Επιλογή Σελίδας

Του Αλέξανδρου Σόμογλου

Κατανοητός ο ενθουσιασμός για τη μεταγραφή του Βέρνμπλουμ, απόλυτα φυσιολογικά τα επιφωνήματα θαυμασμού για κάθε ντρίμπλα του Ποντένσε, κάθε γκολ του Λιβάγια, κάθε ασίστ του Μαουρίτσιο. Η… ξενομανία, δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, ας μη γελιόμαστε. Στις περισσότερες χώρες του ποδοσφαιρικού πλανήτη το «καινούργιο που έρχεται από μακριά» γοητεύει, σαγηνεύει πιο πολύ από τα δικά μας παιδιά. Κι όμως…

Το φετινό καλοκαίρι χαρακτηρίζεται από τα ιδιαίτερα θετικά και ελπιδοφόρα μηνύματα που στέλνουν ελληνόπουλα, τα οποία όχι μόνο δείχνουν έτοιμα να σηκώσουν το βάρος της φανέλας που φοράνε, αλλά να αναδειχτούν και σε πρωταγωνιστές των κορυφαίων συλλόγων της χώρας.

Δεν σας κρύβω ότι ιδιαίτερα ένα παλικάρι με έχει αφήσει άφωνο με τις εμφανίσεις του. Αναφέρομαι στον Δημήτρη Λημνιό, ο οποίος μακριά από τους προβολείς της δημοσιότητας και χωρίς ιδιαίτερες τυμπανοκρουσίες τείνει να εξελιχτεί σε κεφάλαιο, όχι μόνο για τον ΠΑΟΚ, αλλά για ολόκληρο το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Τον έβλεπα να… ζαλίζει τους σαφώς πιο έμπειρους και ακριβοπληρωμένους ποδοσφαιριστές της Σπαρτάκ και ομολογώ ότι τον χάζευα! Τολμώ να γράψω ότι αποτελεί απόλαυση να βλέπω παιδιά που έχουν αναδειχτεί μέσα από ελληνικές ποδοσφαιρικές ακαδημίες, όπως ο Λημνιός, να βελτιώνονται διαρκώς μέσα από σκληρή δουλειά, να παίζουν με ψηλά το κεφάλι στο χορτάρι, αλλά να διατηρούν χαμηλά το βλέμμα τους εκτός γηπέδων και να κυνηγούν τα όνειρά τους, χωρίς να πουλούν φθηνό οπαδιλίκι, αλλά βασιζόμενα αποκλειστικά στην προσπάθεια να γίνουν καλύτεροι ποδοσφαιριστές.

Αν συνεχίσει με την ίδια προσήλωση και την ίδια αυτοπεποίθηση, ειλικρινά αναρωτιέμαι πόσα εκατομμύρια θα συνοδεύουν τις προτάσεις που θα φτάσουν στα γραφεία της ΠΑΕ ΠΑΟΚ από μεγάλους ευρωπαϊκούς συλλόγους. Γιατί οι ταλαντούχοι Έλληνες ποδοσφαιριστές είναι δεδομένο ότι βρίσκονται για τα καλά στα ραντάρ ακόμη και των κορυφαίων κλαμπ της Γηραιάς Ηπείρου.

Το ακατέργαστο διαμάντι του Ολυμπιακού

Το ευχάριστο για το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι ότι ο Λημνιός δεν αποτελεί… όαση στην έρημο. Δεν είναι το μόνο ελληνόπουλο που ξεχωρίζει με τις εμφανίσεις του.

Ο Κώστας Τσιμίκας, για παράδειγμα, επίσης εντυπωσιάζει με τις εμφανίσεις του στον Ολυμπιακό κερδίζοντας με το σπαθί του φανέλα βασικού από τον Πέδρο Μαρτίνς. Απλά, η δική του περίπτωση δεν με έχει αφήσει με το στόμα ανοιχτό, επειδή πάντα πίστευα στη δική του καθιέρωση. Από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε στο Καραϊσκάκη (πριν το δανεισμό του στη Βίλεμ που αποδείχτηκε άκρως ευεργετικός για την καριέρα του) είχα εντυπωσιαστεί από τα προσόντα του. Από τη σέντρα που προσωπικά μου θυμίζει Γεωργάτο, την ταχύτητά του, το θράσος του, την οξυδέρκειά του. Ο Ολυμπιακός έχει στα χέρια του ένα ακατέργαστο διαμάντι και μέχρι στιγμής μοιάζει να το αξιοποιεί με ιδανικό τρόπο. 

Τα ελληνόπουλα της ΑΕΚ

Μήπως, όμως, δεν είναι ιδιαίτερα ελπιδοφόρες οι εμφανίσεις του Βασίλη Λαμπρόπουλου και του Μάριου Οικονόμου στα ευρωπαϊκά παιχνίδια της ΑΕΚ; Ιδιαίτερα ο επαναπατρισθείς διεθνής Έλληνας στόπερ, δίνει με το καλημέρα απαντήσεις σε όσους υποτιμούσαν τη σημασία της απόκτησής του. Μεγαλωμένος στην κορυφαία σχολή αμυντικών του πλανήτη (την ιταλική), ο Οικονόμου έχει επιστρέψει πιο ώριμος και πιο έτοιμος από ποτέ για να διεκδικήσει θέση βασικού στο κέντρο άμυνας της Ένωσης, αλλά και να εδραιωθεί ως μέλος της εθνικής ομάδας στο πλευρό του κορυφαίου διδύμου κεντρικών αμυντικών στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου, του Σωκράτη Παπασταθόπουλου και του Κώστα Μανωλά.

Και, βέβαια, όταν μιλάμε για ελληνόπουλα και ΑΕΚ η συζήτηση δεν μπορεί παρά να αρχίζει από τον Βασίλη Μπάρκα, ο οποίος μετά από ένα διάστημα προσαρμογής στο οποίο κατάλαβε ότι η αυτοπεποίθηση μπορεί να εκτοξεύσει έναν τερματοφύλακα, αλλά η αλαζονεία μπορεί να τον καταστρέψει, βρήκε την ισορροπία του και πλέον δικαιώνει με κάθε του εμφάνιση όσους πιστεύουν στο αστείρευτο ταλέντο του.

Μακριά από καλάμια και… οπαδιλίκι!

Προσθέστε σε όλους αυτούς τον Πασχαλάκη, τον Μπακάκη, φυσικά τον Λάζαρο (σ.σ. η δική του περίπτωση θα μας απασχολήσει σε… ξεχωριστό άρθρο), τον ελπιδοφόρο Φορτούνη των πρώτων αγώνων του Ολυμπιακού, τον αναγεννημένο στα χέρια του Ουζουνίδη Κλωναρίδη, τον Πέλκα (προσωπική μου αδυναμία, αν και θα ήθελα να τον βλέπω λίγο πιο ομαδικό και πιο ουσιαστικό στις τελικές του προσπάθειες), τον Γιαννιώτη (περιμένω να τον δω λιγότερο «κουμπωμένο» στα επόμενα παιχνίδια του Ολυμπιακού) και θα καταλάβετε γιατί το φετινό καλοκαίρι εξελίσσεται σε καλοκαίρι… γαλανόλευκης ελπίδας.

Μακάρι – ειδικά τα νέα παιδιά που έχουν μια ολόκληρη καριέρα μπροστά τους – να μείνουν προσηλωμένα στη σκληρή δουλειά, να αφήσουν τα καλάμια μακριά από τα ντουλαπάκια των αποδυτηρίων τους και να απολαμβάνουν την εμπιστοσύνη των ομάδων και των προπονητών τους. Και προς θεού (δεν θα σταματήσω να το γράφω) μακριά από το φτηνό οπαδιλίκι που αποτελεί στην Ελλάδα τον πιο εύκολο δρόμο προς την καταξίωση, αλλά και τον πιο γρήγορο δρόμο προς την αυτοκαταστροφή…

Πηγή: Sport DNA