Επιλογή Σελίδας

Του Άκη Στρατόπουλου

Ναι, σύμφωνοι: το φετινό πρωτάθλημα είναι ανταγωνιστικό. Ωστόσο, έχει αναρωτηθεί κανείς τι ακριβώς βλέπουμε πια όσο περνούν τα χρόνια σε αυτή τη ρημάδα Super League που έχει ήδη κλείσει δεκαετία ζωής;

Αναρωτιέται κανείς γιατί ακριβώς είναι ανταγωνιστικό το φετινό πρωτάθλημα; Επειδή ίσως υπάρχουν πολλές καλές ομάδες ή το αντίθετο; Τα πράγματα φαντάζουν απλά: ο ανταγωνισμός μεγαλώνει γιατί όσο περνούν τα χρόνια, κλείνει η ψαλίδα ανάμεσα σε όλες τις «ταχύτητες» του πρωταθλήματος. Οι μεγάλες ομάδες χάνουν κάθε χρόνο ποιότητα σε σχέση με τους μεσαίους / μικρομεσαίους. Ακόμη και ο μόνιμος πρωταθλητής Ολυμπιακός, από τη στιγμή που οι σημαντικοί ανταγωνιστές του βρήκαν σταθερές διοικήσεις, δεν μπορεί να βγάλει στο γήπεδο την (ίσως μόνο) θεωρητική υπεροπλία των ρόστερ του την τελευταία διετία. Αντίθετα, οι «μικροί» αποκτούν όλο και μεγαλύτερο δικαίωμα στο να διεκδικούν αποτελέσματα και να πλησιάζουν την μεσαία… τάξη.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα όλων των παραπάνω, είναι ότι ακριβώς οι ομάδες που παραδοσιακά άνηκαν σε αυτή, ο Πανιώνιος, ο Ατρόμητος, η Ξάνθη, όχι απλά κοιτούν τους πάντες στα μάτια, αλλά φτάνουν να κάνουν πλέον και πρωταθλητισμό. Κάπως έτσι, φτάνουμε στη Super League 2017-18. Κατά την οποία όλα τα ματς κρίνονται συνήθως στο γκολ. Στην οποία το θέαμα που παρουσιάζεται ανά την επικράτεια είναι συνήθως θλιβερό. Κατά την οποία η πεμπτουσία του ποδοσφαίρου -το γκολ- φαντάζει ως πολυτέλεια για τις 16 ομάδες. Όσο για το όμορφο γκολ; Ούτε καν λόγος!

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Η άμυνα χτίζεται, η επίθεση αγοράζεται
 

Όπως έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες το σύγχρονο ποδόσφαιρο, τείνει να γίνει κανόνας ότι τόσο η αμυντική όσο και η επιθετική λειτουργία μιας ομάδας είναι θέματα διάθεσης. Η πρώτη, θέμα διάθεσης για τρέξιμο, για αυτοθυσία, για αλληλοκάλυψη, για προσήλωση στην τακτική, για βελτίωση μέσω της προπόνησης γενικότερα.

Η δεύτερη, θέμα διάθεσης να… βάλεις το χέρι στην τσέπη.

Και αυτό καθότι στις μέρες μας η ατομική ικανότητα για αυτό το ρημάδι το «κάτι παραπάνω» μέσα στο γήπεδο, το πραγματικά εξαιρετικό, το απρόβλεπτο, χρυσοπληρώνεται. Οι λόγοι για αυτό είναι εξαιρετικά απλοί: αφενός πλέον δεν υπάρχουν… χοντροί και γενικότερα «ατσούμπαλοι» ποδοσφαιριστές. Οι παίκτες είναι πρωτίστως αθλητές και ο αθλητής που διακρίνεται για τα σωματικά του προσόντα, ο πολύ γρήγορος ή ο πολύ δυνατός, δεν θα κάνει εξ ορισμού πλάκα στις άμυνες όπως συνέβαινε κάποτε.

Αφετέρου, δεν υπάρχουν πλέον και «μυστικά» που οδηγούν στην επιτυχία, γενικότερα. Η φυσική κατάσταση, η εκγύμναση, η προσωπική βελτίωση, η τακτική, ακόμη και η τεχνική, το πώς όλα αυτά διδάσκονται και εφαρμόζονται στις ομάδες από την… προσχολική ακόμη ηλικία μέχρι και το υψηλότερο επαγγελματικό επίπεδο, αποτελούν εδώ και πολλά χρόνια κοινή γνώση στο σπορ. Στην απόλυτη θεωρία του ποδοσφαίρου, όλοι ξέρουν τί ακριβώς πρέπει να κάνουν.

Ταλέντο
 

Η πράξη; Εδώ προφανώς είναι που τα πράγματα γίνονται δύσκολα.

Εδώ ακριβώς έρχεται να «κολλήσει» αυτό το απρόβλεπτο, το ιδιαίτερο και αυτό που κάνει έναν ποδοσφαιριστή να ξεχωρίζει: το ταλέντο.

Τι ορίζεται όμως ως ταλέντο; Ίσως το αποτέλεσμα του συνόλου των έμφυτων ικανοτήτων, αυτών που δεν επιδέχονται εκπαίδευσης. Ίσως το σύνολο των εγκεφαλικών λειτουργιών που επιτρέπουν σε κάποιον να εφαρμόσει πιο γρήγορα, πιο άμεσα και πιο αποτελεσματικά όλα όσα έχει μάθει για μια συγκεκριμένη δεξιότητα.

Όποιος όμως τελικά και αν είναι ο ορισμός του, σε μια εποχή που οι διαφορές στο πώς διδάσκεται το ποδόσφαιρο στα παιδιά που κάνουν τα πρώτα τους βήματα και το πώς τελικά εφαρμόζονται όσα μαθαίνουν, στο επαγγελματικό επίπεδο, είναι τόσο μικρές, το ταλέντο ενός ποδοσφαιριστή κάνει «μπαμ» όλο και περισσότερο. Όχι, δεν υπάρχουν λιγότεροι ταλαντούχοι αθλητές, όπως ίσως κάποιος σπεύσει να υποστηρίξει, αναπολώντας τις ρομαντικές εποχές του σπορ. Απλώς στη σύγχρονη εποχή του ποδοσφαίρου, ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν μυστικά και κακοί αθλητές, για να κάνει ξεκάθαρη διαφορά το χ ταλέντο ενός ποδοσφαιριστή, πρέπει να είναι πραγματικά εξαιρετικό. Άρα και δυσεύρετο. Και αυτό είναι που πραγματικά όλοι οι «μεγάλοι» χρυσοπληρώνουν. Εν πολλοίς μάλιστα, όλη αυτή η διαδικασία βοήθησε στο να εκτοξευτούν οι τιμές αυτής της ιδιαίτερης «πάστας» ποδοσφαιριστών και τα ποσά των μεταγραφών της τελευταίας δεκαετίας να ξεφύγουν από κάθε λογική.

Πρόβλημα
 

Τι σχέση έχουν όμως όλα αυτά με εμάς θα ρωτήσει κάποιος. Και θα ρωτήσει σοφά, αφού δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση ελληνική ομάδα -αν δεν αγοραστεί από τρελό, από Άραβα πρίγκιπα ή από Κινέζο μεγιστάνα- να δώσει για μεταγραφή τα χρήματα που μπορούν να διαθέτουν οι κορυφαίοι ευρωπαϊκοί σύλλογοι, ή τέλος πάντων αυτοί του Top-5 πρωταθλημάτων.

Ωστόσο, όλα είναι θέμα αναλογιών. Δεν χρειάζεται να δώσει κάποιος 100+ εκατομμύρια για να θεωρήσουμε ότι έκανε οικονομική υπέρβαση στην Ελλάδα. Όπως προφανώς και δεν χρειάζεται να αγοραστεί ΤΟ top ταλέντο για να κάνει τη διαφορά στη χώρα μας. Οι παίκτες των 10 και των 15 εκατομμυρίων δεν θα ήταν απλά «μπαμ» για τον Ολυμπιακό, τον Παναθηναϊκό, την ΑΕΚ και τον ΠΑΟΚ -δηλαδή για τα μεγάλα μαγαζιά- αλλά βόμβες… αντιύλης!

Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, ακόμη και αυτά τα ποσά δεν είναι εύκολο ή καν ρεαλιστικό να δοθούν. Για όλους τους… χιλιοτραγουδισμένους λόγους. Για το μικρό εύρος της αγοράς, για την έλλειψη σταθερών εσόδων, για τα άδεια γήπεδα, για την απαξίωση και τον ευτελισμό του «ντόπιου» προϊόντος όσο περνούν τα χρόνια. Όλα γνωστά, όλα δεδομένα.

Παρ’ όλα αυτά, το πρόβλημα που ισχύει για το… υπόλοιπο -εκτός Ελλάδος- σπορ, εξ ορισμού βρίσκει εφαρμογή και εδώ. Ακριβώς επειδή τα πάντα είναι γνωστά, ακριβώς επειδή όλοι έχουν δικαίωμα στην καλή προπόνηση, στην «σωστή» τακτική, στην σωστή εκπαίδευση, το ατομικό «κάτι παραπάνω» είναι αυτό που θα κάνει τη διαφορά.

Είναι αυτό το εκκωφαντικό κενό που υπάρχει -κατά κανόνα- στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Η «διαφορά» κοστίζει
 

Εννοείται φυσικά πως όλα τα παραπάνω δεν είναι… γραμμένα στην πέτρα. Όσο περνούν τα χρόνια όμως μετατρέπονται στον κανόνα. Άρα θα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Σαφώς και μια ελληνική ομάδα μπορεί να πιάσει το «λαχείο» σε μια μεταγραφή. Σαφώς και μπορεί να εντοπίσει τον «σωστό» μικρό και να τον εντάξει στις ακαδημίες της πρώτη απ’ όλους. Σαφώς και μπορεί μέσω της σκληρής δουλειάς και της ομοιογένειας να δημιουργήσει τους επιθετικούς αυτοματισμούς που θα της επιτρέψουν να την… τσουλάει σωστά, έστω και χωρίς τους ακριβούς, εξαιρετικά ταλαντούχους ποδοσφαιριστές.

Καταλαβαίνει εύκολα όμως κανείς ότι στο τέλος της ημέρας η πραγματική διαφορά θα γίνεται συνήθως από όσους παίζουν το σπορ με τέτοιο τρόπο, ώστε να «κρεμιούνται» για πολλά χρόνια μετά πάνω από τα προσκέφαλα στα παιδικά δωμάτια. Και τηρουμένων των αναλογιών για κάθε ομάδα ή πρωτάθλημα, αυτοί δεν κυκλοφορούν ελεύθεροι δεξιά και αριστερά στις μέρες μας. Επιπροσθέτως, στην Ελλάδα του 2017 -μας αρέσει δεν μας αρέσει- το scouting, τα πλάνα ακαδημιών, η τεχνογνωσία και όλα αυτά τα στοιχεία ενός συλλόγου που του επιτρέπουν να διαθέτει στις τάξεις του μια σταθερή χ ποσότητα «εξαιρετικού ταλέντου» με δυσανάλογα χαμηλό κόστος, λογικά βρίσκονται κάμποσα χρόνια πίσω από τον πραγματικά προηγμένο ποδοσφαιρικό κόσμο. Άρα, αυτό το «κάτι παραπάνω» που θα σε εκτοξεύσει ως σύλλογο πάνω από τον εγχώριο ανταγωνισμό και θα σε διατηρεί στο να είσαι εσύ ανταγωνιστικός σε ευρωπαϊκός, θα πρέπει να το πληρώσεις αδρά.

Εξαιρέσεις

Αυτό το «κάτι παραπάνω» του Κέβιν Μιραλάς (σ.σ. κόστισε κοντά στα 3,5 εκατ.) που θα κόψει δύο φορές την άμυνα της ΑΕΚ στη μέση, η πρώτη για το 5-0 στο Καραϊσκάκη, η δεύτερη για το 0-1 στο ΟΑΚΑ και θα τελειώσει τη φάση με υπέροχο πλάσε.

Αυτό το «εξαιρετικό» του Τζιμπρίλ Σισέ (σ.σ. κόστισε 8 εκατ.) που έβαλε τους αντιπάλους στα δίχτυα με κάθε πιθανό τρόπο και 55 φορές σε 89 ματς.

Το απρόβλεπτο του Νάτσο Σκόκο (σ.σ. κόστισε κοντά στα 2 εκατ.) τη στιγμή που χορεύει την άμυνα του ΠΑΟΚ και καρφώνει τη μπάλα στα δίχτυα στο δεύτερο γκολ του 3-0 το ’11 ή στη φάση-καρμπόν για το 3-2 επί του Ολυμπιακού στον τελικό Κυπέλλου του ’09.

Το φυσικό χάρισμα που κάνει «φονικό» μέσα στην αντίπαλη περιοχή τον Αλεξάνταρ Πρίγιοβιτς (σ.σ. κόστισε 1,8 εκατ.) ο οποίος μπήκε απευθείας στην ενδεκάδα του ΠΑΟΚ χωρίς προσαρμογή και 35 συμμετοχές μετά έχει φτάσει ήδη τα 17 «τεμάχια».

Στοιχεία που χρόνο με το χρόνο μετατρέπονται απλώς σε κάτι μεταξύ απόλυτης πολυτέλειας και απλής εξαίρεσης στην ελληνική Super League. Ακόμη και στον Ολυμπιακό που διαθέτει σταθερά χρήμα για… κάψιμο στις μεταγραφές, για κάθε έναν Ιντέγε ή Ρομπέρτο, έρχονται μαζί του και καμιά 15αριά Μίλιτς και Γιαταμπαρέ.

Λείπουν τα χρήματα, λείπουν κι όλα τα υπόλοιπα
 

Η άποψη αυτή που υποστηρίζει ότι «λείπουν τα χρήματα, άρα λείπει και η ποιότητα», μπορεί να φαντάζει ως απλούστευση / γενίκευση, ωστόσο στο τέλος της ημέρας, αν όχι όλα τότε τα περισσότερα είναι θέμα χρημάτων. Το γεγονός φυσικά ότι τα χρήματα που κινούνται στο ελληνικό πρωτάθλημα, όπως επίσης προαναφέρθηκε, είναι πια τόσο λίγα που δεν επιτρέπουν πολλά πολλά, είναι από μόνο του ένα βιβλίο ολόκληρο. Μια ακόμη γενίκευση είναι και αυτή: όσο τα χρόνια περνούν, το εγχώριο ποδοσφαιρικό προϊόν χάνει συνολικά την αξία του. Ξεχωριστά, κάθε σύλλογος, κάθε ακαδημία, κάθε… 5×5 στη γειτονιά, χάνει μέρος της ικανότητάς του να δημιουργήσει ακριβώς αυτό: καλό ποδόσφαιρο. Όποιος διαφωνεί με τα παραπάνω, να παρουσιάσει τα στοιχεία του για το αντίθετο -για την ραγδαία βελτίωση του ελληνικού ποδοσφαίρου- και να κάνουμε κουβέντα.

Δυστυχώς για το ελληνικό ποδόσφαιρο, το χρήμα από μόνο του και το χρήμα που «παράγεται» εκ των έσω δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα. Το σημαντικότερο πρόβλημα είναι ακριβώς ότι λείπουν -κατά κανόνα- και όλα τα υπόλοιπα. Όλα εκείνα τα στοιχεία από τα οποία θα προκύψει και αυτό το «εκ των έσω» χρήμα. Μέσω της τεχνογνωσίας, μέσω των εγκαταστάσεων, μέσω scouting, μέσω των ακαδημιών και της σωστής εκμάθησης του σπορ σε όλα τα επίπεδα, μέσω του marketing, μέσω της δημιουργίας μιας εγχώριας «σχολής», ενός ποδοσφαιρικού μοντέλου που εκτός από ότι θα αποτελεί τη βάση για όλες τις ομάδες, θα μπορεί -γιατί όχι- ακόμη και να «πλασάρεται» σε άλλες χώρες που επιθυμούν να βελτιώσουν το δικό τους ποδοσφαιρικό προϊόν.

Με εξαίρεση τους «μεγάλους» οι οποίοι πραγματικά στηρίζονται σε ορισμένα μόνο από τα παραπάνω, αλλά και εξαιρέσεις σε συγκεκριμένους συλλόγους της περιφέρειας που δουλεύουν επισταμένως σε κάποιους από τους τομείς αυτούς, για όλους τους υπόλοιπους που ασχολούνται επαγγελματικά με το σπορ στη χώρα μας, αυτά είναι συνήθως άγνωστες λέξεις.

Κάθε «του χρόνου» και χειρότερα
 

Αυτά τα θεμελιώδη προβλήματα του ελληνικού ποδοσφαίρου, μεγεθύνονται κάθε σεζόν που περνάει και κανείς δεν κάνει τίποτα για να αρχίσει έστω η κουβέντα ως προς το πώς θα μπορέσει να βελτιωθεί το προϊόν μαζικά και ταυτόχρονα για όλους.

Η Super League είναι ο καθρέφτης όλων αυτών.

Η φετινή συγκεκριμένα δε, ίσως το απόλυτο παράδειγμα για το τι αποτέλεσμα φέρνει συνολικά σε ένα πρωτάθλημα η έλλειψη ποιότητας που απορρέει από όλους τους προαναφερθέντες παράγοντες. Μια ποιότητα που μοιραία «μετριέται» συνολικά από το ποδόσφαιρο που παρουσιάζουν οι ομάδες. Και επειδή είθισται αυτό το θέαμα να έχει και απώτερο σκοπό -το γκολ- το μόνο που μένει να γίνει είναι η άβολη και αμήχανη σύγκριση.

Το χειρότερο θέαμα στην Ευρώπη
 

Η καλύτερη επίθεση του πρωταθλήματος είναι αυτή του Ολυμπιακού με 19, η αμέσως καλύτερη είναι τα 13 για ΑΕΚ και Πανιώνιο, ενώ μόλις οι 7 από τις 16 ομάδες της λίγκας έχουν πετύχει διψήφιο αριθμό τερμάτων σε 10 αγωνιστικές και έχουν μέσο όρο μεγαλύτερο από 1 γκολ ανά παιχνίδι.

Ακόμη πιο εντυπωσιακό γίνεται το παραπάνω στατιστικό όταν κοιτάξει κανείς την Ευρώπη από ψηλά.

Από τα 30 ευρωπαϊκά πρωταθλήματα που βρίσκονται σε εξέλιξη πλην του Τοπ-5 (σ.σ. Αγγλία, Ισπανία, Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία) το οποίο για προφανείς λόγους έμεινε εκτός σύγκρισης, η ελληνική Super League έχει τη χειρότερη αναλογία γκολ που σημειώνονται ανά αγώνα μέχρι αυτό το σημείο της σεζόν. Για την ακρίβεια, είναι το μοναδικό πρωτάθλημα στο οποίο σημειώνονται λιγότερα από δύο ανά αγώνα. Έχουν σημειωθεί συνολικά 156 σε 10 αγωνιστικές και οι 8 αγώνες σε καθεμιά από αυτές, βγάζει μέσο όρο 1,95 γκολ! Ο αμέσως χειρότερος μέσος όρος γκολ / ματς, είναι τo 2,01 και βρίσκεται στο πρωτάθλημα του Κοσόβου…

Αν μάλιστα τα πρωταθλήματα χωριστούν σε 4 διαφορετικές «ταχύτητες», εκεί είναι που αρχίζει η πραγματική θλίψη. Από τα 6 πρωταθλήματα 2ης ταχύτητας, μόνο Ρωσία και Ουκρανία είναι κοντά στην «ελληνική» επίδοση, αφού σε Ολλανδία, Βέλγιο, Πορτογαλία και Τουρκία τα γκολ πέφτουν βροχή. Πάνω από 2,5 γκολ ανά αγώνα είναι και η συγκομιδή των -πάντα θεωρητικά- πρωταθλημάτων 3ης κλάσης, με τα 2,38/ματς γκολ της ρουμανικής λίγκας να είναι η χειρότερη επίδοση ανάμεσά τους. Πηγαίνοντας στην τελευταία κατηγορία δυναμικότητας, τα πρωταθλήματα του Κοσόβου, της Αλβανίας και του Μαυροβουνίου είναι αυτά που έχουν επιθετικές επιδόσεις σχετικά κοντινές με τις δικές μας, αφού όλοι οι υπόλοιποι είναι σταθερά στο +2,5.

Το ερώτημα έρχεται μοιραία: Πόσο πιο κάτω έχει ακόμη για εμάς;

Για την Ιστορία, ακολουθούν οι επιθετικές επιδόσεις στα 29 άλλα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα που βρίσκονται σε εξέλιξη…

Τα πρωταθλήματα «2ης ταχύτητας»

Χώρα / Αγωνιστικές / Γκολ / μ.ο. ανά αγωνιστική / μ.ο. ανά ματς

Ολλανδία 11 298 27,09 3,01
Βέλγιο 14 334 23,85 2,98
Πορτογαλία 11 259 23,54 2,61
Ρωσία 16 279 17,43 2,17
Ουκρανία 15 198 13,2 2,2
Τουρκία 11 320 29,09 3,23

Τα πρωταθλήματα «3ης ταχύτητας»

Χώρα / Αγωνιστικές / Γκολ / μ.ο. ανά αγωνιστική / μ.ο. ανά ματς

Ελβετία 14 202 14,42 2,88
Τσεχία 13 261 20,07 2,5
Πολωνία 15 310 20,66 2,58
Ουγγαρία 15 270 18 3
Αυστρία 14 205 14,64 2,92
Σλοβακία 15 267 17,8 2,96
Σερβία 16 329 20,56 2,57
Σλοβενία 15 203 13,53 2,7
Κροατία 15 205 13,66 2,73
Δανία 15 305 20,33 2,9
Σκωτία 13 208 16 2,66
Ρουμανία 17 284 16,7 2,38

Τα πρωταθλήματα «4ης ταχύτητας»

Χώρα / Αγωνιστικές / Γκολ / μ.ο. ανά αγωνιστική / μ.ο. ανά ματς

Κύπρος 11 190 17,27 2,46
Βοσνία 14 200 14,28 2,38
Κόσοβο 14 169 12,07 2,01
Μαυροβούνιο 14 150 10,71 2,14
Σκόπια 14 169 12,07 2,41
Αλβανία 9 95 10,55 2,11
Βουλγαρία 14 249 17,78 2,54
Β. Ιρλανδία 15 277 18,46 3,07
Ουαλία 13 203 15,61 2,6
Λουξεμβούργο 10 245 24,5 3,5
Μάλτα 10 208 20,8 2,97
 
Πηγή: Sport DNA