Κανείς δε θα… ανακαλύψει την Αμερική, λέγοντας πως τα φιλικά παιχνίδια προσφέρονται για δοκιμές, ενόψει των επίσημων υποχρεώσεων τις εκάστοτε ομάδας. Έτσι γινόταν, έτσι γίνεται και έτσι θα συνεχίσει να γίνεται σε όλο τον ποδοσφαιρικό πλανήτη. Γι’ αυτό, λοιπόν, δεν ήταν τυχαία η επιλογή των δύο τελευταίων αντιπάλων της εθνικής μας ομάδας. Η Σουηδία και η Ιταλία αποτελούν ομάδες από το πιο πάνω ράφι, συγκριτικά με την Ελλάδα. Όπως, αντίστοιχης δυναμικής θα είναι και οι ομάδες που θα αντιμετωπίσει η «γαλανόλευκη» το ερχόμενο φθινόπωρο, στο Nations League. Η Ιταλία – αν και με πολλά νέα παιδιά στη σύνθεσή της – είναι η αντίστοιχη Ολλανδία ή Γερμανία και η Σουηδία είναι η αντίστοιχη Σερβία.
Έχοντας, λοιπόν, στο μυαλό του ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς το πως θα κληθεί να αντιμετωπίσει – πρωτίστως – τους Γερμανούς και τους Ολλανδούς, αποφάσισε να παρατάξει την ομάδα με τρεις κεντρικούς αμυντικούς. Ήθελε να δει, πως θα ανταπεξέλθει το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα, σε καταστάσεις που θα χρειαστεί κυρίως να αμυνθεί και να προστατεύσει τα μετόπισθεν. Γιατί, κακά τα ψέματα, αυτό αναμένεται να γίνει απέναντι στα «πάντσερ» και στους «οράνιε». Ωστόσο, τα συμπεράσματα που βγήκαν από αυτά τα δύο φιλικά παιχνίδια, δεν ήταν ενθαρρυντικά. Η εθνική ομάδα δεν αγωνίστηκε καλά, όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος ο ομοσπονδιακός τεχνικός.
Επί της ουσίας, ο σχηματισμός 3-4-3 (που για μένα είναι 5-4-1, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία), συγκριτικά με το 4-3-3 ή το 4-2-3-1, προσθέτει έναν κεντρικό αμυντικό και αφαιρεί έναν κεντρικό χαφ. Για την ακρίβεια, αφαιρεί τον ποδοσφαιριστή πίσω από το σέντερ-φορ. Για να το κάνω πιο λιανά, βγαίνει ο Κωνσταντέλιας και μπαίνει ο Ρέτσος ή ο Χατζηδιάκος. Αυτό σημαίνει πως η ομάδα γυρίζει πιο πίσω στον αγωνιστικό χώρο και γίνεται πιο αμυντικογενής. Κάτι, που φάνηκε πολύ περισσότερο στη χθεσινή ήττα από την Ιταλία, στο Παγκρήτιο. Το θέμα είναι το εξής. Μπορεί να υπηρετήσει μια τέτοια φιλοσοφία η συγκεκριμένη ομάδα;
Κατά την άποψή μου, το DNA αυτής της φουρνιάς της «γαλανόλευκης» είναι εντελώς διαφορετικό. Το ταλέντο αυτών των παιδιών είναι για ποδόσφαιρο κατοχής και φαντασίας, όχι αναμονής και – ενίοτε – σκληράδας. Ο Κωνσταντέλιας, ο Καρέτσας, ο Τζόλης και οι υπόλοιποι θέλουν την μπάλα στα πόδια τους για να δημιουργήσουν και όχι να καταστρέψουν το παιχνίδι του αντιπάλου. Και εδώ το δίλημμα είναι τεράστιο για τον Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Να προσπαθήσει να αλλάξει το DNA αυτής της ομάδας, ώστε να γίνει πιο συμπαγής και ενδεχομένως πιο αποτελεσματική ή να πορευθεί με το υλικό που υπάρχει, με όποιους κινδύνους ποδοσφαιρικής… αφέλειας εγκυμονούν;
Μιλώντας εντελώς κυνικά, αυτό που προέχει στο σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι το αποτέλεσμα. Δοκάρι και μέσα η μπάλα; Είσαι ικανός. Δοκάρι και έξω; Δεν κάνεις. Άσχετα με το τι έχει προηγηθεί και πόσο ποδοσφαιρική ή όχι είναι η εικόνα μιας ομάδας. Από το αποτέλεσμα θα κριθεί ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς, ειδικά μετά τον αποκλεισμό από το Παγκόσμιο Κύπελλο, που ξεκινά σε λίγες ημέρες. Επιπλέον «κανονάκι» δεν έχει στη διάθεσή του ο Σέρβος τεχνικός και δεν αναφέρομαι τόσο στο Nations League του φθινοπώρου, όσο στην ερχόμενη προκριματική φάση του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος. Οπότε, ο ίδιος θα κληθεί να αποφασίσει πως θα πορευθεί η ομάδα του. Παίζοντας για το θέαμα ή για την ουσία; Με στόχο το 4-3 ή το 1-0;
Πηγή: Gazzetta














