Του Βασίλη Σαμπράκου
Περίπου 15 χρόνια πίσω, σε μια συζήτηση που είχαμε σχετικά με την δημόσια κριτική που ασκείται στους προπονητές, είχα εκπλαγεί με την ηρεμία, με την οποία αντιμετώπιζε αυτή την κουβέντα, ο Φερνάντο Σάντος. Χαμογελούσε και μου επαναλάμβανε ότι “στο ποδόσφαιρο όλοι οι θεατές κρύβουν έναν προπονητή μέσα τους. Μπορεί να μην έχουν γνώση, αλλά έχουν άποψη. Γι’ αυτό όμως εμείς, οι προπονητές, έχουμε πολύ υψηλότερη αμοιβή από τους δημοσιογράφους και τους υπόλοιπους επαγγελματίες που κρίνουν τις επιλογές μας, επειδή εμείς κάνουμε τις επιλογές πριν από τον αγώνα, κρίνουμε και αποφασίζουμε εκ των προτέρων και όχι εκ του αποτελέσματος”. Στην εξέλιξη του χρόνου αυτή η κουβέντα του Πορτογάλου προπονητή απέκτησε ακόμη βαθύτερη ουσία. Διότι στη σημερινή εποχή δεν χρειάζεται να κουβαλάς πολλή γνώση και εμπειρία για να κρίνεις την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα του game plan που επιλέγει ένας προπονητής. Σου αρκεί το θεωρητικό υπόβαθρο που δημιουργείται μέσα από την κατανόηση των βασικών αρχών της προπονητικής και η επεξεργασία όλων των δεδομένων της συμπεριφοράς μιας ομάδας στο τερέν, μαζί με την σύγκριση με τα δεδομένα της αντιπάλου ομάδας, για να αντιληφθείς αν έγινε ή όχι η δουλειά σωστά. Δυστυχώς βεβαίως για αυτούς, οι προπονητές εξακολουθούν να κρίνονται με βασικό κριτήριο το τελικό αποτέλεσμα του αγώνα. Και πολύ δυστυχώς στην Ελλάδα, την χώρα του αποτελέσματος, ένας προπονητής που ακολουθεί την ίδια μέθοδο σε δύο διαφορετικούς αγώνες γίνεται θεός στην νίκη και ανίκανος στην ήττα.
Το βράδυ της Πέμπτης ο Μανόλο Χιμένεθ επέλεξε ένα τολμηρό αγωνιστικό σχέδιο απέναντι στη Ριέκα. Παίρνοντας κουράγιο από όσα του είχε δείξει η ομάδα του στα δύο ματς με την Μπριζ και ειδικά από το α’ ημίχρονο του αγώνα στο Βέλγιο, ο Ισπανός προπονητής δεν ετοίμασε το χθεσινό παιχνίδι με τη συνείδηση ότι πρέπει να εμφανίσει μια ομάδα που θα περιμένει συμπαγής στο αμυντικό της τρίτο ή στο μισό γήπεδο την αντίπαλό του. Εβαλε στο τερέν μια ΑΕΚ που ξεκίνησε σε τέμπο πολύ υψηλής έντασης τόσο στη φάση της άμυνας όσο και στη φάση της επίθεσης και στόχευσε εξαρχής να πάει σε παιχνίδι μοιρασμένης κατοχής της μπάλας. Ο Χιμένεθ δεν άλλαξε τακτική μετά το 0-1 του 16’ου λεπτού. Επέλεξε να κρατά τους ποδοσφαιριστές του απλωμένους στο τερέν αντί να τους μαζέψει και να τους στήσει στα είκοσι – εικοσιπέντε μέτρα από την εστία του για να την προστατέψει. Ο Χιμένεθ δεν πτοήθηκε από την – κόντρα στην εξέλιξη του ματς – ισοφάριση των Κροατών. Και δεν αναθεώρησε ούτε μετά το 62’ο λεπτό, δηλαδή μετά το 1-2. Στα μάτια του παρατηρητή, η επιλογή που έκανε ο Ισπανός προπονητής στο τελευταίο ημίωρο του ματς έδειχνε εξεζητημένη: η ΑΕΚ παρέμενε απλωμένη στα 2/3 του τερέν, με μεγάλες αποστάσεις ανάμεσα στις γραμμές της και ανάμεσα στους παίκτες της, σαν να μην αισθάνεται ότι απειλείται από τους αντιπάλους της. Η εικόνα του τελευταίου ημιώρου όμως δικαίωσε την επιλογή του Χιμένεθ, δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι οι Κροάτες δεν είχαν ούτε την ενέργεια αλλά ούτε και την ποιότητα για να απειλήσουν την ΑΕΚ. Οι προπονητές λειτουργούν σαν τους σκακιστές: για κάθε τους κίνηση έχουν προηγουμένως επιχειρήσει να προβλέψουν τις επόμενες κινήσεις του αντιπάλου. Γι’ αυτό πληρώνονται καλά. Και γι’ αυτό ξεχωρίζουν αυτοί με την αποδεδειγμένη ικανότητα να διαβάζουν το ματς κατά την εξέλιξή του.
Αν ο Γκανέζος Ακόστι είχε περισσότερη ποιότητα ή καλύτερο αριστερό πόδι, που είναι το “κακό” του, η Ριέκα θα είχε τουλάχιστον ισοφαρίσει το ματς με την κλασσική ευκαιρία που δημιούργησε εκμεταλλευόμενη τα κενά της ΑΕΚ και σήμερα ο Χιμένεθ θα ήταν στο επίκεντρο της κριτικής, πληρώνοντας με βαθμούς και εντυπώσεις το ρίσκο που πήρε να συνεχίσει στο game plan της μοιρασμένης κατοχής της μπάλας και να μην μαζέψει την ομάδα του στο δικό της μισό ή να την ενισχύσει με ποδοσφαιριστές με ανασταλτικές δεξιότητες και να επιχειρήσει να “σβήσει” το ματς. Ο Χιμένεθ όμως δεν θα ήταν ένας “χειρότερος” συγκριτικά με προχθές προπονητής αν είχε χάσει τη νίκη. Θα παρέμενε αυτό που είναι και σήμερα, ένας κανονικός προπονητής που έκανε μια εκτίμηση που αποδείχθηκε κακή.
Ο Χιμένεθ δεν είδε όνειρο, ούτε του κατέβηκε ξαφνικά στο κεφάλι η ιδέα να επιμείνει σε αυτού του είδους το παιχνίδι. Ανέλυσε δεδομένα και έκρινε ορθότερη και πιο συμφέρουσα για την ομάδα του αυτή την επιλογή. Δύο βράδια νωρίτερα ο Μπέσνικ Χάσι έκανε μια σειρά από επιλογές που δεν δικαιώθηκαν ούτε από την εικόνα του Ολυμπιακού ούτε από το αποτέλεσμα του παιχνιδιού. Ούτε αυτός όμως είδε κάποιο όνειρο. Την τόλμη και το θάρρος με τα οποία αντιμετωπίζει τα ευρωπαϊκά παιχνίδια μας τα είχε δείξει και στο πρώτο ματς με την Ριέκα στο Καραϊσκάκη και στη ρεβάνς. Ούτε τότε όμως ούτε την περασμένη Τρίτη έκανε ό,τι του κατέβηκε στο κεφάλι μια ώρα πριν από την έναρξη του παιχνιδιού. Οι επιλογές του βασίζονταν στα δεδομένα που του προέκυπταν από την ανάλυση του αντιπάλου. Στην πραγματικότητα η επιλογή του δεν είχε δικαιωθεί ούτε στο πρώτο ματς με τη Ριέκα, και ειδικά στο α’ ημίχρονο εκείνου του ματς, όταν οι Κροάτες είχαν βρει περίπου ίδιους χώρους με αυτούς που βρήκε η Σπόρτινγκ. Συνέβη όμως η Ριέκα να αστοχεί και η Σπόρτινγκ να ευστοχεί. Κάποιος που σήμερα στήνει στον τοίχο τον Χάσι θα έπρεπε να το είχε πράξει, με την ίδια ένταση στον λόγο του, και την επομένη του πρώτου ματς με τη Ριέκα. Διαφορετικά η στάση του στην κουβέντα είναι υποκριτική, όχι ποδοσφαιρική. Οι προπονητές λειτουργούν σαν σκακιστές, αλλά δεν είναι σκακιστές, δεν τους αναλογεί τόσο μεγάλη επιρροή στο ποδοσφαιρικό παιχνίδι, δεν είναι ποδοσφαιριστές.
Απέναντι στην Σπόρτινγκ ο Χάσι είχε την ιδέα ότι μια ομάδα που θα έπαιρνε άριστα στο passing game και θα είχε πολύ υψηλή ακρίβεια στις μεταβιβάσεις θα κατάφερνε να ξεπεράσει τα εμπόδια που θα της έβαζε το επιθετικό pressing της Σπόρτινγκ και θα έφτανε μπροστά από την εστία της για να εκμεταλλευτεί τις αμυντικές αδυναμίες της και να σκοράρει. Και γι’ αυτό έκανε την επιλογή να γεμίσει την ενδεκάδα του με τους καλύτερους χειριστές της μπάλας που διέθετε. Δεν είναι ούτε ο πρώτος προπονητής ούτε ο τελευταίος που επιχειρεί με αυτή την μέθοδο να αντιμετωπίσει μια ομάδα που τα ποντάρει όλα στην επιθετική άμυνά της. Βλέποντας προσεκτικά το α’ ημίχρονο, ο παρατηρητής διαπιστώνει ότι ο Ολυμπιακός δεν ανταπεξήλθε όχι επειδή πλήρωσε τις επιλογές ενδεκάδας του προπονητή του με τα “δεκάρια” αλλά επειδή δεν βρήκε το κουράγιο, το καθαρό κεφάλι, το επιθετικό πνεύμα και την ένταση για να επιστρέψει από το αρχικό σοκ του 0-1 στο 2′ και του 0-2 στο 13′. Το 0-1 και το 0-2 δεν έγινε επειδή ο Ολυμπιακός δεν είχε έναν παραπάνω αμυντικό χαφ στο τερέν, αλλά επειδή δεν είχε μπει ψυχικά και πνευματικά στο ματς. Παρακολουθώντας το πεντάλεπτο από το 30′ έως το 35′ του ματς ο παρατηρητής θα διαπιστώσει ότι ο Ολυμπιακός παραχωρεί την μπάλα με αβίαστα λάθη στην Σπόρτινγκ, δίνοντάς της και τους χώρους για να επιτεθεί. Με λάθη που δεν οφείλονταν στην πίεση που δεχόταν ο κάτοχος της μπάλας, ούτε στην καλοσυντονισμένη επιθετική άμυνα της αντιπάλου του. Η κριτική στον Χάσι θα έπρεπε να έχει επικεντρωθεί στην ψυχική και πνευματική προετοιμασία ποδοσφαιριστών που δεν μπήκαν συγκεντρωμένοι στο αγωνιστικό σχέδιο και τις εντολές που δέχθηκαν κατά την ανάλυση του αντιπάλου και δεν απέδωσαν ποτέ στον έντονο ρυθμό που απαιτούσε το παιχνίδι.
Μετά τη λήξη του ματς με τη Σπόρτινγκ ο Χάσι είναι όσο καλός ήταν πριν από αυτό το ματς. Ηταν και παραμένει ένας κανονικός προπονητής, ο οποίος δεν κατάφερε να ισιώσει ένα ματς που του στράβωσε στο 2’ο λεπτό. Ηταν και παρέμεινε ένας τολμηρός προπονητής, ο οποίος άλλοτε θα δικαιώνεται στα μάτια των πολλών, όποτε το αποτέλεσμα είναι θετικό, κι άλλοτε θα παρουσιάζεται ως ακατάλληλος από αυτούς που έχουν μάθει να κρίνουν μόνο από το αποτέλεσμα ή που δεν ξέρουν να κρίνουν αλλιώς. Ενας προπονητής που δεν έχει δείξει έργο ούτε για ύμνους ούτε για σταύρωμα, διότι έχει μόλις συμπληρώσει τρίμηνο από την πρόσληψή του.
Πηγή: Gazzetta














