Περάσαμε πλέον και τη 16η αγωνιστική της σεζόν και ο Γιάννης Σερέτης γράφει στο gazzetta.gr για τον Παναθηναϊκό που δεν μπορεί φέτος να παρουσιάσει ούτε έναν βελτιωμένο «βασικό» της περυσινής σεζόν!
Eνας ολόκληρος γύρος + 3 αγωνιστικές από τον β΄ γύρο στην κουτσουρεμένη regular season του πρώτου πρωταθλήματος στην 60χρονη ιστορία της Α’ Εθνικής στο οποίο ο τίτλος θα κριθεί από τα play offs. Σ’ αυτούς τους 16 αγώνες όλες οι ομάδες που έχουν ως στόχο την είσοδο στην εξάδα μπορούν να παρουσιάσουν κάποιους παίκτες οι οποίοι έχουν βελτιωμένη απόδοση συγκριτικά με την περυσινή σεζόν. Kάποιοι εξ’ αυτών βασικοί και πέρυσι, κάποιοι αναπληρωματικοί οι οποίοι άδραξαν εφέτος την ευκαιρία.
Ο ΟΦΗ μπορεί να συμπεριλάβει σ’ αυτή τη λίστα τη… μισή του ομάδα. Ο ΠΑΟΚ τον εντυπωσιακό Γιαννούλη που κατάφερε να καλύψει το κενό του Βιεϊρίνια, τον killer Σφιντέρσκι που έχει βελτιώσει τα ποσοστά του, τον Λημνιό που καθιερώθηκε λόγω των τρομερών χαρισμάτων του (δύναμη, ταχύτητα, ασίστ, γκολ, τα πάντα), τον απίστευτο Μίσιτς που μας έκανε να… ξεχάσουμε τον υπερπολύτιμο πέρυσι Μαουρίτσιο. Ο Ολυμπιακός τον τούρμπο Τσιμίκα, τον ακούραστο Γκιγιέρμε, τον ωριμότερο σε όλα του Μπουχαλάκη. Ο προβληματικός αμυντικά Αρης 4-5 παίκτες, μεταξύ των οποίων σίγουρα ο Φετφατζίδης, σίγουρα ο Ντιγκινί και ο Ματίγια. Ακόμα και η ΑΕΚ, η οποία έχει ήδη τρίτο προπονητή στον πάγκο, βλέπει πολλά στελέχη της σε μέτρια κατάσταση (Τσιγκρίνσκι, Βράνιες, Λιβάγια, Σιμόες, ακραίοι μπακ) και αναζητεί ποδοσφαιρική ταυτότητα, παίρνει καλύτερη απόδοση εφέτος από τον Γαλανόπουλο και τον Μάνταλο.
Η μοναδική ομάδα από αυτές που έχουν υψηλούς στόχους και δεν μπορεί να παρουσιάσει ούτε έναν βελτιωμένο «βασικό» της περυσινής σεζόν είναι ο Παναθηναϊκός! Κι αυτό δεν έχει να κάνει ούτε με το μπάτζετ της ομάδας, ούτε με τις μεταγραφές (κάποιες «βγήκαν» όπως οι Σένκεφελντ, Ζαχίντ, Περέα, κάποιες όχι όπως οι Κολοβός – Μολό – Μπεκ – Φάουστο). Έχει να κάνει αποκλειστικά με την ταυτότητα της ομάδας, με τους μηχανισμούς της, με την καθημερινή προπόνηση, με τα κίνητρα του καθενός.
Εφτασε ο Παναθηναϊκός στο επίπεδο να έχει ως σημείο αναφοράς στον τομέα «βελτίωση» μόνο έναν παίκτη! Έναν στόπερ ο οποίος ξεχώρισε από την περίοδο της προετοιμασίας, κέρδισε την εμπιστοσύνη του Γιώργου Δώνη, καθιερώθηκε στην ενδεκάδα, «εξοστράκισε» στον πάγκο το περυσινό βασικό δίδυμο των Κολοβέτσιου – Μαυρομάτη και έχει μπει στο μικροσκόπιο του Τζον Φαν’τ Σιπ, χάρη στη σοβαρότητα, τη σταθερότητα, τη βελτίωση στην «ανάγνωση» του παιχνιδιού και ασφαλώς χάρη στον παρτενέρ του, Μπαρτ Σένκεφελντ. Όλα αυτά για τον Αχιλλέα Πούγγουρα. Για την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα στον εφετινό Παναθηναϊκό. Οι υπόλοιποι; Ας κάνουμε την αξιολόγηση του πρώτου τριμήνου, χωρίς να συμπεριλάβουμε καν παίκτες οι οποίοι έχασαν τη θέση τους στο αρχικό σχήμα (Κολοβέτσιος, Χατζηθοεδωρίδης, Μαυρομάτης) και ασφαλώς τις μεταγραφές που λογίζονται ως προσθήκες στο ρόστερ…
Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ “ΠΑΛΙΩΝ”
Διούδης: Με τα ίδια ακριβώς πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της περυσινής σεζόν. Πάρα πολύ καλός (έως και καταπληκτικός σε ορισμένα ματς) κάτω από την εστία του, πάρα πολλά προβλήματα με τη μπάλα στα πόδια, λιγότερα στις εξόδους, στις οποίες δεν έχει επιδείξει μεγαλύτερη τόλμη και αποτελεσματικότητα συγκριτικά με πέρυσι.
Γιόχανσον: Ο παίκτης με τη μεγαλύτερη προς το χειρότερο διαφορά συγκριτικά με την περυσινή σεζόν όταν αποτέλεσε (ειδικά στον εκρηκτικό πρώτο γύρο του) ένα από τα βασικά γρανάζια του ολόφρεσκου Παναθηναϊκού που είχε παρουσιάσει ο Δώνης. Στη χρονιά του συμβολαίου του παρουσιάζεται σε όλα χειρότερος: αμυντικά, οργανωτικά, επιθετικά.
Ινσούα: Ηταν πέρυσι ο καλύτερος μαζί με τον Βιεϊρίνια αριστερός μπακ του πρωταθλήματος και παρουσιάζει εφέτος τρομερή κάμψη με ορισμένες «αναλαμπές», κυρίως στα ντέρμπι με τους «μεγάλους». Επίσης σε χρονιά συμβολαίου, δύσκολα θα παραμείνει αν ζητά 500-600.000 ευρώ ετησίως.
Κουρμπέλης: Με τα ίδια καλά και τα ίδια «στραβά», όπως πέρυσι. Μπορεί να πάρει περισσότερες επιθετικές πρωτοβουλίες, να είναι καλύτερος στο passing game, να πατήσει πιο συχνά στην αντίπαλη περιοχή, αλλά παραμένει στα περισσότερα ματς περιορισμένος στο «καβούκι» του, παίζοντας… 8Χ8.
Δώνης: Το βασικό του πλεονέκτημα είναι η κάθετη πάσα. Πόσες κάθετες πάσες θυμάστε να έχει περάσει εφέτος; Οσο καλείται να καλύψει απαιτήσεις στις οποίες δεν μπορεί να ανταποκριθεί για το επίπεδο του Παναθηναϊκού, θα συνεχίσει να κινείται στη μετριότητα, με καλά και άσχημα παιχνίδια. Σ’ αυτόν τον Παναθηναϊκό θα έπρεπε να ήταν μια καλή λύση από τον πάγκο.
Μπουζούκης: Πολύ χειρότερη σεζόν από την περυσινή! Μηδέν γκολ, μία (αλλά θαυμάσια, ομολογουμένως, στον Χατζηγιοβάνη εναντίον του Ατρόμητου) ασίστ σε 16 ματς! Συνήθως ως δεξιός εξτρέμ, σχεδόν ποτέ ως «οκτάρι», ελάχιστα ως «δεκάρι» κατά τη διάρκεια των αγώνων. Εχουν «διαβάσει» όλοι τη μία και μοναδική κίνηση που έχει ως δεξιός ακραίος, προσπαθεί να βρει πατήματα και ρυθμό, αλλά μάταια ως τώρα.
Χατζηγιοβάνης: Στάσιμος. Σκόρερ τεσσάρων γκολ, εκ των οποίων μόνο ένα σε ροή αγώνα (στο Περιστέρι, με τον Ατρόμητο). Τα υπόλοιπα τρία τα πέτυχε με πέναλτι και έφτασαν πολλοί στο σημείο να εξάρουν την… προπόνησή του από την άσπρη βούλα και την ευστοχία του από τα εννέα μέτρα (ήμαρτον!). Αν δεν εκσυγχρονιστεί ποδοσφαιρικά (άμεση πάσα, μεγαλύτερη εκρηκτικότητα, καλύτερο διάβασμα του χώρου, ευστοχία στην τελική προσπάθεια και στην τελική πάσα) θα μείνει με τα ίδια θετικά: 1Vs 1, ενέργεια, φιλότιμο, πάθος, τόλμη.
Μακέντα: Με καλές και κακές στιγμές, αλλά σε γενικές γραμμές με χειρότερα ποσοστά ευστοχίας συγκριτικά με πέρυσι. Εχει, όμως, το σοβαρό ελαφρυντικό των προβλημάτων στη μέση, τα οποία τού κόστισαν ακριβά, καθώς προερχόταν από σούπερ προετοιμασία. Παραμένει ο παίκτης με την καλύτερη τελικά πάσα σε μια ομάδα που «διψά» για συνεργασίες και δημιουργία…
ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΟΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ…
Η «στασιμότητα» ή και η χειρότερη εικόνα πολλών εκ των βασικών δημιουργεί τελείως διαφορετικό σκηνικό για τον Παναθηναϊκό συγκριτικά με το αντίστοιχο φινάλε του 2019. Τότε, το ίδιο προπονητικό τιμ είχε να παρουσιάσει με υπερηφάνεια Μπουζούκη – Χατζηγιοβάνη – Μαυρομάτη, τρομερά βελτιωμένους τους Ινσούα – Γιόχανσον και σε ανοδική πορεία τον Διούδη και τον Χρήστο Δώνη. Αν, δε, αυτή η εικόνα συνδυαστεί με τη στασιμότητα που παρουσιάζει το πρότζεκτ της σταδιακής εξέλιξης/προόδου/αναβάθμισης των νέων Ελλήνων (μόνο ο Αποστολάκης παίρνει εφέτος μεγαλύτερο χρόνο συμμετοχής) και την απουσία ποδοσφαιρικής ταυτότητας στη συντριπτική πλειονότητα των αγώνων, είναι πραγματικά να απορεί κάποιος για το πώς αυτή η ομάδα είναι η μοναδική αήττητη από ΠΑΟΚ – Ολυμπιακό – ΑΕΚ.
Την ίδια στιγμή, όμως, αυτή η «απορία» μπορεί να οδηγήσει και σε σκέψεις και γόνιμο προβληματισμό για το πώς οι ίδιοι παίκτες τα κατάφεραν μια χαρά απέναντι σε αντιπάλους με πολύ μεγαλύτερο μπάτζετ, επίπεδο και “βάθος” δείχνοντας τον καλύτερο εαυτό τους (όσο μπορεί ο καθένας…) και τα έκαναν σαλάτα απέναντι σε πολλές ισάξιες ή και κατώτερες ομάδες…
πηγή: gazzetta.gr
















