Του Αλέξη Σπυρόπουλου
Το ολλανδικό ποδόσφαιρο βρίθει, δύο πραγμάτων. Νευρώσεων και ιδιοφυίας. Κάποτε στην Αρένα του Αμστερνταμ, έξω απ’ την πλάγια γραμμή ο Κρόιφ συνομιλούσε με συνεργάτες. Πλάτη, γυρισμένη στο γρασίδι. Ποδοσφαιριστές, εξασκούνταν στα σουτ. Μια στιγμή, ο Γιόχαν διέκοψε τη συζήτηση. «Αυτός που σούταρε τώρα, δεν σουτάρει σωστά». Οι άλλοι, γύρισαν να κοιτάξουν. «Αφού δεν βλέπεις, πώς το κατάλαβες;» Ο μακαρίτης, τους είπε. «Ο χτύπος του παπουτσιού στη μπάλα, δεν έβγαλε τον σωστό ήχο».
Το Μπερναμπέου, δεν ξέρω εάν θα έκανε υπερήφανο τον Κρόιφ. Μπορεί το επόμενο πρωινό, να επέκρινε τον Σένε ότι εκτελώντας το φάουλ έβγαλε μια αποτυχημένη σέντρα στο δεύτερο δοκάρι κι η μπάλα κατά λάθος, από το (τόσο) πλάι, πήγε απευθείας μέσα. Δεν ξέρω επίσης, εάν στέκει να μιλήσει κανείς για ολλανδικό ποδόσφαιρο όταν οι τέσσερις σκόρερ είναι, και οι τέσσερις, ξένοι. Όπως ξένοι είναι, ο τερματοφύλακας και οι ακραίοι μπακ. Ολλανδοί είναι μόνον, οι δύο σέντερ-μπακ και τα δύο οκτάρια.
Το βέβαιον είναι ότι όλοι λειτουργούν, και στο τέλος της ημέρας αυτό είναι που μετράει, αφομοιωμένοι σε τούτο το περιβάλλον της νευρωσικής ιδιοφυίας η οποία έφτασε να γίνει μπεστ-σέλερ βιβλίο. Εξίσου βέβαιον είναι ότι οι επαφές του Τάντιτς με τη μπάλα, όλες παρήγαγαν τον ήχο που έπρεπε. Τη μουσική Αγιαξ. Ο Σέρβος απ’ τη Βόιβοντινα, θα περνούσε το τεστ Κρόιφ. Για το πώς έπαιξε τη «θέση Κρόιφ», το τύποις εννιάρι. Σαν Κρόιφ. ‘Η, σε παραλληλισμό με τα 90s, σαν Λίτμανεν. Πρακτικά, άπαιχτος. Πάντοτε, ένα βήμα μπροστά από τον αντίπαλο.
Ο Τάντιτς κατέχει, ολλανδικό ποδόσφαιρο. Εκεί έπαιζε, από 21 ετών. Το ερώτημα που εγείρει το 1-4, είναι τι ποδόσφαιρο κατέχουν στην Πρέμιερ Λιγκ. Ο Τάντιτς ήταν η πρώτη αγορά του Κούμαν, όταν ανέλαβε τη Σάουθαμπτον. Εμεινε στη νότια ακτή, τέσσερα χρόνια. Οι μεγάλοι της Αγγλίας που παραδοσιακά ψωνίζουν απ’ το πιο επιτυχημένο selling club της χώρας (από Μπέιλ, Φαν Ντάικ, Τσέιμπερλιν, Ουόλκοτ, Μανέ, Αλντερβαϊρελντ, Ουανιάμα μέχρι Λόβρεν, Σνάιντερλιν, Σο, Κλάιν, Λαλάνα για να μη φτάσουμε ως τον Αλαν Σίρερ και τον Μάρτιν Τσίβερς…) περί Τάντιτς μάλλον δεν κατάλαβαν τίποτα. Ο Αγιαξ τον πήρε, όσο τον είχε πάρει ο Κούμαν απ’ την Τβέντε, κάτι περισσότερο από δέκα εκατομμύρια.
Το Παιγνίδι έδωσε πίσω, τη νύχτα της Μαδρίτης, ό,τι άξιζε ο Αγιαξ τη νύχτα του Αμστερνταμ. Τότε, πριν τρεις εβδομάδες, έλιωσαν τη Ρεάλ αλλά ξέχασαν να τη νικήσουν. Τώρα ό,τι άγγιζαν, αυτομάτως γινόταν δικό τους. Χρυσάφι. Εντεκα Μίδες. Η Ρεάλ είχε δύο δοκάρια, δύο αναγκαστικές αλλαγές στο α’ ημίχρονο, ένα VAR που απέτυχε να δει ότι το 0-3 δεν έπρεπε να μετρήσει, και τον Σέρχιο Ράμος που επιδίωξε να εκτίσει ποινή για να είναι καθαρός…μετά, στον προημιτελικό. Διαφορετικά άλλωστε, με τις λεπτομέρειες κόντρα, όσο ευάλωτη σε πνεύμα/σώμα και να ήταν η Ρεάλ, δεν βγαίνει ποτέ ένα 1-4 εκεί μέσα.
Η Ρεάλ έμεινε πρωταθλήτρια Ευρώπης, χίλιες ημέρες και πλέον. Δεκατέσσερα χιλιόμετρα απ’ το σπίτι, το Σαββατόβραδο της 1ης Ιουνίου στο Μετροπολιτάνο θα παραδώσουν το τρόπαιο σε άλλους. Και μόνον η αποκαθήλωση, μιας ομάδας που επί σχεδόν τέσσερα χρόνια (από τον ημιτελικό του 2015) δεν ήξερε τι σημαίνει νοκ-άουτ, μιας ομάδας που είχε εννέα χρόνια ν’ αποκλειστεί Φεβρουάριο/Μάρτιο, αναζωογονεί. Θα συνέβαινε. Σε κάποιον θα έπεφτε, να το κάνει να συμβεί. Ετυχε, στον Αγιαξ. Δεν έτυχε, δηλαδή. Πέτυχε. Από τα παιγνίδια του ομίλου με την ΑΕΚ το φθινόπωρο, σημειώσαμε εδώ πόσο καλά είναι ο Αγιαξ εφέτος.
Νιώθουν καλά. Ξέρουν ότι είναι καλά. Εφεραν ισοπαλία στην έδρα της Μπάγερν, και στενοχωρήθηκαν ότι δεν νίκησαν. Δεν λογαριάζουν τίποτα, δεν φοβούνται κανένα, χορεύουν όπου και να τους βάλεις να παίξουν, επανεμφανίζονται στους «8» μετά από 16 χρόνια, κυκλοφορούν ξέγνοιαστοι σαν δημόσιος κίνδυνος. Αυτό φυσικά, δεν τους κάνει μονομιάς ισοϋψείς της ομάδας που κατέκτησε το στέμμα το ’95. Εκείνοι, μια αντίστοιχη παρέλαση στο Μπερναμπέου, την είχαν καταφέρει με όλες τις λεπτομέρειες κόντρα…
Πηγή: Sport DNA


















