τους, κόλπα ζόρικα, στον αγώνα. Τα κόλπα έκαναν, σε σχέση με τα πρότερα ντέρμπι σ’ αυτό το ένα τρίτο του ελληνικού πρωταθλήματος, τη διαφορά στην εικόνα και στην πλοκή. Ετούτο δω ήταν άλλο παιγνίδι.
Ηρξατο χειρών, ξεκάθαρα ο ΠΑΟΚ. Χειρών, κατά κυριολεξίαν. Το ποδόσφαιρό τους παραείχε hand-checking, στο μαρκάρισμα και στη μονομαχία. Πιο πολύ χέρια, παρά πόδια! Μου φάνηκε, συνειδητό. Προμελετημένο. Να σπάσουν νεύρα. Η ΑΕΚ έδειξε πως δεν διέθετε την αυτοκυριαρχία, ούτε την όρεξη καν, να το αντιμετωπίσει. Ο Αραούχο αποβλήθηκε, με το πρώτο.
Ο Χριστοδουλόπουλος, κάποια στιγμή λίγο αργότερα, εν ψυχρώ έχωσε μία ξεγυρισμένη τρικλοποδιά από πίσω. Ο Χιμένεθ μετέδιδε, από τον πάγκο έξω, την αναστάτωσή του στους μέσα. Η εξέδρα «ορμούσε» στο καθένα, τραχύ ή όχι, φάουλ. Το πράγμα, οριακά τελούσε υπό έλεγχο. Εν ολίγοις, συνολικά η ΑΕΚ είχε τσιμπήσει. Εμελλε να της βγει σε καλό!
Διότι η κόκκινη κάρτα στον Αραούχο, την απενοχοποίησε. Ολόκληρο το βάρος της απαίτησης, μονομιάς μεταφέρθηκε στην πλευρά του ΠΑΟΚ. Η ΑΕΚ είχε μόνο, ν’ ακολουθήσει τον από κει και πέρα μονόδρομό της. Να συμπτυχθεί σε 4-4-1, να περιμένει πίσω από τη μπάλα, οι 4+4+1 να κινούνται συγχρονισμένα στη σωστή μεταξύ τους απόσταση και να καρτερούν την ευκαιρία τους, αυτά, τελεία.
Όλα τα άλλα, με τη μπάλα στα πόδια, είχε να τα κάνει ο ΠΑΟΚ. Δύσκολο! Νόμιζες πως καταριούνταν την τύχη τους…ότι τους έκατσε αβαντάζ 11 v 10. Τι το θέλαμε; Τι κάνουμε; Αμα ξεβρακωθούμε; Κι όταν, από μια σπόντα του διαβόλου, ο Αντρέ Σιμόες είχε την ευκαιρία της ασίστ για το γκολ του Λιβάια, ο φόβος πλημμύρισε σαν καταρράκτης τον νου τους. Ο φόβος του αδιανόητου. Παρέλυσαν.
Εκεί και τότε, πέραν πάσης αμφιβολίας επιβεβαιώθηκε πως η απάντηση στο ποιος θα ορθωθεί και θα βγει μπροστά να τους τραβήξει για να συνέλθουν, είναι ο διάσημος Κανένας. Το να έμεναν κι αυτοί δέκα…για να μη το ‘χουν υποχρέωση, ήταν «μία κάποια λύσις». Το φρόντισε ο Σαμπράνο, προτού το προλάβει ο Λουτσέσκου. Δεν τα προλαβαίνεις, αυτά τ’ αγόρια που ξέρουν τα ζόρικα κόλπα!
Η ιδέα του Λουτσέσκου όταν πήρε κι εκείνος τον μονόδρομό του προς το 4-4-1, ήταν η καλύτερη που θα μπορούσε «επί τόπου» να έχει. Εχτισε δύο πτέρυγες, αριστερά Βιεϊρίνα/Πέλκας δεξιά Λέο Μάτος/Τζάλμα, που γεννούσαν υπόσχεση διαφυγής. Αλλά και της ΑΕΚ οι πτέρυγες, Ροντρίγκο Γκάλο/Χριστοδουλόπουλος και Μπακάκης/Ελντερ Λόπες, αποδείχθηκαν τουλάχιστον ισοϋψείς. Τζίφος!
Διαχύθηκε η αίσθηση πως ο ΠΑΟΚ «δεν έβαζε γκολ» ούτε μέχρι τη Δευτέρα το πρωί. Εκτός εάν…τα έφτυνε, κι έπεφτε σαν ώριμο φρούτο, η ΑΕΚ. Η ΑΕΚ, πράγματι τα ‘φτυσε. Και άντεξε. Της σώθηκαν τα κουράγια για transitions, εγκαταστάθηκε στο μισό της, το γήπεδο στο άλλο μισό τους φαινόταν όλο και πιο ξέμακρο, τον Ρέι ούτε που τον έβλεπαν. Πώς να φτάσουν ως εκεί πέρα, στην απέναντι άκρη;
Γαντζώθηκαν, ματώνοντας τα νύχια τους, στο 1-0. Ο ΠΑΟΚ, τότε, βρήκε τις στιγμές του να το σώσει. Δυο-τρεις. Δεν τις άρπαξε. Την ύστατη πιθανότητα δε, τη σκότωσε ο Μπίζεσβαρ…σαν ενδέκατος παίκτης της ΑΕΚ. Ένα-μηδέν στη Νέα Σμύρνη, μηδέν-μηδέν με τη Μίλαν, ένα-μηδέν τον ΠΑΟΚ. Κυριακή, Πέμπτη, Κυριακή.
Μια ενδιαφέρουσα απάντηση των παικτών, στην πρόσφατη αιτίαση του προπονητή ότι δεν είναι εκπαιδευμένοι να παίζουν τρία ματς την εβδομάδα. Αν ήμουν ποδοσφαιριστής της ΑΕΚ, λόγω συνθηκών αυτή τη νίκη θα τη φχαριστιόταν το μέσα μου, χίλιες φορές περισσότερο από ένα 4-0. Κι αν ήμουν ποδοσφαιριστής του ΠΑΟΚ, θα βιδωνόμουν άσχημα ν’ ακούσω για 685η φορά ότι μετά τα Τέμπη κ.λπ.
Ο ΠΑΟΚ έχει ανάγκη, ακριβώς αυτό. Θιγμένους εγωισμούς. Τσατίλα. Θυμό. Το θέμα είναι ότι, στους έντεκα που ξεκίνησαν, τα Τέμπη και τα Μάλγαρα τα ξέρει μονάχα ο Πέλκας! Οι υπόλοιποι, από (ανθρωπο)γεωγραφία Ελλάδας και την αντίστοιχη σημειολογία, δεν νομίζω να σκαμπάζουν. Πώς να τους τσατίσεις;
Πηγή: Sport DNA














