Του Αλέξη Σπυρόπουλου
Η προσωπική δήλωση αποχώρησης επανέφερε τον κύριο Αλαφούζο, κατ’ αρχήν στο στοιχείο του. Στο πεδίο της αστικής ευγενείας. Δεν ήταν ο εαυτός του σε πολλές περιπτώσεις πριν (ανακοινώσεις, διαρροές κ.λπ.) όταν άλλοι ομιλούσαν εξ ονόματός του ή εν ονόματί του. Πράγμα που είναι το πιο εύκολο να συμβεί εδώ που τα λέμε, να χάνει κανείς τον εαυτό του και να γίνεται κάποιος άλλος, σε μια δημόσια δραστηριότητα φύσει υψηλής έντασης. Στο επιχειρείν, στο ελληνικό ποδόσφαιρο.
Η ενασχόληση υπήρξε ειλικρινής, γενναιόδωρη, ανυστερόβουλη. Και, εκ του αποτελέσματος, ατυχήσασα. Χρέος κληρονόμησε, στον δρόμο το μάζεψε, μετά το άνοιξε πάλι, εν τέλει χρέος κληροδοτεί. Οι αριθμοί που ο ίδιος κοινολόγησε, αμάχητα επιβεβαιώνουν το μέγεθος της α(πο)τυχίας. Άλλο να μη τα καταφέρνεις, επειδή δεν έβαλες (πολλά). Αλλο να αποτυγχάνεις βάζοντας 42, δίνοντας άλλα 20 για να γλιτώσεις, κι από πάνω να ‘χεις ακούσει και εκείνο το, άδικο των αδίκων, Αφραγκούζος!
Τα νούμερα από την προσωπική περιουσία του αφεντικού, όχι στον Παναθηναϊκό μόνον, σηκώνουν συζήτηση FFP (Financial Fair Play), μια συζήτηση σοβαρή μεν, μάλλον άλλης στιγμής δε. Της στιγμής, είναι η (παρά τα νούμερα) αποτυχία. Τα αίτια της αποτυχίας είναι τα εξής δύο. Ένα, η ελάχιστη ποδοσφαιροσύνη του Αλαφούζου. Δεν την είχε, προσπάθησε να την εγχύσει στο αίμα του, το αίμα την απέβαλε. Δεν είναι, από ανθρώπους που κρατιούνται καλά, ο πρώτος. Μυτιληναίος, Νοτιάς, Κοντομηνάς. Δεύτερο, οι καθ’ οδόν παλινωδίες. Συνέβησαν επειδή το casting εκτελεστικών στελεχών δεν φάνηκε να ήταν το πιο γερό σημείο του.
Ο Αλαφούζος έζησε σε αναχωρητική φάση, τους πολλούς τελευταίους μήνες. Όταν πήρε τον Ουζουνίδη, το σημείωμα της 2ης Δεκεμβρίου εδώ ήταν «η τελευταία πρόσληψη». Επεξηγούσε πως «η κοινή πείρα ζωής δηλοί ότι φτάνει η ώρα για να βγάλει σιγά-σιγά από πάνω του το βάρος-ποδόσφαιρο. Enough is enough». Λιγότερο από χρόνο έκτοτε, σήμερα ελεύθερη πτώση απ’ τα σύννεφα δεν δικαιολογείται. Ο Αλαφούζος, αποχωρώντας, σώζει και κάτι άλλο. Ενα στίγμα, που θα το επιβαρυνόταν εσαεί. Ποιο; Ότι πήγε κι έκανε, αυτό που ούτε το βαρδινογιαννέικο ούτε οι πολυμετοχικοί έφτασαν ποτέ να κάνουν. Τον Παναθηναϊκό, περίπου τοπική οργάνωση πολιτικού (δεν έχει σημασία τίνος) κόμματος. Με την αποχώρηση, θα παρέλθει ως ένα φάλτσο της στιγμής.
Στο μεταξύ ο Γιαννακόπουλος σκαρφάλωσε στο κιγκλίδωμα, πανέτοιμος να κάνει τη Δίκη του Χρέους. Για τον Παναθηναϊκό, ακριβώς όπως και για τη χώρα, ποιοι/πότε γιγάντωσαν το χρέος, το γνωρίζουν και τα μικρά παιδιά. Αρθρογραφώντας στην «Εξέδρα» εκείνη την εποχή, της άκρατης πράσινης ευωχίας, είχα γίνει αρκούντως δυσάρεστος. Τώρα, δεν έχει νόημα. Να έρθουν πίσω, να ξεχρεώσουν όσοι βύθισαν το σκάφος στην άβυσσο, το σκάφος-Παναθηναϊκός ή το σκάφος-Ελλάδα, άντε βρες τους και φέρ’ τους! Μια ματαιοπονία, ένα άχτι, που εγκλωβίζει στο πίσω και δεν λύνει κάτι μπροστά. Την ίδια εκείνη 2η Δεκεμβρίου 2016 η επισήμανση εδώ ήταν πως «το ακόμη πιο δύσκολο είναι να βρει ο Αλαφούζος ένα επόμενο που να παρέχει εχέγγυα ότι θα τα καταφέρει».
Επ’ αυτού, η τρέχουσα επίκληση ήταν προς τους «ιστορικούς πρωταγωνιστές». Μια επίκληση καταφανούς απόγνωσης. Οι ιστορικοί πρωταγωνιστές δεν υπάρχουν, πια, στο κάδρο. Τους πάτησε τρένο. Προηγούμενοι, δεν μπορεί ποτέ να είναι και επόμενοι. Εάν οι προηγούμενοι γίνουν επόμενοι, θα ‘ναι σαν φάρσα. Επόμενοι μπορεί να είναι, ή καινούργιοι ή…η Γ’ Εθνική. Ακούγεται σοκαριστικό, βίαιο, ταμπού. Εν πρώτοις, μια εύλογη αντίδραση θα ήταν «όποιος μιλάει για γάμα εθνική να πάει να απαυτωθεί» που φώναζαν μια φορά κι ένα καιρό ΑΕΚτσήδες. Αλλά, κοιτάζοντας όπισθεν σε βάθος πενταετίας, της πενταετίας 2012-2017, τις ζωές Παναθηναϊκού και ΑΕΚ τούτη την πενταετία, ποιος απ’ τους δύο είναι τη σήμερον ημέρα καλύτερα; Και χωρίς να χρειάζεται, ο (πιο financially fair player) Μελισσανίδης να διασπαθίζει αριστερά και δεξιά χοντρά κομμάτια προσωπικής περιουσίας…
Πηγή: Sport DNA














