Του Αλέξη Σπυρόπουλου
Μία καλή χρονιά της Ρεάλ δίχως Κύπελλο Ευρώπης στο φινάλε, ποτέ δεν είναι μία αρκετά καλή χρονιά για τη Ρεάλ. Μία κακή χρονιά της Ρεάλ με το Κύπελλο Ευρώπης στο φινάλε, πάντοτε είναι (άλλη) μία χρονιά της Ρεάλ στον παράδεισο. Οσο κανένα άλλο κλαμπ στην Ευρώπη, η Ρεάλ αυτοπροσδιορίζεται μες απ’ αυτόν τον θεσμό. Περισσότερα από ένα-στα-πέντε τρόπαια στη διαδρομή της ιστορίας, είναι δικά της.
Το δέκατο τέταρτο ήλθε, σε μία καλή χρονιά της Ρεάλ. Ηδη, πρωταθλήτρια Ισπανίας. Και ήλθε, με την πιο επική πορεία ever. Απέκλεισε την πρωταθλήτρια Γαλλίας, απέκλεισε την πρωταθλήτρια Ευρώπης, απέκλεισε την πρωταθλήτρια Αγγλίας, νίκησε την καλύτερη ομάδα εφέτος στον κόσμο. Το κυριότερο, τώρα. Το δέκατο τέταρτο ήλθε, ένα χρόνο αφότου η Ρεάλ (συν)ραδιούργησε, πρωταγωνίστρια στο πραξικόπημα-οπερέτα της European Super League, για να σκοτώσει, τι; Ακριβώς, τον θεσμό μες απ’ τον οποίον αυτοπροσδιορίζεται. Locura. Τρέλα.
Επαιξε η Ρεάλ, το καλύτερο ποδόσφαιρο που είδαμε στο Τσάμπιονς Λιγκ 2021-22; Εκατό-μηδέν, όχι. Ηταν η Ρεάλ μέσα, σε όλες τις συγκινήσεις που το Τσάμπιονς Λιγκ 2021-22 είχε για να μας δώσει; Εκατό-μηδέν, ναι. Οχι απλώς, ήταν μέσα. Τις έφτιαξε, όσες μας έμειναν για να έχουμε κάτι να θυμόμαστε. Ηταν μέσα, με την Παρί Σεν-Ζερμέν. Ηταν μέσα, με την Τσέλσι. Ηταν μέσα, με τη Μάντσεστερ Σίτι. Ηταν μέσα, ακόμη και στην εντός έδρας ήττα της από τη Σέριφ. Εάν σου αρέσει, χαίρεσαι. Εάν δεν σου αρέσει, το αποδέχεσαι.
Εναντίον των mentality monsters του Κλοπ, το αριστείο ήταν για τον τερματοφύλακα-monster του Αντσελότι. Με ορολογία σέντερ-φορ, ο Κουρτουά (ήταν σαν να) έκανε τουλάχιστον χατ-τρικ σε τελικό Τσάμπιονς Λιγκ. Ενα, αυτός. Κι άλλο ένα, η σχεδόν εξωπραγματική ικανότητα των άλλων δέκα στη διακίνηση της μπάλας. Κάθε φορά, σε κάθε φάση, κάθε λεπτό, μολονότι υπό ασφυκτική πίεση, συνεχώς εύρισκαν στο χορτάρι τον ένα, γιατί συνήθως δεύτερος δεν υπήρχε, τον ένα και μοναδικό λοιπόν, ελεύθερο (συμ)παίκτη. Πράγμα που τους έδωσε, και τις ανάσες στο αντίπαλο πρέσινγκ και τη δυνατότητα να περνάνε, στην όποια ευκαιρία αραιά και πού, μπάλες “στην πλάτη”. Μία, έκατσε.
Ο Αντσελότι στη μεγάλη “τελική ευθεία” της σεζόν, εμπνεύστηκε την κίνηση (πιο σωστά, εμπνεύστηκε ΤΗΝ κίνηση) που έφερε στη Ρεάλ την ισορροπία. Τη ζητούμενη ισορροπία, που έμελλε να κάνει όλη τη διαφορά. Ποια κίνηση; Να προσθέσει στο κεντρικό κάδρο, τον Βαλβέρδε. Τύποις, έξω δεξιά στο 4-3-3. Ουσία, ένας τέταρτος χαφ-αύρα δίπλα στους τρεις γερουσιαστές (Καζεμίρο, Μόντριτς, Κρόος). ‘Η/και ένας δεύτερος δεξιός μπακ, ένα στήριγμα δίπλα στον δεξιό μπακ Καρβαχάλ. Με τους τρεις γερουσιαστές, και τρεις βεριτάμπλ επιθετικούς μπροστά, είναι εντελώς απίθανο να συνέβαινε ο,τιδήποτε απ’ όλ’ αυτά τα αξιομνημόνευτα. Στο Σαν Ντενί, πέραν του πολύ προφανούς Κουρτουά, από τους υπόλοιπους, τους γήινους, by far ο Βαλβέρδε ήταν ο ποδοσφαιριστής-κλειδί.
Πουλάς φανέλες με τους galacticos, κερδίζεις τελικούς/τρόπαια με τους Βαλβέρδε. Το Σαββατόβραδο, ο σύχρονος galactico ήταν διακοσμητικό στοιχείο στον πάγκο (Αζάρ). Στο παρόν η Ρεάλ κατέκτησε το δέκατο τέταρτο, αλλά το πιο επίφοβο για τον ανταγωνισμό είναι ότι συγχρόνως (με σοφία αθλητικού, όχι εμπορικού, κριτηρίου) ετοιμάζει μια καταπληκτική ομάδα για το μέλλον. Στην επόμενη πενταετία το κτηνώδες δίδυμο Ρούντιγκερ/Εντερ Μιλιτάο στους σέντερ-μπακ, εύκολα θα είναι το κορυφαίο παγκοσμίως. Και σκεφτείτε εν καιρώ, όταν σταδιακά παρέλθει η εποχή των γερουσιαστών, ένα τρίο στους χαφ με τον Βαλβέρδε, τον σήμερα ακόμη 19χρονο Καμαβίνγκα και (εάν καταφέρουν ν’ αποκτήσουν από τη Μονακό) τον υπέροχο Τσουαμένι. Στη δε επίθεση, τα δύο βραζιλιανάκια, 2000 γεννηθείς ο ένας 2001 ο άλλος, έχουν απεριόριστο potential. Μονάχα ένα μεταΜπενζεμά θα χρειαστεί κάποια στιγμή, ύστερα από δύο χρόνια ή κάπου τόσο, να ψωνίσουν. Η Ρεάλ θα συνεχίσει να κερδίζει ένα-στα-πέντε τρόπαια Τσάμπιονς Λιγκ, μπορεί και ένα-στα-τέσσερα, για…όσο θα ζούμε.
Οι τελευταίες 20-25 ημέρες της Ρεάλ, οι ημέρες μετά την πρόκριση με τη Μάντσεστερ Σίτι, ήταν οι ωραιότερες ημέρες της σεζόν. Δίχως πίεση αποφορτίστηκαν, επαναφορτίστηκαν, το γκρουπ αναζωογονήθηκε, επήλθε η εξισορρόπηση απέναντι στην “αθλητική υπεροχή” της Λίβερπουλ. Η ενδεκάδα άντεξε στο Παρίσι, αυτούσια, επί 85 λεπτά. Τον Απρίλιο στην ίδια ενδεκάδα, ο Καρλέτο θα ξεκινούσε τις αλλαγές, όχι στο 85′, στο 65′. Και δεν θα έκανε τρεις. Θα έκανε, και τις πέντε. Τις ίδιες αυτές 20-25 ημέρες η Λίβερπουλ, στα πολύ κόκκινα και στο πολύ τσίμα-τσίμα, καθ’ οδόν για τον τελικό θύμιζε το πώς πηγαίνει η Αγγλία τα καλοκαίρια στα Μουντιάλ και στα EURO. Με το λαμπάκι του καύσιμου, σταθερά αναμμένο. Με τον οδηγό, απίθανα προσεκτικό στους χειρισμούς ώστε καμία σταγόνα να μη πάει χαμένη. Μία τρελή χρονιά, με όλα τα ματς σε όλες τις διοργανώσεις. Αν αυτά δεν ήταν κιόλας αρκετά, και με Κόπα Αφρικα (όπου Σαλάχ/Μανέ επίσης έπαιξαν όλα τα ματς) καταμεσής.
Σε άλλους περιόδους ο Κλοπ, θα “πετούσε” διοργανώσεις. Αυτή η περίοδος, ήταν η πρώτη που η ομάδα τον έκανε να νιώσει πως δεν θα πετάξει τίποτα. Πως θα δοκιμάσει ως το τέρμα, τσίτα, τα όρια. Τι απέδωσε η δοκιμή; Η Λίβερπουλ έπαιξε σε όλους τους τελικούς που θα μπορούσε, έκανε 92 πόντους και μόλις δύο ήττες στο πρωτάθλημα, έφτασε ως το Σταντ ντε Φρανς, και με τη…μέτρια απόδοσή της ηττήθηκε επειδή ο γκολκίπερ απέναντι ήταν monster. Το 2019 που νίκησε στον τελικό, είχε παίξει πολύ χειρότερα. Πλέον στη Λίβερπουλ τα πάντα επιτυγχάνονται εξαιτίας της μεθόδου, όχι εξαιτίας μεταφυσικών θαυμάτων μία φορά κάθε 10-15-20 χρόνια. Τρεις τελικοί Τσάμπιονς Λιγκ σε πέντε χρόνια, δεν είναι μεταφυσική. Είναι ρουτίνα.
Παλαιότερα, μάτωνε η ψυχή για τον κάθε αγαπημένο παίκτη που έφευγε προκειμένου να ζήσει κι εκείνος μία άσπρη μέρα, αφού δεν υπήρχε η προοπτική να τη ζήσει στη Λίβερπουλ, αλλού. Μασεράνο, Σάμπι Αλόνσο, Φερνάντο Τόρες, Σουάρες. Στην εποχή της μεθόδου, φεύγουν ο Φιλίπε Κουτίνιο, ο Στέρλινγκ, ο Βαϊνάλντουμ, θα φύγει ο Μανέ ή αργότερα ο Σαλάχ, και η ψυχή λέει “στο καλό”. Ο Κλοπ είναι εκεί, βράχος. Ακλόνητος. Αξιοθαύμαστος, ότι το χρήμα και το περιβάλλον της Πρέμιερ Λιγκ δεν έχει πειράξει το μυαλό του. Οσο θα επιλέγεται ένας Κονατέ αντί για ένα Μαγκουάιρ, ένας Ντίας αντί για ένα Γκρίλις, ένας Φαμπίνιο αντί για ένα Πογκμπά, παίκτες πανάκριβοι αλλά στοχευμένοι, όχι μοδάτοι, προσλήψεις με ποδοσφαιρικό νόημα, τότε το μοντέλο δεν κινδυνεύει.
Οι αδιαπραγμάτευτοι κανόνες, είναι οι εξής δύο. Πρώτος. Ο Μέσι να είσαι, δεν παίζεις στη Λίβερπουλ εάν δεν είσαι (εκτός όλων των άλλων, και) αθλητής. Ειδάλλως, είναι ο ίδιος ο τρόπος παιγνιδιού της ομάδας με τον οποίον αποκλείεται να τα βγάλεις πέρα. Ο ιδιοφυής Τιάγκο Αλκάνταρα έγινε αθλητής στα τριάντα του, για να παίξει. Δεύτερος. Ο Κριστιάνο Ρονάλντο να είσαι, δεν παίζεις στη Λίβερπουλ εάν δεν έχεις (εκτός όλων των άλλων, και) attitude, συμπεριφορά, για να είσαι παίκτης της Λίβερπουλ. Ο Τσιμίκας είναι παίκτης της Λίβερπουλ επειδή “εκτός όλων των άλλων” όταν παίζει, πρωτίστως έχει attitude όποτε δεν παίζει.
Πηγή: sdna.gr




















