Επιλογή Σελίδας

Του Νίκου Παπαδογιάννη

Eάν ανατρέξετε στην πρώτη μπασκετοκουβέντα της σεζόν, τον περασμένο Οκτώβριο, θα με ακούσετε να προφητεύω ότι οι ομάδες μας θα τερμάτιζαν στην 5η και 7η θέση, πίσω από τις ΤΣΣΚΑ, Φενέρμπαχτσε, Ρεάλ και Χίμκι.

Αν ήμουν ικανός στα προγνωστικά θα ζούσα ντόλτσε βίτα στην Καραϊβική, αλλά σε αυτή την περίπτωση νομίζω ότι έπεσα μέσα.

Παρά τους αντικατοπτρισμούς της κανονικής περιόδου, ο Ολυμπιακός προσγειώθηκε στην 5η θέση της τελικής κατάταξης και ο Παναθηναϊκός στην 6η, με τη Ζαλγκίρις να κερδίζει στο σπριντ το τέταρτο εισιτήριο για το Final 4.

Στα playoffs, όπου κόβεται η πίτα, οι ομάδες μας εμφανίστηκαν κατώτερες από τους τέσσερις μνηστήρες που θα ταξιδέψουν στο Βελιγράδι, αλλά και από τη Χίμκι, για να μη πω και από τη Βασκόνια.

Ιδίως ο Ολυμπιακός έδινε την εντύπωση ότι δεν θα μπορούσε να αποκλείσει κανέναν από τους λοιπούς μονομάχους. Ο Παναθηναϊκός έφτασε πιο κοντά, αλλά όχι κοντά.

Τελικά, αποδείχθηκε ότι είχαν δίκαιοι όσοι προτιμούσαν έναν ελληνικό «εμφύλιο» στα προημιτελικά, με όλα όσα αυτός συνεπάγεται.

Έτσι τουλάχιστον θα είχαμε εκπρόσωπο στο Final 4. Η νίκη του Παναθηναϊκού στο Μιλάνο, την προτελευταία αγωνιστική, ματαίωσε αυτή την προοπτική.

Oμολογώ ότι ουδέποτε μου γέμισαν το μάτι οι δύο ομάδες που ανέμισαν την ελληνική σημαία την περίοδο 2017-8.

Το έγραψα και το ξεστόμισα πολλές φορές, την ίδια στιγμή που ακούγονταν και γράφονταν απίστευτα φληναφήματα για έβδομο, τέταρτο και …ελληνικό τελικό στο Βελιγράδι, ότι ο φετινός Ολυμπιακός ήταν κατώτερος από τον περυσινό και ο φετινός Παναθηναϊκός απλώς λίγος.

Η άφιξη του Τζέιμς εξωράισε σε σημαντικό βαθμό την εικόνα των «πρασίνων», αλλά ο σπασμωδικός τρόπος με τον οποίο ο Αμερικανός εντάχθηκε στην ομάδα έφερε οδυνηρές για την τελική κατάταξη ήττες.

Οι «κόκκινοι» βρέθηκαν σε διαρκή κατηφόρα το τελευταίο δίμηνο της περιόδου, αφού έχασαν πολλούς παίκτες (με ευθύνη άλλοτε του γιατρού και άλλοτε του προπονητή) και δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να τους αναπληρώσουν.

Οι αγώνες με τη Ζαλγκίρις και τη Ρεάλ απομυθοποίησαν το πλεονέκτημα έδρας, ακόμα και με τη μορφή -τη συγκαλυμμένα τρομοκρατική- που του αποδίδουμε στην Ελλάδα.

Σε μία σειρά πέντε αγώνων, ο καλύτερος θα περάσει, είτε με «άσους» είτε με «διπλά». Εκτός αν νομίζει κανείς ότι υπήρχε περίπτωση να αποκλειστεί η Φενέρ από τους Βάσκους, έστω και με πέντε παιχνίδια στη Βιτόρια.

Σε μία άλλη μπασκετοκουβέντα, μέσα στο καταχείμωνο όταν ακόμη η φύση ησύχαζε, υπογράμμισα ότι προτιμούσα Final 4 χωρίς ελληνική ομάδα στο Βελιγράδι.

Σε κάποιους κακοφάνηκε, άλλοι όμως κατάλαβαν τι εννοούσα και συμμερίστηκαν την αιρετική άποψή μου.

Το ελληνικό μπάσκετ δεν έχει πια ανάγκη κανένα τρόπαιο και καμία διάκριση, με εξαίρεση ίσως την Εθνική ομάδα.

Αντιθέτως, χρειάζεται οπωσδήποτε την έξωθεν καλή μαρτυρία. Όχι μόνο το μπάσκετ, αλλά ο ελληνικός αθλητισμός γενικότερα.

Και πιο συνολικά, η Ελλάδα, η χώρα που χειμάζεται και θεωρείται, από τους περισσότερους Ευρωπαίους (ακόμα και από τους Βαλκάνιους), ως το παράσιτο της «γηραιάς ηπείρου».

Σε αυτόν τον δύσκολο και ενδεχομένως μάταιο αγώνα επιβίωσης, κάθε λεπτομέρεια μετράει. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια να χάνονται πόντοι.

Πλάναται πλάνη οικτρά, όποιος νομίζει ότι η λέξη «Έλληνας» προκαλεί χαμόγελα θέρμης και ευαρέσκειας, εκτός των συνόρων μας. Έλληνας φίλαθλος και όχι μόνο…

Όταν απουσιάζουμε, νιώθουν καλύτερα. Όλοι. Και όχι επειδή τους χαλάμε τη μανέστρα, όπως μας αρέσει να βαυκαλιζόμαστε. Δεν χαλάει έτσι εύκολα η μανέστρα.

Σπεύδω να εξηγηθώ, πριν παρεξηγηθώ από εκείνους που παριστάνουν τους έκπληκτους.

Εάν οι δύο ομάδες μας προκρίνονταν στο Final 4, θα έβγαιναν στο παλκοσένικο, θα είχαν ήδη βγει, οι πολύχρωμες ορδές των χουλιγκάνων: το πιο λούμπεν και κακοποιό στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας.

Η φιέστα του μπάσκετ θα εξελισσόταν σε γιορτή της Θύρας 7, της Θύρας 13, των Ντέλιε, των Γκρόμπαρι, του Ερυθρού Αστέρα, της Παρτίζαν, του ΠΑΟΚ, των Ρώσων και Τούρκων χούλιγκανς που θα ακολουθούσαν την οσμή των δακρυγόνων, του κοπροφάγου βαλκανικού εθνοχουλιγκανισμού.  

Οι εορτασμοί θα ξεκινούσαν από τα Τέμπη σε ελληνική αρχικά διάλεκτο και θα συνεχίζονταν σε όλο το μήκος της διαδρομής έως το μαρτυρικό Βελιγράδι. Με ή χωρίς ραντεβού.  

Ποιος θα έκοβε τον βήχα και το βήμα των κάφρων που επί μήνες προετοίμαζαν εκστρατείες μίσους και ξυλοφορτώματος προς τον βορρά;

Ακόμα και εκείνοι που θέλουν, δεν μπορούν. Άλλοι απλώς δεν θέλουν. Οι περισσότεροι ούτε θέλουν ούτε μπορούν.

Μπορεί βεβαίως να μη γινόταν και τίποτε. Μπορεί να έτρεμαν οι εδώ (και αλλού) ταραξίες τη μπαρουτοκαπνισμένη σερβική αστυνομία, όπως έτρεμαν τους Γερμαναράδες το 2009.

Αλλά το μπάσκετ δεν έχει λόγο να ξαναζήσει στιγμές Σαραγόσα, Τελ Αβίβ και Κωνσταντινούπολης, ούτε να υποστεί στο πετσί του τις οπαδικές «αδελφοποιήσεις», τις σφυρηλατημένες στα πεδία μάχης του ποδοσφαιρικού, εθνικιστικού και θρησκευτικού χουλιγκανισμού.

Η μοναδική ελπίδα για την ειρήνη θα ήταν ο φόβος των φυλακίσεων. Τέτοια ελπίδα, να τη βράσω. Πολιτισμό θέλω εγώ, όχι φόβο. Εφ’ όσον μας τελείωσε, ας καθίσουμε στο σπίτι μας.

Είμαστε που είμαστε όμηροι των αλητών εντός των συνόρων, ας μην εξαγάγουμε την πατροπαράδοτη αλητεία μας και στα εξωτερικά. Τουλάχιστον όχι στο όνομα του μπάσκετ.

Τόσο το καλύτερο, συνεπώς, που θα γεμίσουν την «Μπεογκράντσκα» ορδές χαρούμενων Λιθουανών και θύλακοι χαζοχαρούμενων Ισπανών, ανθ’ ημών.

Ας το πάρει άλλος το ρημάδι το τρόπαιο του Μπερτομέου και ας το γιορτάσει σαν άνθρωπος.

Εμείς, οι αδάμαστοι Έλληνες, πώς θα το γιορτάζαμε, αν το παίρναμε; Με «γάματουςτημάναΓιαννακό-πουλέ» και με «τιςμάνεςσαςγαα-μάμεστολιμάνιιι».

Ε, όχι. Εγώ δεν ενδιαφέρομαι να γαμήσω κανενός τη μάνα ούτε δέχομαι να πλησιάσει κανείς τη δικιά μου. Τουλάχιστον όχι στο όνομα του μπάσκετ.

Και να πεις ότι μας ενδιαφέρει το άθλημα ή ότι σκαμπάζουμε το παραμικρό από όσα βλέπουμε;  

Ο αρρωστημένος τρόπος με τον οποίο προσέγγισε τα πεπραγμένα της σεζόν η θορυβώδης πλειοψηφία των φιλάθλων (και των δύο ομάδων) ήταν το τελειωτικό χτύπημα, για τους τελευταίους των ρομαντικών.

Οι «κόκκινοι» βύθισαν τους δευτεραθλητές Ευρώπης σε ένα τσουνάμι μίρλας, με στόχο πότε τον Σπανούλη, πότε τον Μάντζαρη, πότε τον Σφαιρόπουλο και πάντοτε τον Βασιλακόπουλο.

Οι «πράσινοι» κήρυξαν έναν εκκωφαντικό ανένδοτο, ο οποίος έστειλε σε δεύτερο πλάνο την προσπάθεια της ομάδας και πότισε τα πάντα με μία ατέρμονη συνωμοσιολογία.

Ποιος ευχαριστήθηκε τα φετινά πλέι-οφ; Εγώ, πάντως, όχι. Καθόλου.

Ανυπομονούσα να τελειώσουν οι προημιτελικοί το συντομότερο δυνατό, όπως ανυπομονώ κάθε χρόνο να τελειώσουν γρήγορα και κυρίως αναίμακτα οι τελικοί του ελληνικού πρωταθλήματος.

Με διπλό αποκλεισμό; Με διπλό αποκλεισμό. Καλύτερα έτσι. Καλύτερα για όλους. Δεν είναι δα ξεφτίλα ούτε ναυάγιο, η 5η και 6ηθέση στην Ευρώπη.

Ακόμα και αν περνούσαν οι ομαδάρες μας στο Βελιγράδι, ακόμα και αν με κάποιον τρόπο απέφευγαν την εμπλοκή σε επεισόδια, θα πλημμύριζαν τις κερκίδες με οργισμένους μουσάτους, που δεν θα κοίταζαν καν προς το γήπεδο. 

Οπλισμένοι με κομπιουτεράκια και με βλέμμα γεμάτο μίσος και καχυποψία, θα υπολόγιζαν πυρετωδώς πόσες βολές κερδίζει η δική τους ομάδα και πόσες ο αντίπαλος. Για να τις κάνουν μπλουζάκι και σημαία.

Δεν τους ενδιαφέρει καν η κούπα. Θεωρούν προτιμότερη την καρέκλα του αδικημένου, από αυτή του νικητή. 

Διαιτησία, διαιτησία, διαιτησία. Γκρίνια, γκρίνια, γκρίνια, γκρίνια, γκρίνια. Συμπαιγνίες, γκρίζοι λύκοι, σκάνδαλα. 

«Ναι, αλλά εσείς αυτό». «Μιλάτε και εσείς, που εκείνο». «Μόνο που πριν από 15 χρόνια εσείς…». «Ναι, αλλά στο ποδόσφαιρο εσείς…».

Τα περισσότερα αφηγήματα, βέβαια, είναι διαζευγμένα με την πραγματικότητα. Ποτέ δεν αφήνουμε την αλήθεια να χαλάει ένα ωραίο σενάριο.

Και όλοι αδικημένοι και κατατρεγμένοι. Πράσινοι, κόκκινοι, παρδαλοί, όλοι. Σήμερα ο ένας, αύριο ο άλλος. Ο ένας στην Ευρώπη, ο άλλος στην Ελλάδα.

Να μαλώνουν, ποιος αδικείται περισσότερο. Ποιος την έχει πιο μεγάλη, την αδικία. Ποιος την έχει πιο μικρή, την επιτυχία.  

Τι και αν κάποιοι έχουν δίκαιο να φωνάζουν – που μπορεί, αναμφίβολα, να έχουν; Με την τακτική του βοσκού και του λύκου, δεν θα το βρουν ποτέ. Ούτε θα τους πιστέψει ποτέ κανείς την κρίσιμη ώρα.

Πλην των Λακεδαιμονίων, με τα κομπιουτεράκια. Αυτοί τρέφονται με κουτόχορτο και πτιστεύουν τα πάντα.

Βολές. Βολές. Βολές. Έλεος πια με τις βολές. Προσεύχομαι να καταργηθούν, να ησυχάσουμε. Και το μπάσκετ μαζί τους.

Να βγαίνει νικητής όποιος φωνάζει πιο δυνατά στα social media. Όποιος βγάζει πιο καλλίγραφες ανακοινώσεις.

Να φύγουν τελείως οι παίκτες από το γήπεδο και να μείνουν μόνοι οι διαιτητές. Ή το αντίθετο. Δεν έχει πια σημασία. Η πορτοκαλί μπάλα έχει ξεφουσκώσει. 

Τρεις δεκαετίες και εννέα ευρωπαϊκούς τίτλους μετά την πρώτη έκρηξη του μπάσκετ στην Ελλάδα, βρισκόμαστε ακόμη στο σημείο μηδέν, που ούτε καταλαβαίνουμε τι είναι αυτό που βλέπουμε ούτε μας ενδιαφέρει.

Πηγή: Gazzetta