Του Αλέξη Σπυρόπουλου
Αν κάποιος άξιζε να γυρίσει τη νύχτα στο σπίτι με το μετάλλιο του νικητή από τον αγώνα, αυτός είναι ο Κώστας Φορτούνης. Ένα θεριό, ανήμερο. Καθοδήγησε τον Ολυμπιακό στο σημαντικό αποτέλεσμα, ενός παιγνιδιού με ασήμαντο ποδοσφαιρικό περιεχόμενο. Ο αντίστοιχος Φορτούνης στον ΠΑΟΚ ήταν ο Ελ Καντουρί. Κάντε μου τη χάρη…
Ο ένας, αρχή+μέση+τέλος. Ενας σολίστ. Ενέπνευσε εκείνη την επιθετική έξαρση που χρειαζόταν ο Ολυμπιακός για να πάρει το ματς. Γέμισε την κεντρική λεωφόρο του γηπέδου. Ο άλλος, βγήκε στην αρχή απ’ τον αριστερό παράδρομο σε δύο ανώδυνα τρυπήματα του Ελαμπντελαουί, έκανε τις σέντρες του, μία κακή, μία καλή, κι αυτό ήταν όλο. Επειτα, έσβησε.
Εάν θέλετε να το πάμε και παραπέρα, ο Φορτούνης είχε στο πεδίο πολύτιμο συμπολεμιστή τον Οτζίτζα-Οφό. Ο αντίστοιχος Οτζίτζα-Οφό στον ΠΑΟΚ ήταν ο Τσίμιροτ. Ξανακάντε μου τη χάρη! Πώς ο Λουτσέσκου το σκέφτηκε, ότι μετά το γκολ προείχε ν’ αλλάξει το εξάρι του (Μαουρίσιο) που ήταν κι ο καλύτερος απ’ τους τρεις χαφ του, αυτό είναι ένα ζήτημα.
Μικρό, μπροστά στο πώς ο προπονητής του ΠΑΟΚ σκέφτηκε ότι στους 14 που έστειλε να πολεμήσουν δεν υπήρχε θέση και ρόλος για τον Πέλκα. Ο ΠΑΟΚ «κάνει επικοινωνία» ότι ο Πέλκας δικαιούται να επιστρέψει στην Εθνική, καλώς την κάνει, τον παίκτη του θα υποστηρίξει (…μολονότι ο Πέλκας έχει μπροστά Φορτούνη και Μάνταλο), αλλ’ ο Πέλκας δεν βρίσκει χώρο στο Καραϊσκάκη ούτε ως τρίτη αλλαγή!
Η μορφή της αναμέτρησης ακύρωσε όλα τα επιθετικά όπλα. Ο Πρίοβιτς ήταν εκεί, όσο ήταν εκεί κι ο Ανσαριφάρντ. Οι ακραίοι, επίσης χάθηκαν. Γκολ μόνον έτσι, ή κάπως έτσι, θα έμπαινε. Απ’ την αντανακλαστική κίνηση του Σαμπράνο που δεν άφησε τον Ρέι να καταπιεί την εύκολη κεφαλιά του Ρομαό, αλλά κλώτσησε τη μπάλα (μες απ’ τα χέρια του τερματοφύλακά του) στον Ενγκελς επάνω…
Ο Ολυμπιακός, όταν έπρεπε να πάρει τη μπάλα δική του και να κάνει πράγματα να συμβούν, είχε τον Φορτούνη. Το δεκάρι του. Ο ΠΑΟΚ, όταν έπρεπε να παίξει, είχε τον Κανένα. Πολιόρκησε με άσφαιρα στημένα, κι έκανε ήρωα τον Σισέ. Ο μοναδικός του ΠΑΟΚ που «σκότωνε τη μάνα του» προκειμένου να μη φύγει ηττημένος απ’ τη μάχη, ήταν ο Λέο Μάτος. Ο δεξιός μπακ. Άλλο το δεκάρι, άλλο ο δεξιός μπακ.
Ηταν μια νίκη, ένας μικρός θρίαμβος, της θέλησης. Του ενστίκτου αυτοσυντήρησης. Της πιο ισχυρής επιθυμίας. Στη μονομαχία, στο τάκλιν, στο τρέξιμο, στον πόνο. Στο εξτρά μίλι, που λένε. Ο ΠΑΟΚ έμοιαζε σαν να κουράστηκε μεσοβδόμαδα, πιο πολύ απ’ τον Ολυμπιακό στη Βαρκελώνη. Πού κουράστηκε; Στη «λαϊκή απογευματινή» προπόνηση, στην Τούμπα;
Η σημασία του αποτελέσματος έγκειται στο ότι ο Ολυμπιακός, ενώ δεν έλυσε τα προβλήματά του, τουλάχιστον ζει με αυτά και άντεξε να μη δημιουργήσει στον εαυτό του…κι άλλα. Καινούργια. Σε αντίθεση με την ΑΕΚ και τον ΠΑΟΚ δε, επαναλαμβάνω ό,τι σημείωσα τις προάλλες εδώ, ο Ολυμπιακός ξέρει την ποδηλατάδα του πρωταθλητισμού.
Ναι μεν τους έχει ακόμη μπροστά του, την ΑΕΚ και τον ΠΑΟΚ, αλλά στο καθαρό οπτικό πεδίο του. Τους βλέπει, τους ακολουθεί, τους ελέγχει, τους πιέζει. Ειδάλλως, θα τους διέκρινε μόλις και μετά βίας. Μες σε καπνούς και σε βρισιές…
Πηγή: Sport DNA














