Του Πολύδωρου Παπαδόπουλου
Στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο υπάρχουν χώρες που στηρίζονται στο μέγεθος, στον πληθυσμό και στις αστείρευτες δεξαμενές ταλέντου. Υπάρχουν όμως και χώρες που χτίζουν την επιτυχία τους απότην ικανότητα να ξεπερνούν διαρκώς τις προσδοκίες. Η Κροατία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δεύτερης κατηγορίας. Παρά το μικρό της μέγεθος, έχει καταφέρει να καθιερωθεί ανάμεσα στις σημαντικότερες ποδοσφαιρικές δυνάμεις των τελευταίων δεκαετιών, φτάνοντας σε τελικό Μουντιάλ, κατακτώντας την τρίτη θέση δύο φορές και παράγοντας διαρκώς ποδοσφαιριστές παγκόσμιας κλάσης.
Ωστόσο, καμία μορφή δεν συμβολίζει καλύτερα αυτή τη διαδρομή από τον Λούκα Μόντριτς. Η προσωπική του ιστορία συμπυκνώνει πολλά από τα χαρακτηριστικά που συνοδεύουν το κροατικό ποδόσφαιρο: επιμονή, προσαρμοστικότητα, ταπεινότητα και πίστη ότι τα εμπόδια μπορούν να ξεπεραστούν. Από ένα παιδί που μεγάλωσε ως πρόσφυγας στα χρόνια του πολέμου μέχρι τον αρχηγό που οδήγησε τη χώρα του στις μεγαλύτερες διακρίσεις της ιστορίας της, ο Μόντριτς δεν αποτελεί μόνο τον κορυφαίο ποδοσφαιριστή της Κροατίας, αλλά και το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο της πορείας της.

Στα 40 του χρόνια, αγωνίζεται για πέμπτη φορά σε Παγκόσμιο Κύπελλο με την εθνική Κροατίας. Σε ένα τουρνουά που κυριαρχείται από τις φιγούρες των Λιονέλ Μέσι και Κριστιάνο Ρονάλντο, η δική του παρουσία μοιάζει πιο ήσυχη, σχεδόν υποτιμημένη. Κι όμως, η πορεία του είναι από τις πιο ασυνήθιστες και βαθιά ανθρώπινες στο σύγχρονο ποδόσφαιρο.
Ο Λούκα Μόντριτς δεν ξεκίνησε ποτέ ως «προϊόν» μεγάλου ταλέντου ή ποδοσφαιρικής βιομηχανίας. Μεγάλωσε στη Ζαντάρ, μέσα στη δίνη του πολέμου της πρώην Γιουγκοσλαβίας, σε μια παιδική ηλικία που δεν είχε κανονικότητα. Το ποδόσφαιρο δεν ήταν όνειρο πολυτέλειας, ήταν καταφύγιο. Και πολλές φορές, κυριολεκτικά, συνυπήρχε με την επιβίωση.
Ο ίδιος έχει περιγράψει εκείνα τα χρόνια με μια σχεδόν απλή εικόνα: μια μπάλα και ένας τοίχος. Εκεί χτίστηκε ολόκληρη η τεχνική του. Σε έναν κόσμο όπου η καθημερινότητα διακοπτόταν από σειρήνες και φόβο, ο μικρός Λούκα έβρισκε σταθερότητα στην επανάληψη, στο χτύπημα της μπάλας πάνω στο τσιμέντο, στη μοναξιά της προπόνησης χωρίς κοινό.
Από αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε ένας ποδοσφαιριστής που δεν εντυπωσίαζε με σωματικά προσόντα, αλλά με αντίληψη, ισορροπία και καθαρό μυαλό. Στην πορεία του, από τη Ντιναμό Ζάγκρεμπ μέχρι την παγκόσμια σκηνή, ο Μόντριτς έπρεπε διαρκώς να αποδεικνύει ότι η έλλειψη όγκου δεν σημαίνει έλλειψη επιρροής.
Η κορύφωση ήρθε στο Μουντιάλ του 2018, όταν οδήγησε την Κροατία στον τελικό και αναδείχθηκε κορυφαίος ποδοσφαιριστής του κόσμου, σπάζοντας τη δεκαετή κυριαρχία των δύο μεγάλων σταρ της εποχής. Ήταν η στιγμή που ένας παίκτης χωρίς τη λάμψη του Κριστιάνο και του Μέσι μετατράπηκε σε σημείο αναφοράς του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.
Όμως ακόμη και τότε, δεν άλλαξε ο τρόπος που αγωνίζεται. Ο Μόντριτς δεν έγινε ποτέ παίκτης υπερβολής ή θεάματος. Παρέμεινε οργανωτής, ρυθμιστής, ένας μέσος που διαβάζει το παιχνίδι πριν αυτό συμβεί. Στη δική του φιλοσοφία, το ποδόσφαιρο είναι κυρίως σκέψη και λιγότερο επίδειξη.
Η Κροατία που εκπροσωπεί σήμερα δεν είναι πια η «έκπληξη» του 2018 ή του 2022, αλλά μια σταθερή δύναμη των μεγάλων διοργανώσεων. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει μια μικρή χώρα σε πληθυσμό και βάθος επιλογών, που στηρίζεται σε συγκεκριμένες γενιές και προσωπικότητες. Ο Μόντριτς είναι το τελευταίο μεγάλο σύμβολο αυτής της εποχής.
Το εντυπωσιακό στην περίπτωσή του δεν είναι μόνο η διάρκεια, αλλά η συνέπεια. Από το παιδί που έπαιζε ποδόσφαιρο στους τοίχους της Ζαντάρ μέχρι τον αρχηγό της Κροατίας σε πέντε Παγκόσμια Κύπελλα, ο Λούκα Μόντριτς ακολούθησε μια διαδρομή που λίγοι θα μπορούσαν να προβλέψουν. Στα 40 του, παραμένει σημείο αναφοράς για τη χώρα του και μια από τις πιο σταθερές παρουσίες του σύγχρονου ποδοσφαίρου.
Πηγή: Gazzetta















