Του Αλέξη Σπυρόπουλου
Ενα ωραιότατο παιγνίδι απ’ την πρώτη στιγμή του ως και την τελευταία, δύο δουλεμένων ομάδων που είχαν στήσει τις άμυνές τους ψηλά και έφταναν με εντυπωσιακή ευκολία, και οι μεν και οι δε, στην αντίπαλη περιοχή. Η δε συχνότητα των πατημάτων στην αντίπαλη περιοχή, και των τελειωμάτων, ήταν έως εξωφρενική! Εκλεισε ο λογαριασμός στα 32 τελειώματα, κατά κόρον υποσχόμενα τελειώματα, εκ των οποίων δώδεκα “στον στόχο” κι άλλα δέκα blocked. Εκλεισε επίσης, με εννέα αποκρούσεις δύο top τερματοφυλάκων. Μία μπάλα, πάνω-κάτω. Ενα ματς, άνω-κάτω. Αν μιλάμε για entertainment στην Ευρώπη…
Να γράψω ότι άλλη μία φορά ο Ιωαννίδης ήταν unplayable, αυτό δεν θα έφτανε για να αποδώσει και να περικλείσει το όλον μέγεθος της εμφάνισης του φορ-γκρέιντερ. Το φανταστικό δείγμα μιας φυσιολογικής εξέλιξης που μπαίνει, κιόλας, στον τέταρτο χρόνο της. Δεν συνέβη, απ’ τη μια μέρα στην άλλη. Trust the process, που λένε, για το μεγάλωμα των μικρών. Μη το εκβιάζεις. Ασ’ το, να γίνει. Πάρε τη χαρά, από τη διαδικασία. Μη κοιτάζεις, μόνο νούμερα. Unplayable, ήταν ο Παλάσιος. Περίπου unplayable έγινε και ο Μπερνάρ, όταν ο προπονητής τον έφερε μέσα (στο δέκα) και έστειλε δεξιά τον Τζούριτσιτς.

Το μπάσιμο της Ρεν στην αναμέτρηση ήταν (και στα δύο ημίχρονα) τόσο καλό, που βοήθησε και τον Παναθηναϊκό να βγάλει ό,τι καλό έχει να δώσει. Το ‘χουμε πει ίσαμε μερικές χιλιάδες φορές, το tango (είναι υπέροχη έκφραση της ανθρώπινης ψυχής, και) θέλει δύο. Εδώ, ήταν δύο ομάδες που εννοούσαν να χορέψουν. Η Ρεν βγήκε στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, ενθουσιώδης. Αεράτη. Ορμησε στο παιγνίδι, να το παίξει. Ενα γκρουπ σπιντάτο, προσανατολισμένο στην κάθετη επίθεση, με ουσία και νόημα σε ό,τι κάνουν. Ο Παναθηναϊκός δεν είχε επιλογή, άλλη από το να ακολουθήσει στο αισιόδοξο πνεύμα “πάμε να παίξουμε”. Ως το φινάλε, το σκορ θα μπορούσε να είναι…όποιο και να διαλέξουμε, δίκιο θα ‘χουμε.
Το βασικό συμπέρασμα της νύχτας στην Αθήνα, δεν είναι η μετάλλαξη (λόγω αναβάθμισης του ρόστερ) του Παναθηναϊκού εφέτος. Η μετάλλαξη, οφθαλμοφανής και στο Καραϊσκάκη, ήδη είχε επιβεβαιωθεί πριν τη Ρεν. Υψηλότερη δημιουργική ικανότητα, μεγαλύτερη απαιτητικότητα, περισσότερη πιεστικότητα στα επιλεγμένα διαστήματα, λιγότερη ισορροπία. Το βασικό συμπέρασμα της νύχτας στην Αθήνα είναι ότι, κατά την εκτίμησή μου, ακόμη ο Παναθηναϊκός δεν έχει συνηθίσει, στο βάθος, τον νέο εαυτό του. Δεν έχει βρει τη βολή του, νοητικά, μέσα στον νέο εαυτό του. Δεν έχει συμφιλιωθεί, θα έλεγα, με το καινούργιο προφίλ. Διαισθάνεται κανείς, μια κάποια δυσανεξία με αυτό. Πιθανόν, ενίοτε και μία αναπόληση του παλαιού, σε φάσεις ανασφάλειας. Και δεν εννοώ, τον περίγυρο. Εννοώ, τον προπονητή και τους ποδοσφαιριστές που είχαν εθιστεί, όσοι ήταν στην ομάδα από τις προηγούμενες σεζόν Γιοβάνοβιτς, αλλιώς. Θέλουν χρόνο μάλλον, να κατακαθήσει και να τακτοποιηθεί η πρωτόγνωρη αλεγρία μέσα τους.

Μίλησαν ύστερα, και ο προπονητής και ποδοσφαιριστές, ότι έδωσαν “εύκολα γκολ”. Φτηνά, αν το ερμηνεύω σωστά, γκολ. Give me a break, guys! Να μία καθαρή απόδειξη, ότι δεν έχουν συνηθίσει τον νέο εαυτό τους. Διότι το μοναδικό φτηνό γκολ που επιτεύχθηκε σε αυτόν τον αγώνα, ας μου επιτραπεί να πω, είναι το γκολ που έβαλε…ο Παναθηναϊκός! Τα γκολ της Ρεν, δεν ήταν φτηνά ούτε εύκολα. Ηταν θαυμάσια. Εκτός αν θέλετε να με πείσετε πως θα έβαζε ένα τέτοιο γκολ (σαν του Γκουϊρί) ο Παλάσιος, ή ένα γκολ σαν το δεύτερο της Ρεν “α λα Ματζέρ” ο Ιωαννίδης, κι έπειτα εμείς εδώ θα λέγαμε “α, κοίτα τι φτηνά γκολ έφαγαν οι Γάλλοι”. Οχι, θα αποθεώναμε τον Παλάσιος και τον Ιωαννίδη, και πολύ καλά θα κάναμε.
Επειδή πάντοτε συμπίπτουν οι ώρες διεξαγωγής, αναγκαστικά διαλέγεις. Αυτή την Πέμπτη, διάλεξα το Ελλάς-Γαλλία 0-2 οπότε έχασα, sorry, το Ελλάς-Ηνωμένο Βασίλειο 2-0. Η Μασσαλία μας έδωσε, δείγματα για ανάλυση, τα εξής δύο. Το πρώτο ημίχρονο, το πρώτο δεκάλεπτο του δεύτερου ημιχρόνου. Τα υπόλοιπα, δεν είναι ανάλυση ποδοσφαίρου. Είναι, αντίδραση (και αντανάκλαση) συναισθημάτων από το ποδόσφαιρο.
Πρώτο ημίχρονο λοιπόν, ασύγκριτη υπεροχή ΟΜ. Ασύγκριτη, επιθετική ορμή. Μια ΑΕΚ, ανεπαίσθητη στο τελευταίο τρίτο του γηπέδου. Ενα νορμάλ γκολ, βάσει μοτίβου και ροής. Ευθύς εξαρχής ήταν κεφαλαιώδες, να μη πάθει η ΑΕΚ ζημιά από τους μπακ της Ολεμπίκ. Πράγματι, ο Αλμέιδα έλαβε τη μέριμνα. Τον Κλος, τον μάρκαρε ο Πινέδα σχεδόν μαν-του-μαν. Τον Ρενάν Λόντι, τον μάρκαρε ο Αμραμπάτ…ακόμη πιο μαν-του-μαν. Ο Αμραμπάτ ήταν ο πέμπτος αμυντικός στη γραμμή της Ενωσης, στα δεξιά του δεξιού μπακ. Κι όμως το ρήγμα, το προκάλεσε ο Κλος. Οχι, με ευθύνη του Πινέδα. Με ευθύνη του Γιόνσον, που άργησε να ακολουθήσει το roaming του Κλος δίχως τη μπάλα και “την έφαγε” στην πλάτη, ένα-μηδέν. Ο Κλος δεν σταματά να τρέχει, ποτέ. Ο Γιόνσον στο Βελοντρόμ, ταξίδευε αλλού. Δεν ήταν, συγκεντρωμένος, όλος εκεί.

Στην ανάπαυλα, εκείνο που σκεπτόμουν ήταν ότι η ΟΜ δεν είναι ακριβώς “υπεράνω πάσης υποψίας” όταν προηγείται. Με τη Μπράιτον, είχε προηγηθεί δύο-μηδέν στο εικοσάλεπτο και το ματς έληξε δύο-δύο. Αρα η ΑΕΚ, μία σπίθα χρειαζόταν και τα πάντα θα μπορούσε να έλθουν σε ισορροπία, ή και να ανατραπούν. Οντως για μια φορά, επιτέλους η ΑΕΚ πήρε (ο Τσούμπερ) μία “δεύτερη μπάλα”. Ο Μάνταλος, με την οξυμένη περιφερειακή όραση και τη χαρισματική αντίληψη, προσέδωσε τη στοχευμένη ασίστ. Ο Πινέδα αριστερός χαφ, ο Πινέδα δεξιός μπακ, έγινε ο Πινέδα που μπούκαρε σαν δεύτερος σέντερ-φορ, ένα-ένα.
Δεν το μάθαμε χθες, πως η ιδέα ποδοσφαίρου του Αλμέιδα είναι απαράμιλλη. Με ένα τρωτό. Οτι μεθερμηνεύται (και υποστηρίζεται) τέλεια, μόνον όταν είναι διαθέσιμοι ο Γκαρσία στο εννέα και ο Αραούχο στο εννιάμισι. Οπως, Μπράιτον. Εναντι αυτού, του ιδεατού, ό,τι άλλο είναι απλώς το καλύτερο που στη συνθήκη της ημέρας μπορείς να έχεις. Το οποίο (καλύτερο στη συνθήκη της ημέρας) πολλές φορές ενδέχεται να είναι επαρκές για να γίνει η δουλειά. Φάνηκε να είναι επαρκές, για να κάνει η ΑΕΚ τη δουλειά στη Μασσαλία. Θα την έκανε, στ’ αλήθεια, all the way;
Το ερώτημα που στο Μπράιτον είχε απαντηθεί από τη ζωή, αυτή τη φορά έμεινε εκκρεμές στον αέρα. Αναπάντητο, λόγω του σπάνιου περιστατικού αυτοχειρίας. Δεν ήταν το δύο-ένα, δεν ήταν καν το 11 v 10. Ηταν η, νομίζω βεβιασμένη, θυσία του Μάνταλου. Και βέβαια το γεγονός ότι πλέον, ενόψει της διαχείρισης ειδικών καταστάσεων στο τελευταίο ημίωρο, ο προπονητής είχε μονάχα ένα μπρέικ για (άλλες) δύο αλλαγές. Mission impossible.
Πηγή: Sdna
















