Του Θάνου Σαρρή
Ο Γίργκεν Κλοπ ήταν ξεκάθαρος. Χαρακτήρισε τη Μάντσεστερ Σίτι μαζί με την Παρί Σεν Ζερμέν τις δύο μεγάλες δυνάμεις τούτη τη στιγμή στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Οι δημοσιογράφοι προσπάθησαν να του εκμαιεύσουν πως οι μεταξύ τους μάχες έχουν εξελιχθεί στη μεγαλύτερη αντιπαλότητα της Premier League, όμως ο Γερμανός τόνισε ότι αυτό είναι κάτι που πρέπει να αποδειχθεί. Σε κάθε περίπτωση, η αναμέτρηση του Άνφιλντ φαντάζει ως το πιο δυνατό ματς του πρώτου γύρου στην μεγάλη κατηγορία του Νησιού. Οι δύο αντίπαλοι της κορυφής, αήττητοι αμφότεροι στο πρωτάθλημα, οι οποίοι στηρίζονται σε ένα στιλ παιχνιδιού που όχι απλά ξεχωρίζει από όλους τους υπόλοιπους, αλλά κερδίζει και τους περισσότερους ουδέτερους.
Την προηγούμενη χρονιά, η αρμάδα του Πεπ Γκουαρδιόλα που έφτασε στην κατάκτηση του τίτλου σμπαραλιάζοντας μια σειρά από ρεκόρ, έκανε μόλις 7 ήττες. Οι τρεις από αυτές, ήταν από τη Λίβερπουλ, η οποία έδειξε πως έχει βρει το «αντίδοτο» στο κυριαρχικό ποδόσφαιρο των Σίτιζενς. Δεν είναι τυχαίο που η μέθοδός της δεν κατάφερε να αντιγραφεί από άλλες ομάδες, καθώς για να εφαρμοστεί χρειάζεται «εργαλεία» που αυτή την περίοδο φορούν τη φανέλα με το Liverbird.

Πώς τα καταφέρνουν οι Ρεντς; Οι Times δημοσίευσαν μια σειρά από στατιστικά που δείχνουν τον τρόπο. Η Λίβερπουλ πέρυσι σε όλες τις διοργανώσεις είχε μέσο όρο 577.2 πάσες. Στις αναμετρήσεις με τη Σίτι, ο αριθμός ήταν πολύ χαμηλότερος. Στο 4-3 του Ιανουαρίου για το πρωτάθλημα ολοκλήρωσε μόλις 366 μεταβιβάσεις. Στο 3-0 της πρώτης μάχης για το Champions League 378, ενώ στη ρεβάνς έπεσε στις 310. Παράλληλα, ήταν αρκετά πιο χαμηλά από ό,τι στα ματς με τους άλλους «μεγάλους» το ποσοστό της κατοχής. Με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ οι Ρεντς έφτασαν στο 62.2%, ενώ είχαν 53.5% με την Τσέλσι και 48.6% με την Άρσεναλ. Στο εντυπωσιακό 4-3 με τους παίκτες του Πεπ το ποσοστό τους έμεινε στο 35.7%, ενώ στα ευρωπαϊκά ματς κινήθηκαν ακόμα πιο χαμηλά, μένοντας στο 34% και στο 31.7% αντίστοιχα.
Οι αριθμοί σίγουρα δεν λένε πάντα την αλήθεια, όμως εδώ είναι ξεκάθαροι. Οι Μέρσεϊσαϊντερς είχαν λιγότερες πάσες και χαμηλότερο ποσοστό κατοχής. Δεν προσπάθησαν λοιπόν να χτυπήσουν τους Πολίτες με το ίδιο τους το όπλο, την κατοχή της μπάλας και την κυριαρχία στις μεταβιβάσεις, αλλά αντίθετα έμειναν πιο πίσω, σημάδεψαν αδύνατα σημεία και χρησιμοποίησαν τα μεγάλα τους όπλα. Το πρέσινγκ, τη γρήγορη επανάκτηση και την άμεση έκφραση επίθεσης με λιγότερες, αλλά αποτελεσματικότερες πάσες, πριν η αμυντική μετάβαση του αντιπάλου προλάβει να ολοκληρωθεί.
Είναι χαρακτηριστικό πως ο μέσος όρος των επιθέσεών τους που οδήγησαν σε γκολ στις αναμετρήσεις με τη Σίτι ήταν στα 8.4 δευτερόλεπτα. Υπήρξαν επιθέσεις που οδήγησαν σε τέρμα και διήρκεσαν κάτω από 5 δευτερόλεπτα, ενώ η μεγαλύτερη ήταν 13.91. Είναι επίσης χαρακτηριστικό πως τρία γκολ ήρθαν με τη Λίβερπουλ να οδηγεί σε λάθη τον Οταμέντι (δις) και τον Έντερσον, καταστρέφοντας το build up, ενώ η πλειοψηφία των υπολοίπων είχε να κάνει με κερδισμένες χαμένες μπάλες ή γρήγορα κλεψίματα και στη συνέχεια λίγες και σωστές μεταβιβάσεις. Ο τρόπος που οι γεμάτοι ενέργεια Αλεξάντερ-Άρλνολντκ και Ρόμπερτσον ασκούσαν πίεση στα άκρα κρατώντας πίσω τους πλάγιους των «γαλάζιων» είναι επίσης ενδεικτικός για το πως έφτασε στις νίκες.
Πηγή: Gazzetta – Four Four Two


















