Επιλογή Σελίδας

Του Παύλου Δεπόλλα

Το καλοκαίρι του 1988 στέκεται ιστορικό για το Ελληνικό Πρωτάθλημα. Είναι το καλοκαίρι που στη φρέσκια ακόμη Α1 (ως “απογόνου” της Α’ Εθνικής) επιτρέπονται επιτέλους οι ξένοι.

Ένας σε καθεμιά από τις δέκα ομάδες. Μην το παρακάνουμε κιόλας! Οι επιλογές -πλην Φιλίππου Θεσσαλονίκης, ο οποίος μένει με αμιγώς ελληνικό ρόστερ και επιστρέφει στην Α2 πάραυτα- μία και μία. Ο παικταράς και συνάμα τρελάρας Κάρεϊ Σκάρι, ο εξίσου μυθιστορηματικών εμπειριών (από σπόντα στην περίπτωσή του) Ντάνι Βρέινς, ο Ντέιβιντ Ίνγκραμ, ο οποίος εξελίχθηκε στο αντίπαλον δέος του Γκάλη στο σκοράρισμα. Ο Έντγκαρ Τζόουνς, ο επίσης πολυετούς παρελθόντος στο ΝΒΑ Μαρκ Λαντσμπέργκερ…

Μαζί με τον τελευταίο, στη Νέα Σμύρνη εμφανίζεται και μία θηριώδης μορφή στον πάγκο. Είναι το καλοκαίρι που μας συστήνεται κι ο Βλάντο Τζούροβιτς. Ο προπονητής του Πανιωνίου με τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή και το χαρακτηριστικότερο μουστάκι. Μένει πέντε ολόκληρα χρόνια στην πρώτη θητεία του.

Παράλληλα με τη γιγάντωση του Ελληνικού Πρωταθλήματος (ποσοτικά, μα κυρίως ποιοτικά δηλαδή) σε ένα από τα καλύτερα, αν όχι το καλύτερο της Ευρώπης, μεγαλώνουν και οι «Κυανέρυθροι» μαζί του. Μπαίνουν στη μύτη του Άρη και του ΠΑΟΚ, οι οποίοι μεσουρανούν, τον τελευταίο τον υποσκελίζουν σε Τελικό Κυπέλλου και σηκώνουν τo τρόπαιο.

Μόνο που ο Τζούροβιτς έχει ήδη πίσω του μία αξιοθαύμαστη καριέρα στην ενωμένη Γιουγκοσλαβία. Με περιπετειώδεις τίτλους και συνεργασίες με κορυφαίες φυσιογνωμίες του αθλήματος. Έκτοτε θα περάσει και από “μεγαλύτερους” ελληνικούς πάγκους, θα χάσει ευκαιρία να κάτσει και σε εκείνον του Παναθηναϊκού, θα γίνει πολίτης του κόσμου.

Ο Βλάντο Τζούροβιτς / Photo by: Eurokinissi (Action Images).

Περιτριγυρισμένος από τους κορυφαίους

Βλάντε (πώς λέμε Ντίβατς;) το βαφτιστικό όνομά του και όχι Βλάντο, όπως -χαϊδευτικά- τον καθιερώσαμε εδώ. Γεννιέται στις 16 Μαΐου 1948 στο Βελιγράδι, όπου οι Παρτιζάνοι γονείς του εγκαθίστανται δύο χρόνια μετά τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Σε βοσνιακά εδάφη η ιδιαίτερη πατρίδα τόσο του Ντανίλο Τζούροβιτς όσο και της Μιλέβα Τσέροβιτς.

Έχουν γνωριστεί στα μέτωπα της αντίστασης στις δυνάμεις του Άξονα. Ο μπαμπάς είναι μάλιστα από τα 21 του πρωτοπαλλήκαρο του γνωστού κομμουνιστή διοικητή, Σλάβισα Βάινερ Τσίτσα. Ανέρχεται στον βαθμό του Ταγματάρχη στη γιουγκοσλαβική Μυστική Αστυνομία κι έτσι του παρέχεται ένα διαμέρισμα σε νεόκτιστο συγκρότημα κατοικιών στην πρωτεύουσα.

Στο ίδιο συγκρότημα στη γειτονική Τσέρακ, μια μικρογραφία της χώρας με οικογένειες στελεχών της UDBA από κάθε γωνιά της γιουγκοσλαβικής επικράτειας, διαμένει με τη δική του ο Μπλαγκόιε Παούνοβιτς. Κατοπινός διεθνής ποδοσφαιριστής και, αν σας λέει κάτι το επώνυμο, πατέρας τού μετέπειτα επιθετικού της Ατλέτικο και αργότερα Ομοσπονδιακού τεχνικού της Σερβίας, Βέλικο Παούνοβιτς.

Ο Σερβοβόσνιος Βλάντο παίζει μπάλα με το φιλαράκι του στις αλάνες, δίχως να παραλείπει να εξασκείται και σε άλλα ομαδικά αθλήματα. Χώρια οι βουτιές στον παγωμένο ποταμό Σάβα από τον Απρίλιο, η κωπηλασία, η ενασχόληση με τον υγρό στίβο.

Στην μπάλα είναι όμως που ξεχωρίζει. Τόσο πολύ, ώστε φτάνει να δοκιμαστεί σε ηλικία 15 ετών στην παιδική ομάδα του Ερυθρού Αστέρα από τον Μίλιαν Μίλιανιτς. Έλα όμως που ο θρυλικός προπονητής της «Zvezda», της Ρεάλ, της Εθνικής Γιουγκοσλαβίας ζητεί οποιουδήποτε είδους (αθλητική ή μη) ταυτότητα, έχοντας την υποψία ότι ο μικρός με τις τετράγωνες πλάτες και το εντυπωσιακό παράστημα είναι… πολύ μεγαλύτερος.

Ο Τζούροβιτς δεν κουβαλάει πάνω του κάποιο αποδεικτικό της ηλικίας του χαρτί. Στέλνεται σπίτι του, με την προτροπή να επιστρέψει στο Marakana, κουβαλώντας τη μαθητική του κάρτα. Ξενερώνει. Δεν το κάνει.

Αν και από τους καλύτερους μαθητές, ο ψηλότερος ανάμεσά τους θέλει να γίνει αθλητής. Και γίνεται μπασκετμπολίστας. Πείθεται από τον συμμαθητή του, Σίλια Νόβοβιτς, να τον ακολουθήσει στην ΟΚΚ Βελιγραδίου.

Δεν χρειάζονται παρά μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού προπονήσεις ώστε να γίνει μόνιμο μέλος της. Σύντομα και της ανδρικής ομάδας, στην οποία δεσπόζει ο σούπερ σκόρερ από το “4”, Ραντιβόι Κόρατς. Αυτός που την οδηγεί στον τίτλο (!) το 1964, λίγους μήνες προτού προαχθεί στο αντρικό και ένας άλλος πάουερ φόργουορντ. Ο Τζούροβιτς.

Ποιος είναι ο προπονητής που ανεβάζει τον μικρό, ο οποίος τον πρώτο καιρό τρέχει να αγοράζει τσιγάρα για τον Κόρατς και τους άλλους βασικούς; Ο Μπόρισλαβ Στάνκοβιτς. Ο επί 27 χρόνια, αργότερα, Γενικός Γραμματέας της FIBA. Ο Βλάντο έχει προπονητή τον «Μπόρα» και μετά την τριετία του τελευταίου (1966-1969) στον πάγκο της Καντού. Μαθαίνει ένα κάρο πράγματα που του χρησιμεύουν περισσότερο με την κατοπινή του ιδιότητα. Ενδιάμεσα έχει κάτσει στον ίδιο πάγκο ο Πίβα Ίβκοβιτς, μεγάλος αδερφός του «Ντούντα».

Ο Βλάντο Τζούροβιτς με τη φανέλα της ΟΚΚ Βελιγραδίου.

Σταματάει στα 25 του ο Τζούροβιτς και εντάσσεται στο τεχνικό τιμ, αναλαμβάνοντας και τα μικρά τμήματα. Σπουδάζει μάλιστα το αντικείμενο σε νεοσύστατη σχολή και γίνεται ο πρώτος επαγγελματίας προπονητής του συλλόγου. Η πρώτη δουλειά όμως του Σερβοβόσνιου ως χεντ κόουτς έρχεται στα προγονικά εδάφη. Στη Σλόμποντα Τούζλα, κατόπιν υπόδειξης του παλιού του συμπαίκτη στην ΟΚΚ και αργότερα πνευματικού του αδερφού, Μπόγκνταν Τάνιεβιτς, ο οποίος έχει ήδη φτιάξει το δικό του όνομα στην ακμάζουσα Μπόσνα.

Στην Τούζλα κανένας δεν ασχολείται με το μπάσκετ. Μόνο η ποδοσφαιρική ομάδα έχει κοινό και ο νεαρός τεχνικός ψάχνει με το τουφέκι κόσμο για τη δική του, επισκεπτόμενος σχολεία. Ακόμα και διαφημίζοντας τη Σλόμποντα στις… ντισκοτέκ.

Πρωταθλητής για 16 ώρες

Τέσσερα χρόνια αγροτικό στη Βοσνία, ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας της Σίμπενκα το 1982. Στα χέρια του δηλαδή πλάθεται ο Ντράζεν Πέτροβιτς! Αυτός που τον χρίζει Πρωταθλητή Γιουγκοσλαβίας, αυτός που τον… ξεχρίζει λίγες ώρες αργότερα.

Τι έχει συμβεί; Ο τρίτος και τελευταίος τελικός με την Μπόσνα του ρούκι τεχνικού Σβέτισλαβ Πέσιτς λήγει 83-82. Υπέρ της ομάδας του Τζούροβιτς, χάρη σε ένα (ανύπαρκτο μεν, που σφυρίζεται δε) φάουλ στην εκπνοή. Ο 18χρονος «γιος του Διαβόλου» βάζει και τις δύο βολές, χαρές και πανηγύρια στο γηπεδάκι του συλλόγου της κεντρικής Δαλματίας.

Το επόμενο πρωινό η Ομοσπονδία συνεδριάζει και αποφαίνεται ότι το φάουλ σφυρίχτηκε, ενώ ο χρόνος είχε λήξει. Ο Πρόεδρός της είναι Βόσνιος και διατάζει επανάληψη του Game 3 στο ουδέτερο Νόβι Σαντ -στο οποίο η Σίμπενκα δεν εμφανίζεται ποτέ. «Είχα πει του Ντράζεν να βάλει μόνο τη μία βολή, ώστε να μην προκαλέσουμε την τύχη μας και εν συνεχεία να κερδίσουμε στην παράταση. Είχαμε το ψυχολογικό αβαντάζ», ενημερώνει 40 χρόνια πιο μετά, μιλώντας στο «Sport 24», ο Τζούροβιτς.

Ο Βλάντo Τζούροβιτς με τον Ντράζεν Πέτροβιτς στην Σιμπένκα και τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς στην Εθνική Εφήβων της Γιουγκοσλαβίας.

Τα άλλα εξέχοντα μέλη εκείνης της ομάδας του είναι ο Πρέντραγκ Σάριτς και ο Σρέτσκο Γιάριτς. Ναι, ο μπαμπάς του Ντάριο και ο μπαμπάς του Μάρκο. Όλοι μαζί φτάνουν και στον Τελικό του Korać, όπου ηττώνται από τη Λιμόζ. Ο Πέτροβιτς φεύγει για την υποχρεωτική θητεία στον στρατό, η ΟΚΚ εύλογα υποχωρεί βαθμολογικά. Το 1984 ο Τζούροβιτς αναλαμβάνει την Μπουντούτσνοστ, η οποία εδρεύει στην περιφέρεια του Μαυροβουνίου. Και το επόμενο έτος, συνεχίζοντας το τουρ του ανά τη γιουγκοσλαβική επικράτεια, (αναλαμβάνει) την κροατική Ζάνταρ.

Όλοι προβλέπουν νέο τίτλο διά περιπάτου της Τσιμπόνα. Όπως την προηγούμενη σεζόν (πέντε νίκες περισσότερες από τον δεύτερο της κανονικής περιόδου, 119 π. στον τελευταίο τελικό με τον Ερυθρό Αστέρα), την πρώτη του Πέτροβιτς με τη φανέλα της. Αντ’ αυτού (του τίτλου της Τσιμπόνα), ο παλιός του προπονητής! Η Ζάνταρ σκαρώνει τρελό χουνέρι στην έτερη “Κροάτισσα”, κατακτώντας το τελευταίο της Πρωτάθλημα –και μοναδικό δίχως τον Κρέζιμιρ Τσόσιτς να φοράει τη φανέλα της.

Ο σύλλογος του Ζάγκρεμπ της μιας ήττας στη ρέγκιουλαρ σίζον, των 20 συνεχών νικών, του Ντράζεν των 43 πόντων μέσο όρο, επαναπαύεται στο εύκολο 1-0 στην τελική σειρά. Ο κόουτς της Ζάνταρ δεν παύει να λέει στους παίκτες του ότι το πράγμα γυρίζει. Βοηθιέται και από το non show του Πέτροβιτς στο δεύτερο ματς, με τις κακές γλώσσες να λένε πως ο τελευταίος απλώς ήθελε να πανηγυρίσει την κούπα μπροστά στο δικό του κοινό.

Ε, τρίτο ματς λοιπόν στην Dom Sportova και θαύμα θαυμάτων! Η back to back Πρωταθλήτρια Ευρώπης, Τσιμπόνα, αυτή που έχει τρία χρόνια να χάσει εντός έδρας σε οποιαδήποτε διοργάνωση, χάνει! Στη δεύτερη παράταση, με το 111-110 της Ζάνταρ να γράφει το 1-2 υπέρ της και να συστήνει στο ευρύ κοινό έναν ακόμα ψηλό που έχει ωφεληθεί τα μάλα από τη συνεργασία με τον Τζούροβιτς. Τον Στόικο Βράνκοβιτς.

Ο Βλάντo Τζούροβιτς ανάμεσα στους Στόγιαν Βράνκοβιτς και Βέλικο Πετράνοβιτς στη Ζαντάρ τη σεζόν 1985-1986.

Ήρωας της πλατείας

Με τον θρίαμβο της Ζάνταρ το ’86, ο σωματώδης και φωνακλάς προπονητής με τις σύνθετες άμυνες και την προτίμηση στη ζώνη 1-3-1 είναι πια το πιο “hot” όνομα στη χώρα του. Γυρίζει στο Βελιγράδι, αλλά όχι για την ταπεινή ΟΚΚ. Για τον Ερυθρό Αστέρα, ο οποίος μεταξύ άλλων έχει στο “3” τον Μπόμπαν Γιάνκοβιτς και στο “5” τον Μίρκο Μιλίτσεβιτς. Ο Τζούροβιτς αναδεικνύει εδώ τον 19χρονο Μπράνισλαβ Πρέλεβιτς. Θα βαρεθεί να τον αντιμετωπίζει στην Ελλάδα.

Το χέρι πάει να γράψει και πως (ο Βλάντο) θα βαρεθεί να χάνει από τον ΠΑΟΚ του Μπάνε. Όντως, στην πενταετία του στον Πανιώνιο, γιγαντώνεται ο «Δικέφαλος του Βορρά», ο οποίος φτάνει να γίνει η καλύτερη ομάδα της Ευρώπης. Ok, το ξέρουμε ότι το ‘93 το σήκωσε η Λιμόζ στο ΣΕΦ και εκείνος έμεινε -ελέω Μπένετον- αστεφής…

Το 1991, βλέπετε, είναι οι «Κυανέρυθροι» που επικρατούν του ΠΑΟΚ (του Πρέλεβιτς) στον Τελικό του Κυπέλλου. Ο Τζούροβιτς καθοδηγεί μπροστά σε σχεδόν 10.000 Νεοσμυρνιώτες (!) στο Ειρήνης και Φιλίας την ομάδα στη μεγαλύτερη στιγμή της ιστορίας της. Στον μοναδικό τίτλο της. Το Κύπελλο Ελλάδας, με x-factor έναν ακόμα ψηλό. Όχι τον (σταθερά καλό, αστέρα της ομάδας) Τζον Χάντσον μα τον ομογενή Τζον Μπρούγος.

«Γκάσπαρης (sic) σουτάρει. Τώρα, ριμπάουντ Μπρούγος and Χουγκάζ. Eάν ντεν βάλει καλάθι αμέσως, press. We must know players (σ.σ: ποιος θα πιάσει ποιον)», δίνει οδηγίες στο τελευταίο τάιμ άουτ με τα απολαυστικά αγγλοελληνικά του. Το 73-70 καθιστά μεθυσμένη πολιτεία τη Νέα Σμύρνη.

Ο τύπος που πρωτόφτασε το 1988 έχει δημιουργήσει στην πλατεία την τρίτη δύναμη του Ελληνικού Πρωταθλήματος.

Τρις, άλλωστε, τερματίζει τρίτος στην Α1. Όλα περιστρέφονται γύρω από τον Φάνη Χριστοδούλου, εντούτοις ξέρει να εξελίσσει νεαρούς, όπως ο Γιώργος Γάσπαρης (για χάρη του οποίου ωθεί στην έξοδο το 1989 τον θαλερό ακόμη Τάκη Κορωναίο), και συνάμα να διαλέγει εκλεκτούς ξένους.

Πάντα, λόγω και προϋπηρεσίας στα παρκέ, έχει “μάτι” σε παίκτες ρακέτας και από τον Λαντσμπέργκερ μέχρι τον Χάντσον (Hudson, κακώς εκείνη την εποχή γράφεται και αναφέρεται παντού ως «Χάτσον») έχει και σημεία αναφοράς εκεί ακριβώς. Κάνει επίσης πορείες στο ευρωπαϊκό Κύπελλο, το οποίο έχει πάρει πια το όνομα του παλιού του ηγέτη, όταν ήταν πιτσιρικάς στην ΟΚΚ. Του πρόωρα χαμένου Κόρατς.

Ο Πανιώνιός του φτάνει δις στους «8», κερδίζοντας στους ομίλους και αφήνοντας πίσω του ομάδες όπως η σοβιετική Άλμα Άτα του περίφημου Βαλέρι Τιχονένκο. Το 1990 συντρίβει και την ΤΣΣΚΑ των ακόμα περισσότερων διεθνών με την ΕΣΣΔ (Τκατσένκο, Ταρακάνοφ, Μπερεζνόι) με 107-85, προτού διαλυθεί στη ρεβάνς της Μόσχας με 106-53 στον δεύτερο προημιτελικό.

Το 1993 φτάνει στην ίδια φάση στο “αμήν” ολόκληρη Ολίμπια Μιλάνο, έχοντας στον όμιλο λιανίσει τη νεόπλουτη Ρόμα του Ντίνο Ράτζα μέσα στην Ιταλία. Φτάνει στο “αμήν” και τον Παναθηναϊκό του Νίκου Γκάλη στα ημιτελικά του Πρωταθλήματος. Κοινός παρονομαστής οι ματσάρες του (πουλέν του από τη «Zvezda») Μπόμπαν Γιάνκοβιτς. Που όλοι ξέρουμε πώς βγήκε από το παρκέ κόντρα στους «Πρασίνους» εκείνο το μοιραίο απόγευμα στην Αρτάκης…

Απρίλιος 1991: Ο Βλάντο Τζούροβιτς πανηγυρίζει την κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδος με τον Πανιώνιο / Photo by: INTIME.

Απολύθηκε από την… Ολμπράιτ

Άνθρωπός μας και με βούλα από το 1995, όταν και παίρνει την ελληνική υπηκοότητα, έχει αμέσως πιο πριν προπονήσει διαδοχικά Άρη και ΑΕΚ. Δεν του πάνε τα κίτρινα. Από τον άρτι ξεπεσμένο «Αυτοκράτορα» έχει αποχωρήσει για το ακριβώς αντίθετο δρομολόγιο και ο («κυανέρυθρος» το 1993-94) Παναγιώτης Γιαννάκης. Είναι το καλοκαίρι που σταματάει το μπάσκετ κι ο Λευτέρης Σούμποτιτς.

Δεν μακροημερεύει στο «Παλέ» ο Τζούροβιτς. Αντικαθίσταται από τον Μέμο Ιωάννου, μετανιώνει δηλαδή γρήγορα τη θερινή του απόφαση. Είχε προτιμήσει την πρόταση του Θεόφιλου Μητρούδη από εκείνη του Παύλου Γιαννακόπουλου! Η πλάκα είναι ότι ένα άλλο Κύπελλο που θα κατακτήσει, το κυπριακό του 2000, με τον Αχιλλέα Καϊμακλίου, θα έρθει με θύμα στον Τελικό τον… Παναθηναϊκό. Της Λεμεσού.

Ούτε στο «Γεώργιος Μόσχος» καταφέρνει κάτι αξιομνημόνευτο ο Τζούροβιτς, κι ας έχει παίκτη τον πρώην σταρ του ΝΒΑ, Ρολάντο Μπλάκμαν, όπως και ένα ακόμα πουλέν του από τον Αστέρα, τον σέντερ Μίρκο Μίλιτσεβιτς, με την κοιλίτσα και τις περίτεχνες κινήσεις. Η ΑΕΚ τερματίζει όγδοη και αποκλείεται δίχως πολλά-πολλά στα προημιτελικά από τον Ολυμπιακό, η καριέρα του φίλου μας παίρνει την κατιούσα.

Παίρνει και δρόμους μακρινούς ο Τζούροβιτς, φτάνει κάποια στιγμή να έχει κοουτσάρει σε έντεκα διαφορετικές χώρες. Δεκατρείς, αν δεν θεωρήσουμε γενικά γιουγκοσλαβικές (όπως ήταν τότε, όχι όμως πια) όλες εκείνες στα πρώτα του προπονητικά βήματα.

Όσο εξαργυρώνει ακόμη το όνομα που έχει φτιάξει στα μέρη μας, βρίσκει δουλειές σε συλλόγους επιπέδου Λιμόζ. Επιστρέφει στον Πανιώνιο στην (άκρως προβληματική, σε διοικητικό, αγωνιστικό, κάθε επίπεδο) σεζόν 1996-1997, που εκείνος έχει βγει στο Κύπελλο Πρωταθλητριών –ίσα για να αποπεμφθεί, με οπαδούς να του πετούν καφέδες. Σκέτη πίκρα, παρότι δεν έφτιαξε εκείνος το συγκεκριμένο σύνολο, έχοντας αναλάβει μετά το ξεκίνημα της χρονιάς αντί του Ευθύμη Κιουμουρτζόγλου.

Οκτώβριος 1994: Ο Βλάντο Τζούροβιτς στον πάγκο της ΑΕΚ / Photo by: Eurokinissi (Action Images).

Κατά τη διάρκεια των ΝΑΤΟϊκών βομβαρδισμών στη Γιουγκοσλαβία (ουσιαστικά στη Σερβία) το 1999, ο Τζούροβιτς βρίσκεται στο Βέλγιο. Μετά τη Σουνέρ Οστάνδης, στην οποία χαρίζει ένα Κύπελλο κατά την προσφιλή του συνήθεια, κάθεται στον πάγκο της Οκάπι Άαλστ. Απολύεται, αν πιστέψουμε τη δική του εξομολόγηση στη σερβική «Blic», επειδή τα χώνει σε συνέντευξή του σε βελγική εφημερίδα στη Μαντλίν Ολμπράιτ.

«Είναι μία απελπισμένη γυναίκα, επειδή πέρασε τα νεανικά της χρόνια στο Βελιγράδι. Δίπλα της περπατούσαν συνεχώς πανέμορφα κορίτσια και κανένας άνδρας δεν της έδινε μάλλον σημασία», καταφέρεται όντως άκομψα για την τότε Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ. Το πληρώνει με απόλυση την ημέρα της δημοσίευσης των δηλώσεών του. Πού να ήταν και ψηφοφόρος του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς δηλαδή…

Τελευταίος του σταθμός στα μέρη μας η Δάφνη. Σε διπλή θητεία μάλιστα την αγωνιστική περίοδο 1999-1900 στην Α1, όταν ο Κώστας Τζιβελέκας προέβη σε τέσσερεις αλλαγές προπονητών! Η πρώτη πάντως αποχώρηση του Σέρβου είχε γίνει ιδία θελήσει.

Θηρευτής Κυπέλλων, θα πάρει και το σερβικό το 2003 με τη FMP/Ζελέζνικ. Πώς λέγεται τιμητικά ο συγκεκριμένος θεσμός στην πατρίδα του; Κύπελλο Radivoj Korać! Τα ίχνη του έκτοτε, όταν δεν προπονεί συλλόγους μικρομεσαίας εμβέλειας στα πάτρια εδάφη, εντοπίζονται από τη Βουλγαρία μέχρι την Τυνησία (το 2019).

Το μουστάκι του ξυρίζεται και… ξαναφήνεται, στη νέα γενιά γίνεται γνωστός μέσω της τηλεοπτικής και διαδικτυακής παρουσίας του. Σχολιαστής που δεν μασάει τα λόγια του. Δυστυχώς το 2024 βιώνει την απόλυτη τραγωδία. Πατέρας της Νίνα και του Νεμπόισα, χάνει τον δεύτερο. Το άψυχο κορμί του 49χρονου γιου του εντοπίζεται σε δάσος στα περίχωρα του Βελιγραδίου…

Μικρή παρηγοριά η επίσκεψή του τον Σεπτέμβριο του 2025 στην Αθήνα. Παρίσταται στο τουρνουά «Ανδρέας Βαρίκας» στην Γλυφάδα, λαμβάνει τιμητική πλακέτα (και την φιλάει συγκινημένος) από τον Γενικό Αρχηγό Φάνη, αποθεώνεται από τον κόσμο του «Ιστορικού». Για την ιστορική κούπα, για τις όμορφες αναμνήσεις στα πιο ανθηρά χρόνια του συλλόγου.

Σεπτέμβριος 2025: Ο Βλάντο Τζούροβιτς μαζί με τους Τάκη Κορωναίο, Ζάρκο Πάσπαλι και Φάνη Χριστοδούλου / Photo by: INTIME.

Πηγή: Athletestories