Του Αλέξανδρου Σόμογλου
Θα είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σας από τις πρώτες γραμμές του κειμένου. Αν έθετα στον εαυτό μου ως ερώτημα τον τίτλο του κειμένου μέχρι πριν από ένα μήνα θα απαντούσα λακωνικά με τη φράση «ούτε με σφαίρες»! Θα μου ήταν αδύνατο να ποντάρω σε μια ολοκαίνουργια ομάδα που έζησε ένα καλοκαίρι ολοκληρωτικού ξηλώματος των αποδυτηρίων της (όχι μόνο σε επίπεδο παικτών), έναντι δύο αντιπάλων που και ψηλότερα από εκείνη τερμάτισαν στο περσινό πρωτάθλημα και – άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο – διατήρησαν αναλλοίωτο το μεγαλύτερο μέρος του κορμού τους, άρα και της χημείας τους.
Ωστόσο, είναι τόσο ελπιδοφόρα η εικόνα του Ολυμπιακού στις έως τώρα επίσημες ευρωπαϊκές του υποχρεώσεις, που καθιστά το ερώτημα (και κατ’ επέκταση την όλη συζήτηση) εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, ακόμη και στις τάξεις των φιλάθλων άλλων ομάδων. Γιατί αν κρίνω από τις συζητήσεις στα «καφενεία» του διαδικτύου, ελάχιστοι (είτε φίλοι των «ερυθρόλευκων», είτε υποστηρικτές αντιπάλων του), περίμεναν έναν Ολυμπιακό άκρως ανταγωνιστικό στο ξεκίνημα της χρονιάς. Και για να μην τρελαθούμε, ούτε εγώ τον περίμενα.
Μπορεί, λοιπόν, ο Ολυμπιακός να γκρεμίσει το «δίπολο» ΑΕΚ – ΠΑΟΚ; Δεν είναι καθόλου εύκολη η… κάθετη απάντηση, είτε θετική, είτε αρνητική, πολύ απλά γιατί ακόμα δεν έχουμε στα χέρια μας συγκεκριμένα δεδομένα της σεζόν που εκκίνησε εδώ και λίγες εβδομάδες. Ας τα δούμε, λοιπόν, ένα – ένα…
Η χημεία
Σε επίπεδο χημείας, ΠΑΟΚ και ΑΕΚ είναι αρκετά μπροστά σε σχέση με τους Πειραιώτες. Πολύ πιο δεμένες ομάδες, με τους Θεσσαλονικείς μάλιστα να έχουν διατηρήσει τον ίδιο προπονητή και – σε αντίθεση με την «Ένωση» που έχασε Βράνιες, Λάζαρο, Αραούχο – να μην έχουν χάσει ούτε ένα κομβικό γρανάζι της περσινής τους μηχανής.
Η γνώση της ελληνικής πραγματικότητας
ΠΑΟΚ και ΑΕΚ έχουν στον πάγκο τους προπονητές που γνωρίζουν τα… κατατόπια της Superleague. Θεωρητικά, λοιπόν, Μαρίνος Ουζουνίδης και Ραζβάν Λουτσέσκου ίσως έχουν ένα πλεονέκτημα έναντι του Πέδρο Μαρτίνς. Ωστόσο, ο Πορτογάλος δείχνει ένας εξαιρετικά μεθοδικός και έξυπνος άνθρωπος που προσαρμόζεται εύκολα στις συνθήκες που συναντά και που κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού έχει κερδίσει ουκ ολίγους πόντους στην εκτίμηση των φιλάθλων, αλλά ακόμη και του ίδιου του οργανισμού που λέγεται «Ολυμπιακός».
2010-2018, οι μεγάλες διαφορές
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που συνδέουν την εκκίνηση της φετινής χρονιάς, με την αντίστοιχη της σεζόν 2010-11, όταν ο πολυμετοχικός Παναθηναϊκός είχε εκθρονίσει τους «ερυθρόλευκους» από την κορυφή του πρωταθλήματος. Καμία σχέση το ένα καλοκαίρι με το άλλο για δύο βασικούς λόγους: Πρώτον, ο Ολυμπιακός ξεκινούσε το πρωτάθλημα ένα μόλις μήνα μετά την ιστορική μετάβαση της σκυτάλης από τον Σωκράτη Κόκκαλη, στον Βαγγέλη Μαρινάκη. Αυτό σήμαινε ενθουσιασμός, προσδοκία, προσμονή, αύρα πρωταθλητισμού, συναισθήματα που γιγαντώθηκαν όταν ανακοινώθηκε και η επιστροφή του Ερνέστο Βαλβέρδε στον Πειραιά.
Δεύτερον, ο βασικός ανταγωνιστής του Ολυμπιακού, είχε αρχίσει να βγάζει τα μάτια του μόνος του, βυθισμένος σε ένα καθεστώς αυτοκαταστροφικής εσωστρέφειας που ουσιαστικά υποθήκευσε το μέλλον του συλλόγου. Κανείς δεν πρέπει να ξεχνά ότι η εποχή Μαρινάκη – το καλοκαίρι του 2010 – ξεκινούσε με τον Παναθηναϊκό ισχυρό παίκτη στο τραπέζι και με τους «πράσινους» να εκκινούν τη σεζόν με εξασφαλισμένα τα εκατομμύρια του Τσάμπιονς Λιγκ στην τσέπη τους.
Όπως αποδείχτηκε, τότε, τα χρήματα του Champions League δεν φέρνουν την ευτυχία, αν δεν τα αξιοποιήσεις σωστά. Πολύ σημαντική, λοιπόν, διαφορά του σήμερα με το τότε. Τόσο η ΑΕΚ του Μελισσανίδη, όσο και ο ΠΑΟΚ του Σαββίδη, όχι μόνο δεν εμφανίζουν αυτοκαταστροφικές τάσεις, αλλά αντίθετα βρίσκονται σε μονοπάτι πλήρους ανάπτυξης.
Η κόπωση της Ευρώπης
Η κόπωση των ομάδων από τις ευρωπαϊκές τους υποχρεώσεις, παίζει πάντα σημαντικό ρόλο στην εξίσωση του πρωταθλήματος. Για να μπορέσουμε, λοιπόν, να έχουμε μια ακριβή εικόνα της φθοράς (σωματικής και ψυχολογικής) που θα έχουν οι τρεις διεκδικητές του τίτλου το τρίμηνο Σεπτεμβρίου – Νοεμβρίου, θα πρέπει να μάθουμε αρχικά σε ποια διοργάνωση θα συμμετέχουν (αν φυσικά και ο Ολυμπιακός προκριθεί από τη διαδικασία των play off). Πάντα η πίεση που ασκείται σε μια ομάδα που συμμετέχει στους ομίλους του Champions League είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που δέχεται μια ομάδα στους ομίλους του Europa League. Τόσο σωματικά (γιατί οι ρυθμοί των αγώνων είναι πολύ πιο δύσκολοι), όσο και ψυχολογικά (γιατί κάθε αποτέλεσμα – είτε πρόκειται για θρίαμβο, είτε για συντριβή – αποκτούν πάντα μεγαλύτερη διάσταση στο Champions League, λόγω της βαρύτητας των ονομάτων που αντιμετωπίζουν οι ομάδες μας).
Το -2 του ΠΑΟΚ
Υπάρχει μια παράμετρος στη μάχη του τίτλου που άπαντες μοιάζουν να υποτιμούν λίγο στο ξεκίνημα της σεζόν. Το -2 με το οποίο εκκινεί ο ΠΑΟΚ. Αν πάμε σε ένα πρωτάθλημα σημαντικών βαθμολογικών απωλειών των «ισχυρών», το συγκεκριμένο χάντικαπ ίσως να μην έχει την παραμικρή αξία. Αν, όμως, έχουμε έναν μαραθώνιο δύο ταχυτήτων, στον οποίο οι τρεις διεκδικητές του τίτλου θα χάνουν δύσκολα βαθμούς ακόμη και εκτός έδρας, το συγκεκριμένο μειονέκτημα του «Δικέφαλου», ίσως παίξει πολύ πιο σημαντικό ρόλο στη μάχη της κορυφής.
Βελτίωση δεν σημαίνει απαραίτητα προσπέραση
Επειδή, μιλάμε για ποδόσφαιρο, υπάρχει ένα συγκεκριμένο δεδομένο με το οποίο ολοκληρώθηκε η περσινή σεζόν: Ο Ολυμπιακός ήρθε τρίτος, επειδή απλά είχε πολύ χειρότερη ομάδα από ΑΕΚ και ΠΑΟΚ (στα δικά μου μάτια ήταν ο χειρότερος Ολυμπιακός των τελευταίων τριάντα ετών και νομίζω ότι το ολοκληρωτικό ξήλωμα του περσινού ρόστερ από τον Βαγγέλη Μαρινάκη δικαίωσε τη συγκεκριμένη άποψη). Ξεκινάμε, λοιπόν, μια κούρσα στην οποία ο Ολυμπιακός καλείται να προσπεράσει αγωνιστικά δύο καλύτερες ομάδες (με βάση πάντα τα δεδομένα που τελείωσε η προηγούμενη περίοδος). Τι σημαίνει αυτό;
Σε κάθε αγώνα δρόμου αντοχής ή ημιαντοχής, προβάδισμα έχουν πάντα αυτοί που οδηγούν την κούρσα. Για να κόψεις πρώτος το νήμα δεν αρκεί να ανεβάσεις εσύ ταχύτητα, αλλά να σου δώσουν κι αυτοί τη δυνατότητα… προσπέρασης.
Αν, για παράδειγμα, ο Ολυμπιακός εμφανίσει πολύ σημαντική βελτίωση σε σχέση με πέρσι, αλλά ταυτόχρονα ανεβάσουν ταχύτητα τόσο η ΑΕΚ, όσο και ο ΠΑΟΚ, ενδέχεται και πάλι να χάσει το πρωτάθλημα, κι ας έχει κάνει τα πάντα σωστά.
Η διαιτησία… έξω από τα αποδυτήρια!
Τι σημαίνουν όλα τα παραπάνω; Ο Ολυμπιακός θα έχει τη δυνατότητα να σπάσει το «δίπολο» ΑΕΚ – ΠΑΟΚ, μόνο αν δεν αφήσει την πίεση και το αμόκ του πρωταθλητισμού να τον καταστρέψει. Αν διατηρήσει καθαρό μυαλό κι αν πιστέψει, επιτέλους, σε ένα μακροπρόθεσμο χτίσιμο μιας ανταγωνιστικής ομάδας, οι πιθανότητές του αυτομάτως θα πολλαπλασιαστούν…
Όπως είδατε, δεν αναφέρομαι καθόλου στον παράγοντα διαιτησία. Το ίδιο πράττω, εδώ και 25 (περίπου) χρόνια που ασκώ αυτό το επάγγελμα. Το ίδιο έπραττα και ως φίλαθλος, πριν ασχοληθώ με τη δημοσιογραφία. Ναι, θεωρώ ότι η διαιτησία παίζει τεράστιο ρόλο στη διαμόρφωση αποτελεσμάτων – ακόμη και στην εξέλιξη ολόκληρων διοργανώσεων και όχι μόνο ελληνικών – ναι θεωρώ ότι είναι ένας άκρως χειραγωγημένος χώρος (ακόμη και σε επίπεδο ΟΥΕΦΑ, πόσο μάλλον σε επίπεδο ΕΠΟ), ωστόσο πιστεύω ότι μια ομάδα πρέπει να ασχολείται πρώτιστα με τη δική της απόδοση στο χορτάρι. Οι παράγοντες της ας κάνουν ότι πιστεύουν στο παρασκήνιο για να την προστατεύσουν. Όταν, όμως, το «σύνδρομο του αδικημένου» εγκατασταθεί ως έμμονη ιδέα στα αποδυτήριά της, τότε ο δρόμος προς την αυτοκαταστροφή είναι εγγυημένος…
ΥΓ: Και μια ευχή (κάπως ρομαντική το ομολογώ) για το φετινό πρωτάθλημα. Μακάρι στο τέλος της σεζόν να έχουμε όλοι μας (δημοσιογράφοι και φίλαθλοι) ασχοληθεί περισσότερο με τον Μάνταλο, τον Βέρνμπλουμ, τον Ποντένσε και λιγότερο με τον Μελισσανίδη, τον Σαββίδη ή τον Μαρινάκη. Αν τα καταφέρουμε, θα έχουμε πραγματοποιήσει ένα μικρό αλλά πολύ σημαντικό βήμα προς ένα καλύτερο ποδόσφαιρο…
Πηγή: Sport DNA


















