Του Αλέξη Σπυρόπουλου
Η καλύτερη ομάδα, η επί 180 λεπτά πιο σοβαρή στη δουλειά, η πιο έτοιμη για τη δουλειά, αυτή η ομάδα έκανε/ολοκλήρωσε τη δουλειά. Ηταν η Λέφσκι, τελεία, παύλα. Ο ΠΑΟΚ δεν πέρασε ούτε απέξω. Ενας από τους πιο άχρωμους αποκλεισμούς στα χρονικά του κλαμπ, ever. Ακόμη και το λίγο χρώμα που πήρε η ρεβάνς της Τούμπας στο δεύτερο ημίχρονο, κι αυτό κατέληξε να είναι για κακό. Κόκκινο, κατακόκκινο. Σαν τις κάρτες. Αναρωτιέται κανείς, τι είναι βαρύτερο. Το νοκ-άουτ που σε αναλογία μεγεθών, market value κ.λπ., είναι ολόιδιο με το κάζο Ολυμπιακός-Μακάμπι Χάιφα; ‘Η οι μόλις εννέα ποδοσφαιριστές που τελείωσαν τον αγώνα; Και μας κακοφάνηκαν… οι έξι κίτρινες του Αρη με τη Γόμελ!
Με ταυτότητα αποτυπωμένη σ’ ένα ευδιάκριτο και πυκνό 5-2-3, κοντά οι γραμμές όσο για να γίνονται πολύ δύσκολες οι συνεργασίες και το παιγνίδι του αντίπαλου ανάμεσα σε αυτές, αεράτοι, ευέλικτοι, με υπεροχή στη σώμα-με-σώμα δύναμη, με τρεξίματα και έφεση στις μονομαχίες και στις δεύτερες μπάλες, οι Βούλγαροι έσκαψαν τον λάκκο. Εριξαν μέσα, μια ασύνδετη, καινούργια ομάδα με εμφανή ζητήματα ασυνεννοησίας, όχι μόνο μεταξύ νέων (π.χ. Ράφα Σοάρες και Κουαλιάτα) αλλά και μεταξύ παλαιών (π.χ. Λύρατζης και Ζίβκοβιτς). Οχι λίγες φορές, τους καταλάβαμε να σκέπτονται σε διαφορετικά μήκη κύματος. Αν, εκτός από συνεργασίες, επιπλέον δεν έχεις και το ένας-εναντίον-ενός, δεν πηγαίνεις πουθενά.
Για ένα (το πρώτο) ημίχρονο ο Δικέφαλος πνίγηκε στην παντελή αδυναμία να παίξει με κοντινές, γρήγορες πάσες στους στενούς χώρους. Δεν ήταν εύκολο, προφανώς. Αλλά και δεν δοκίμασαν καν, να βρουν την πλάτη της Λέφσκι με τον άλλο τρόπο. Με μεγάλες μπαλιές “επάνω” στην ταχύτητα των προωθημένων. Το έψαξαν, μάλλον κατόπιν αναθεωρήσεως του πλάνου στην ανάπαυλα, στο δεύτερο μέρος. Μεγάλες μπαλιές, και πίεση στις δεύτερες μπάλες. Το χρώμα, που λέγαμε. Κάπως έτσι άλλωστε, από μια σπόντα πίεσης (του Μπίζεσβαρ) που εξελίχθηκε σε ασίστ για τετ-α-τετ, προέκυψε η ισοφάριση. Επειτα, μαζί με όλα τα ρίσκα, ήλθαν και όλες…οι αποβολές. Αντίο. Και πάλι καλά, αντίο με ισοπαλία.
Τώρα, τι; Δεν είναι η πρώτη φορά που ο ΠΑΟΚ επί Σαββίδη δεν θα παίξει σε ευρωπαϊκό όμιλο. Για την ακρίβεια, είναι η τέταρτη σε μια δεκαετία. Ράπιντ, Εστερσουντ, Σλόβαν, Λέφσκι. Τώρα λοιπόν, ο ΠΑΟΚ μπροστά έχει (ως την εκκίνηση του πρωταθλήματος) τρεις εβδομάδες για να κοιτάξει κατάματα, με ηρεμία και ρεαλισμό, μια ποδοσφαιρική χρονιά πάνω-κάτω 45 αγώνων. Δίχως μεσοβδόμαδα παιγνίδια/ταξίδια για να γκρινιάζει ο προπονητής πως δεν προλαβαίνουν ούτε να φτύσουν. Για το εγχείρημα που αναλήφθηκε και άρχισε αυτό το καλοκαίρι να υλοποιείται, ίσως έτσι να είναι και το καλύτερο. Λιγότερα ματς στα γήπεδα, περισσότερη δουλειά στο προπονητήριο. Τα εγχειρήματα, έχουν ωδίνες. Αλλά βέβαια, δεν είναι σοβαρό να τίθενται εν αμφιβόλω με την πρώτη αποτυχία.
Φυσικά, αυτές τις τρεις εβδομάδες ως την πρώτη αγωνιστική της Σούπερ Λιγκ θα χρειαστούν καθαρές κουβέντες και καθαρές λύσεις. Ο,τιδήποτε αιωρείται, δεν ωφελεί. Το να βγαίνουν και να ξαναμπαίνουν από εβδομάδα σε εβδομάδα, στην ενδεκάδα ή στο γκρουπ, ένας Κούρτιτς ή ένας Μίχαϊ ας πούμε, αυτό δεν προδίδει ακριβώς ευταξία. Σε περιρρέουσα συνθήκη αταξίας δε, τα πάντα στραβώνουν. Τα “ατομικά λάθη” συμβαίνουν, με το παραμικρό. Και τότε, δεν βγάζει κανένα νόημα να δείχνουμε με το δάχτυλο ποιος έκανε το εκάστοτε κοστοβόρο λάθος. Ο Κάργας, ο Σάστρε, ο Λύρατζης, ο Μήτσος, ο Κώστας, ο Γιώργος. Δεν κοιτάζεις το δάχτυλο, όταν το δάχτυλο δείχνει το πρόβλημα. Κοιτάζεις το πρόβλημα. Οπως και στην περίπτωση του Ολυμπιακού, δεν είναι το χρήμα που λείπει. Είναι το να λειτουργεί ομαλά ο μηχανισμός.
Ο μηχανισμός που λειτουργεί ομαλά, λέει στον Βιεϊρίνια “σε αγαπάμε, σε εκτιμάμε, δεν γίνεται και δεν είναι διαπραγματεύσιμο ο αρχηγός του ΠΑΟΚ να αφήνει με εννέα την ομάδα των δέκα, τέλος συζήτησης”. Λέει στον Ντάγκλας Αουγκούστο “είσαι ένα από τα πιο ακριβά περιουσιακά στοιχεία, απ’ ό,τι φαίνεται έχεις στη ζωή άλυτα προβλήματα, δεν γίνεται και δεν είναι διαπραγματεύσιμο να σέρνονται, τέλος συζήτησης”. Λέει στον Μπίζεσβαρ “σε λατρεύουμε, σε θέλουμε για περιορισμένο αριθμό εμφανίσεων a la Valbuena, τέλος συζήτησης”. Λέει στον Ελ Καντουρί “είσαι παικτάρα, απ’ ό,τι φαίνεται γεννήθηκες τραυματίας, δεν γίνεται και δεν είναι διαπραγματεύσιμο να σε αμείβουμε επ’ άπειρον για υπηρεσίες που δεν έχουμε, τέλος συζήτησης”.
Αυτές οι τρεις εβδομάδες επίσης, προσφέρονται για να μπουν στη σειρά και τα αμιγώς ποδοσφαιρικά. Ο Τιάγκο Ντάντας δεν είναι δέκα, είναι έξι. Το χάρισμά του με τη μπάλα, αντιστοιχεί στο να την παίρνει και να βλέπει ολόκληρο το “μισό γήπεδο” μπροστά του. Ο Κούτσιας δεν νοείται να επωμίζεται “από το πουθενά” την κύρια ευθύνη, στο εννέα. Είναι για να υπάρχει στο καθημερινό γίγνεσθαι της ομάδας, να προπονείται, να είναι στις αποστολές, να τον κρατάνε ζεστό, να γράφει συμμετοχές, καμιά δεκαπενταριά με είκοσι εικοσάλεπτα/ημίωρα/ημίχρονα στη σεζόν που έρχεται, μια βελούδινη μεταπήδηση από το ποδόσφαιρο αγοριών στο ποδόσφαιρο ανδρών. Κατάχρηση όπως μια φορά κι ένα καιρό με τον Τζόλη, δεν ενδείκνυται.
Ο αποκλεισμός, τα updated οικονομικά δεδομένα της χρονιάς, δεν θα είναι παράξενο να επιφέρουν ένα κάποιο ανασχεδιασμό. Σε οποιοδήποτε ανασχεδιασμένο πλάνο, ένα δεν αντέχει ο ΠΑΟΚ προτού μπει στην κυρίως αγωνιστική περίοδο. Δεν αντέχει, να περιμένει αμήν-και-πότε τον υγιή Νέλσον Ολιβέιρα. Δεν αντέχει, να βασιστεί στον αβέβαιο Μπράντον. Δεν αντέχει, έκτακτες επινοήσεις σαν τον Νάρεϊ. Δεν αντέχει, σημειώσαμε ήδη, να καταχραστεί τον Κούτσια. Δεν είναι δουλειά μου να ξέρω πώς θα εξοικονομήσει κονδύλι, μονάχα εκτιμώ πως ο ΠΑΟΚ δεν νοείται να μπει στην κυρίως αγωνιστική περίοδο δίχως σέντερ-φορ. Βασικό, φτασμένο, σεντερφορίσιο σέντερ-φορ. Σαν τον Σπόραρ, αν πρέπει να το πω με παράδειγμα.
Πηγή: Sport DNA























