Του Κώστα Κεφαλογιάννη
Το παιχνίδι στο ΟΑΚΑ ήταν το καλύτερο του πρωταθλήματος μέχρι στιγμής. Ένα πρωτάθλημα, παρεμπιπτόντως, στο οποίο δεν έχει προκύψει ακόμα, μετά από πέντε αγωνιστικές λευκή ισοπαλία. Σε όλα τα ματς έχει μπει τουλάχιστον ένα γκολ.
Δεν λέω, ασφαλώς, ότι βλέπουμε μπαλάρα. Άλλωστε η παταγώδης αποτυχία των ελληνικών συλλόγων στην Ευρώπη, πλην Ολυμπιακού, μας δείχνει λίγο ως πολύ τα κυβικά μας. Λέω όμως ότι σχεδόν όλα τα παιχνίδια είναι αμφίρροπα και σχεδόν όλες οι ομάδες προσπαθούν να παίξουν ποδόσφαιρο και όχι μόνο να καταστρέψουν το ποδόσφαιρο του αντιπάλου.
Πίσω στο ΟΑΚΑ: ΑΕΚ και ΠΑΟΚ μας προσέφεραν το καλύτερο ματς της νεαρής σεζόν. Με τέσσερα γκολ, αμφίρροπη εξέλιξη, ωραίο ρυθμό, πολλές φάσεις, 40.000 θεατές και απολύτως ποδοσφαιρική ατμόσφαιρα. Α, ναι και με μπόλικη κουβέντα για την διαιτησία, διότι στην Ελλάδα αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ.
Ο ΠΑΟΚ φωνάζει –δικαιολογημένα – για το δεύτερο γκολ της ΑΕΚ, η ΑΕΚ φωνάζει επειδή φωνάζει ο ΠΑΟΚ και θέλει κι εκείνη να δημιουργήσει πίεση στους επόμενους διαιτητές που θα βρει μπροστά της, έτσι κάπως πάνε αυτά. Δεν με χαλάνε, τα έχω συνηθίσει, αρκεί να μην θολώνουν την μεγάλη εικόνα.
Και η μεγάλη εικόνα εν προκειμένω είναι η εξής: η φετινή Σούπερ Λίγκα παραμένει ορθάνοιχτη σε προγνωστικά, και ταυτόχρονα προσφέρει ικανοποιητικό θέαμα στα ματς της μεσαίας κλίμακας καθώς και ωραία ντέρμπι, όπως το κυριακάτικο στο Ολυμπιακό Στάδιο.
Ναι, δεν είναι, ούτε θα γίνει στο άμεσο μέλλον το ελληνικό ποδόσφαιρο ένας χώρος αγγελικά πλασμένος! Ναι, υπάρχουν ακόμα πολλά προβλήματα, ορατές παθογένειες, επικίνδυνες συμπεριφορές και νοοτροπίες που εξακολουθούν να κυριαρχούν.
Και, ναι, ο Σιδηρόπουλος και ο κάθε Σιδηρόπουλος ενδεχομένως να επηρεάζεται κάποιες στιγμές από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, το VAR θέλει τον χρόνο του και οι ξένοι διαιτητές δεν είναι αλάνθαστοι. Ταυτόχρονα όμως δεν υπάρχει η «χούντα» του ενός, δεν υπάρχει η αίσθηση ότι όλα τα λάθη έχουν συγκεκριμένη σκοπιμότητα και προφανή δόλο, δεν υπάρχει απονομή πρωταθλήματος από τον Σεπτέμβριο.
Κυρίως έχει αρχίσει να εμπεδώνεται μια κάποια αίσθηση δικαιοσύνης.

Το έβλεπες στα μάτια των παικτών της ΑΕΚ και στις αντιδράσεις των οπαδών στην κερκίδα – ακόμα και απέναντι σε έναν ανώτερο αγωνιστικά αντίπαλο, τίποτα δεν ήταν εκ των προτέρων χαμένο, η προσπάθεια και ο ιδρώτας στο χορτάρι, με λίγη τύχη μπορούσαν να ανταμειφθούν. Και εν μέρει, όντως ανταμείφθηκαν.
Το βλέπεις εδώ και καιρό στα μάτια των παικτών του ΠΑΟΚ. Όχι απλώς δεν νιώθουν ηττημένοι από τα Τέμπη στα ντέρμπι της Αθήνας, αλλά μάλλον νιώθουν το αντίθετο: ότι αγωνιστικά «δεν βλέπουν» τους αντιπάλους τους και ότι ουδείς μπορεί να τους νικήσει, ούτε στα ίσια, ούτε με διαιτητές, ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.
Δεν συνέβαινε πάντα. Σε πάρα πολλά παιχνίδια της περασμένης εικοσαετίας, διαπίστωνες το ακριβώς αντίθετο. Την απελπισία των ποδοσφαιριστών (πολλών ομάδων) που καταλάβαιναν πως ότι και να κάνουν, το αποτέλεσμα ήταν περίπου προδιαγεγραμμένο. Η διαφορά ανάμεσα στις δυο καταστάσεις, όσα ζητήματα προς επίλυση κι αν εκκρεμούν ακόμα, είναι χαώδης! Και είναι επίσης ανεκτίμητη.
Αν ψάχνετε ντε και καλά για ορισμό, αυτό σημαίνει εξυγίανση. Το γεγονός δηλαδή ότι οι ομάδες, που πάει να πει οι παίκτες, οι προπονητές, ακόμα και πιο κολλημένοι παράγοντες, αρχίζουν να καταλαβαίνουν πως – σε βάθος χρόνου – θα πάρουν ό,τι αξίζουν. Δεν θα τους το στερήσει κανείς. Το ίδιο, αρχίζουν να εισπράττουν και οι θεατές.
Δεν αποτελεί πανάκεια, ειδικά όσο οι μεγάλες ΠΑΕ επιμένουν να επενδύουν στην τοξικότητα για να συσπειρώσουν το κοινό τους. Αποτελεί όμως τη βάση για να χτιστεί κάτι καλύτερο, σε σχέση με όσα είχαμε συνηθίσει επί σειρά ετών.
Και για αυτό πιστεύω ακράδαντα ότι τελικά οι νοσταλγοί του πρόσφατου παρελθόντος, εκείνοι που σπεύδουν να ειρωνευτούν ή να απαξιώσουν την εξυγίανση με ανοησίες τύπου «πρωτάθλημα των Πρεσπών», στο τέλος θα μείνουν μονάχοι τους να σκούζουν, αφού πρώτα θα έχουν ξεμπροστιαστεί από τα ίδια τα γεγονότα.
Πηγή: Sport DNA
















