Επιλογή Σελίδας

Του Πολύδωρου Παπαδόπουλου

Η FIFA φιλοδοξεί, μέσω της μεγαλύτερης και πιο εμπορικά αξιοποιημένης διοργάνωσης που έχει πραγματοποιηθεί έως σήμερα, να εδραιώσει οριστικά το ποδόσφαιρο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με 48 εθνικές ομάδες και 104 αναμετρήσεις, το Μουντιάλ στοχεύει να ενισχύσει την παρουσία του αθλήματος σε μια αγορά περίπου 350 εκατομμυρίων κατοίκων.

Το μεγαλύτερο Μουντιάλ στην ιστορία κάνει πρεμιέρα αύριο (10/06) στο στάδιο Αζτέκα, όπου το Μεξικό θα αντιμετωπίσει τη Νότια Αφρική στον εναρκτήριο αγώνα. Αν και η διοργάνωση πραγματοποιείται από κοινού με τον Καναδά και το Μεξικό, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα φιλοξενήσουν τη συντριπτική πλειονότητα των αγώνων, καθώς εκεί θα διεξαχθούν οι 78 από τις συνολικά 104 αναμετρήσεις, συμπεριλαμβανομένου και του τελικού στις 19 Ιουλίου.

Ο πρόεδρος της FIFA, Τζάνι Ινφαντίνο, μιλώντας τον περασμένο Μάιο στην έδρα του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, υποστήριξε ότι κατά τη διάρκεια του τουρνουά «όλα τα βλέμματα θα είναι στραμμένα στη Βόρεια Αμερική». Όπως σημείωσε, συχνά δίνεται έμφαση σε όσα χωρίζουν τους ανθρώπους, ωστόσο η συνύπαρξη και η συνεργασία αποδεικνύουν ότι τα κοινά στοιχεία είναι πολύ περισσότερα από τις διαφορές.

Παρά τα μηνύματα ενότητας που επιχειρεί να προβάλλει η FIFA, το Παγκόσμιο Κύπελλο διεξάγεται σε μια χώρα που βρίσκεται στο επίκεντρο σημαντικών γεωπολιτικών εντάσεων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν ανοιχτές διπλωματικές διαφωνίες με το Μεξικό, έναν από τους συνδιοργανωτές, ενώ η αυστηρή μεταναστευτική πολιτική τους προκαλεί ανησυχία σε φιλάθλους και συμμετέχοντες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του Σομαλού διαιτητή Ομάρ Αρτάν, ο οποίος, παρότι είχε επιλεγεί ανάμεσα στους 52 διαιτητές της διοργάνωσης, δεν έλαβε άδεια εισόδου στη χώρα. Οσο για τους Ουζμπέκους, ακόμα τους ψάχνουν…

Το φετινό Μουντιάλ, που επεκτάθηκε από 64 σε 104 αγώνες και από 32 σε 48 εθνικές ομάδες, θεωρείται το πιο εμπορευματοποιημένο στην ιστορία του θεσμού. Ανάμεσα στα ζητήματα που έχουν προκαλέσει τις εντονότερες αντιδράσεις είναι οι εξαιρετικά υψηλές τιμές των εισιτηρίων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της εταιρείας AceOdds, δύο φίλαθλοι που θα επιθυμούσαν να παρακολουθήσουν όλους τους αγώνες της Ισπανίας θα έπρεπε να δαπανήσουν τουλάχιστον 61.000 δολάρια, με περίπου το μισό ποσό να αφορά αποκλειστικά την αγορά εισιτηρίων.

Σημαντικό ρόλο στην εκτόξευση των τιμών διαδραματίζει το σύστημα δυναμικής τιμολόγησης που εφαρμόζει η FIFA. Το μοντέλο αυτό, παρόμοιο με εκείνο που χρησιμοποιούν ψηφιακές πλατφόρμες μεταφορών για να προσαρμόζουν τις χρεώσεις τους ανάλογα με τη ζήτηση, έχει οδηγήσει ορισμένα εισιτήρια σε επίπεδα που ξεπερνούν ακόμη και τα 30.000 δολάρια.

Μόλις το 10% των διαθέσιμων εισιτηρίων αφορά τις βασικές θέσεις των φιλάθλων και διατίθεται σε σταθερή τιμή περίπου 60 ευρώ. Το υπόλοιπο ποσοστό εντάσσεται στο καθεστώς δυναμικής τιμολόγησης, γεγονός που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από φιλάθλους και οργανωμένους συνδέσμους στις 16 πόλεις που θα φιλοξενήσουν αγώνες της διοργάνωσης.

Οι επικρίσεις δεν περιορίζονται στο κόστος εισόδου στα γήπεδα. Η FIFA, η οποία αποκομίζει σημαντικά έσοδα από τις πωλήσεις τροφίμων και ποτών στους αγωνιστικούς χώρους, είχε αρχικά εξετάσει το ενδεχόμενο να απαγορεύσει ακόμη και την είσοδο άδειων μπουκαλιών νερού. Έτσι, οι φίλαθλοι δεν θα μπορούσαν να τα γεμίσουν από τις διαθέσιμες βρύσες, παρά τις υψηλές θερμοκρασίες που αναμένονται κατά τη διάρκεια του τουρνουά.

Η πρόθεση αυτή προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις από τοπικούς αξιωματούχους και πολιτικούς παράγοντες. Από τη δήμαρχο του Τορόντο Ολίβια Τσόου μέχρι τον δήμαρχο της Νέας Υόρκης Ζόχραν Μαμντάνι και τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ, πολλοί άσκησαν δημόσια πίεση στη FIFA. Τελικά, η ομοσπονδία αναθεώρησε τη στάση της και ανακοίνωσε ότι θα επιτρέπεται η είσοδος με σφραγισμένα, εύκαμπτα πλαστικά μπουκάλια νερού μίας χρήσης μικρής χωρητικότητας.

Μουντιάλ 2026: Η FIFA χρεώνει 79$ για όποιον θέλει να δει το όνομά του σε γιγαντοοθόνη

Παράλληλα, αντιδράσεις έχουν καταγραφεί και για το αυξημένο κόστος διαμονής, αεροπορικών μετακινήσεων και τοπικών συγκοινωνιών. Ενδεικτικά, η μετακίνηση προς το MetLife Stadium του Νιου Τζέρσεϊ, το οποίο θα φιλοξενήσει οκτώ αγώνες, ανάμεσά τους και τον τελικό, θα κοστίζει 105 δολάρια μέσω του δικτύου NJ Transit, έναντι της συνηθισμένης τιμής των 12,90 δολαρίων.

Οι τοπικές αρχές δικαιολογούν την αύξηση αυτή επικαλούμενες το υψηλό κόστος διαχείρισης και μεταφοράς των δεκάδων χιλιάδων φιλάθλων που αναμένεται να κατακλύσουν τις εγκαταστάσεις κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης. Παράλληλα, επισημαίνουν ότι η FIFA δεν συμμετείχε οικονομικά στη χρηματοδότηση της συγκεκριμένης υποδομής.

Οι συζητήσεις γύρω από το υψηλό κόστος της διοργάνωσης συνδέονται πλέον και με τις επιπτώσεις της μεταναστευτικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς και με τις πρακτικές της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής (ICE), οι οποίες έχουν αποτελέσει αντικείμενο έντονης κριτικής.

Εκτός από τις προειδοποιήσεις για πιθανούς ελέγχους και συλλήψεις ατόμων που δεν διαθέτουν τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα στους χώρους γύρω από τα γήπεδα, περισσότερες από εκατό οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών έχουν πραγματοποιήσει κινητοποιήσεις, καταγγέλλοντας σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων. Οι περιορισμοί που εφαρμόζονται στα αμερικανικά σύνορα έχουν ήδη επηρεάσει άμεσα τη διοργάνωση.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Σομαλού διαιτητή Ομάρ Αρτάν. Ο Αρτάν επρόκειτο να γίνει ο πρώτος διαιτητής από τη Σομαλία που θα συμμετείχε σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου, ενώ το 2025 είχε αναδειχθεί κορυφαίος διαιτητής της χρονιάς από την Αφρικανική Συνομοσπονδία Ποδοσφαίρου (CAF). Παρ’ όλα αυτά, κατά την άφιξή του στο Μαϊάμι ενημερώθηκε ότι δεν μπορούσε να εισέλθει στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς κρίθηκε «μη αποδεκτός» στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου του ιστορικού του.

Μουντιάλ 2026: Η ανάκριση του Σομαλού διαιτητή κράτησε 11 ώρες

Η Σομαλία συγκαταλέγεται στις χώρες των οποίων οι πολίτες υπόκεινται σε αυστηρούς ταξιδιωτικούς περιορισμούς για την είσοδο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στον ίδιο κατάλογο βρίσκεται και το Ιράν. Για τον λόγο αυτό, η εθνική ομάδα του Ιράν, η οποία πρόκειται να δώσει δύο αγώνες στο Λος Άντζελες και έναν στο Σιάτλ κατά τη φάση των ομίλων, αποφάσισε να εγκαταστήσει το προπονητικό της κέντρο στην Τιχουάνα του Μεξικού, περιορίζοντας όσο το δυνατόν περισσότερο την παρουσία της σε αμερικανικό έδαφος.

Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση απαγόρευσε την είσοδο σε 15 από τα 70 μέλη της ιρανικής αποστολής, γεγονός που ενίσχυσε τις ανησυχίες σχετικά με τον αντίκτυπο των μεταναστευτικών περιορισμών στην ομαλή διεξαγωγή της διοργάνωσης.

Μουντιάλ 2026: Ινφαντίνο και Τραμπ σφραγίζουν το πιο αμφιλεγόμενο τουρνουά της ιστορίας

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η FIFA επιδιώκει να αξιοποιήσει το Μουντιάλ ως όχημα για τη διεύρυνση της παρουσίας της στην αμερικανική αγορά. Ο πρόεδρός της, Τζάνι Ινφαντίνο, διατηρεί στενές σχέσεις με τον Ντόναλντ Τραμπ και θεωρεί τη διοργάνωση κομβικής σημασίας για την περαιτέρω ανάπτυξη του ποδοσφαίρου στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η παγκόσμια ομοσπονδία είχε ήδη πετύχει έναν σημαντικό στόχο μετά το Μουντιάλ του 1994, όταν συνέβαλε στην ανάπτυξη του επαγγελματικού πρωταθλήματος MLS. Σήμερα, φιλοδοξεί να φέρει το ποδόσφαιρο πιο κοντά στα αθλήματα που κυριαρχούν παραδοσιακά στις προτιμήσεις των Αμερικανών, όπως το μπάσκετ, το μπέιζμπολ, το χόκεϊ επί πάγου και το αμερικανικό ποδόσφαιρο.

Για την επίτευξη αυτού του στόχου, η FIFA ποντάρει σε μια διοργάνωση διάρκειας σχεδόν έξι εβδομάδων, η οποία εκτιμάται ότι θα καταγράψει ιστορικά υψηλά επίπεδα τηλεθέασης σε παγκόσμια κλίμακα. Παράλληλα, αναμένεται να αποφέρει έσοδα-ρεκόρ από τα τηλεοπτικά δικαιώματα και να εξασφαλίσει τις μεγαλύτερες οικονομικές απολαβές που έχουν δοθεί ποτέ στους συλλόγους για τη συμμετοχή των ποδοσφαιριστών τους στις εθνικές ομάδες.

Σύμφωνα με τη FIFA, το ποσό που θα διανεμηθεί στους συλλόγους ανέρχεται σε 307,5 εκατομμύρια ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση περίπου 70% σε σύγκριση με την αντίστοιχη κατανομή του 2022. Τα χρήματα αυτά θα δοθούν στις ομάδες που εκπροσωπούνται στη διοργάνωση μέσω των διεθνών ποδοσφαιριστών τους.

Έτσι, την Πέμπτη ανοίγει η αυλαία ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου που φιλοδοξεί να σπάσει κάθε προηγούμενο ρεκόρ, τόσο σε επίπεδο εμπορικής επιτυχίας και τηλεοπτικής απήχησης όσο και σε ζητήματα που αφορούν το κόστος, τη χλιδή και τις αντιπαραθέσεις που το συνοδεύουν.

Πηγή: Gazzetta