Επιλογή Σελίδας

Του Αλέξη Σπυρόπουλου

Ο Φορτούνης αυτής της Κυριακής με την ΑΕΚ, ο καλύτερος Ελληνας ποδοσφαιριστής απ’ όσους παίζουν στο ελληνικό πρωτάθλημα, ήταν…ο Ντανιέλ Ποντένσε της προηγούμενης Κυριακής με τον ΠΑΟΚ. Τους έπαιζε, κυνηγητό. Πιάστε με, αν μπορείτε. Ενας εναντίον έντεκα. Μία ασίστ-κίλερ, δοκάρι. Ένα γκολ. Στον ρόλο του ταλαιπωρούμενου Βιεϊρίνια, εδώ ο Αντρέ Σιμόες.

Ο Μπακασέτας αυτής της Κυριακής με τον Ολυμπιακό, ο πιο ραγδαία εξελισσόμενος Ελληνας ποδοσφαιριστής απ’ όσους παίζουν στο ελληνικό πρωτάθλημα, ήταν…ο Μπακασέτας της κάθε προηγούμενης Κυριακής εφέτος. Το φονικό μυδράλιο της ΑΕΚ. Ένα δοκάρι, ένα γκολ. Η αίσθησή του, πότε να επιτεθεί στη μπάλα, είναι απίθανη.

Και οι δύο, «άνοιξαν» την επίθεση που οι ίδιοι τελείωσαν. Και οι δύο, συμπαίκτες στον Αστέρα Τρίπολης μικροί, το πήραν επάνω τους. Μεγάλωσαν. Και συνεχίζουν να μεγαλώνουν. Το μεγάλωμα του Μπακασέτα φάνηκε, όχι όταν σκόραρε, αλλ’ όταν έτρεξε να πάρει τη μπάλα και να την πάει στη σέντρα. Το μεγάλωμα του Φορτούνη θα φανεί, με τον πιο απλό τρόπο. Μια αντρική συγγνώμη, για το αμέσως μετά το γκολ. Φτάνει και περισσεύει.

Ο Ολυμπιακός φοβήθηκε την ήττα. Οπότε δεν είναι παράξενο ότι, εν τέλει, φοβήθηκε και να νικήσει με το μπάζερ-μπίτερ. Για την ακρίβεια, ο Ολυμπιακός φοβήθηκε πως δεν θ’ άντεχε να σηκώσει άλλη μία ήττα. Τον περιμέναμε, να εμφανιστεί. Εδέησε, ένα λεπτό πριν το φινάλε του α’ ημιχρόνου. Σε μια φάση όπου όλα τα ξεκίνησε η ντρίμπλα+πάσα, αντί για διώξιμο, του Βούκοβιτς (μπροστά στον Κλωναρίδη) κοντά στη μεσαία γραμμή. Τα υπόλοιπα, τα ανέλαβε ο Φορτούνης.

Ο Πέντρο Μαρτίνς στήριξε, όχι με το στόμα, έμπρακτα, με το να τους επιλέξει ξανά στην ενδεκάδα του, Βούκοβιτς/Γιαννιώτη μετά το μπλούπερ. Μια σπουδαία χειρονομία. Ο προπονητής «σκόραρε» μες στ’ αποδυτήρια. Ο Γιαννιώτης ένιωσε την εμπιστοσύνη. Την ανταπέδωσε, σε ανθεκτικότητα. Μέσα σε δέκα λεπτά «κράτησε» στο σουτ του Ροντρίγκο Γκάλο από στημένο, στο σουτ του Μπακασέτα σε open play, στο σουτ του Λιβάια σε transition. Τρύπιος, δίχως την εμπιστοσύνη, όλο και κάτι θα περνούσε μέσα.

Ο Ουζουνίδης είναι ο πνιγμένος που πιάστηκε απ’ τα μαλλιά του και, κάπως, σώθηκε. Μυθιστορηματικά, αν μετρήσουμε ότι έβγαλε την παρτίδα με κινήσεις απόγνωσης τύπου Μοράν και Μπογέ οι οποίοι, σε φυσιολογικές συνθήκες, δεν θα έμπαιναν δεκαοκτάδα καν. Η έλλειψη του Πόνσε και του Μάνταλου, η μετατόπιση του Λιβάια και του Μπακασέτα, αργότερα ο τραυματισμός του Κλωναρίδη, πείραξαν τη χημεία και την όλη λειτουργία του επιθετικού μηχανισμού. Δεν υπήρξε η ροή, η διαύγεια στις αποφάσεις, άλλων παιγνιδιών. Ούτε απ’ τους ακραίους μπακ ούτε από κανένα.

Η μπάλα σηκώθηκε, όσο δεν ενδείκνυται όταν απέναντι έχεις τους στόπερ του Ολυμπιακού. Ότι ο Λαμπρόπουλος έφτασε ως την κεφαλιά στο 88’, ασχέτως αν αστόχησε, ήταν ένας μικρός άθλος. Αλλά, συμβαίνει καμιά φορά, παίζεις λάθος και σου βγαίνει σε καλό. Οι σέντρες δεν περνούσαν, αναμενόμενα. Από τις «δεύτερες μπάλες» όμως, στις σέντρες που κόπηκαν, ήλθαν όσα σφύριξαν στο αυτί του Γιαννιώτη. Το δοκάρι του Μπακασέτα, το σουτ-άουτ του Μοράν.

Από σέντρα άλλωστε, ήλθε και η ισοφάριση. Εκεί ωστόσο, ανεξάρτητα απ’ την όσφρηση του Μπακασέτα να ορμήσει στη μπάλα, ήταν τύχη. Γιατί καμιά φορά, συμβαίνει και το άλλο. Να παίζεις σωστά, και να σου βγαίνει σε κακό. Η σέντρα του Ροντρίγκο Γκάλο δεν θα έφτανε ποτέ, αν δεν την αλλοίωνε η κόντρα στο σώμα του Ντανιέλ Ποντένσε που καλώς βρέθηκε στο σημείο για ν’ αμυνθεί. Τη σέντρα, αν περνούσε απ’ τον καλά τοποθετημένο Τσιμίκα, θα τη σταματούσε ο επίσης καλά τοποθετημένος Γκιλιέρμε. Η κόντρα έκανε τη σέντρα, καντηλάκι. Ο Τσιμίκας, αυτομάτως βγήκε εκτός. Κι ο Γκιλιέρμε πατούσε στο πόδι που δεν του επέτρεπε να σηκωθεί με δύναμη ψηλά, στο ίδιο κλάσμα δευτερολέπτου που ο Μπακασέτας πάτησε και έμοιασε να σηκώθηκε ίσαμε τον θεό.

Από Κυριακή σε Κυριακή, με ΠΑΟΚ και με ΑΕΚ, ο Ολυμπιακός «επέστρεψε τα δανεικά» του 90’+2’ με Αστέρα και με Πανιώνιο. Συνεχόμενες παρτίδες, όλες αφημένες στην ύστατη ζαριά. Κύκλος είναι…

Πηγή: Sport DNA