Του Ιάσονα Θεριού
«Σε 50 χρόνια θα πω αυτή την ιστορία στον εγγονό μου κι αυτός θα γυρίσει να με κοιτάξει, θα γελάσει και θα μου πει “Παππού, είσαι ψεύτης!”».

Ευτυχώς για τον Μαρσέλο Κόστα, υπάρχουν τα βίντεο. Γιατί, αλλιώς, χωρίς απτά πειστήρια, θα ήταν αδύνατον να πιστέψει κανείς αυτόν και τους συμπαίκτες του στην Γκρέμιο. Για εκείνο το απόγευμα στο Ρεσίφε, για εκείνες τις στιγμές που η πραγματικότητα του ποδοσφαίρου ξεπερνά κάθε φαντασία.
2005 και η Γκρέμιο είναι στο χείλος του γκρεμού, ταλανισμένη από σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα, υποβιβασμένη στη δεύτερη κατηγορία. Τραγωδία για έναν σύλλογο των «Doze Grandes», του… δωδεκάθεου του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου. Ξεκινά τη σεζόν στη Serie B με ενήλικες ποδοσφαιριστές, οι οποίοι είναι μετρημένοι στα δάκτυλα, και κάποια παιδάκια από την ακαδημία της. Η άνοδος δεν είναι απλώς στόχος, είναι ζήτημα επιβίωσης.
Κάκιστος πρώτος γύρος, καλύτερος δεύτερος, διαρκής βελτίωση και μια ομάδα που φτάνει στα πλέι οφ για την άνοδο. Τελευταία αγωνιστική και είναι πρωτοπόρος. Ταξιδεύει στην έδρα της Νάουτικο. Αν ηττηθεί, μένει βυθισμένη στη δεύτερη κατηγορία ή, μάλλον, κηρύττει πτώχευση και κατρακυλά στην τέταρτη. Από την άλλη, αν η αντίπαλός της νικήσει, ανεβαίνει αυτή. Τελικός. Ο.
Πυροτεχνήματα όχι έξω αλλά μέσα στο ξενοδοχείο της Γκρέμιο την παραμονή του αγώνα, αποδυτήρια που έχουν συρρικνωθεί με έναν αυτοσχέδιο τοίχο, φρεσκοβαμμένα, προκειμένου η μυρωδιά της μπογιάς να ζαλίσει τους παίκτες της «Tricolor». Μαζί με μια σειρήνα που δεν σταματά να ηχεί. Έξω από αυτά, ένα γήπεδο φίσκα, στα κάγκελα 30.000 οπαδοί που περιμένουν να δουν τη Νάουτικο να κερδίζει την άνοδο.
Ουδείς νοιαζόταν για το θέαμα, ουδείς απήλαυσε θέαμα. Το πρώτο ημίχρονο κυλά γεμάτο νευρικότητα, την έκανε ακόμα πιο έντονη το δοκάρι στην εκτέλεση πέναλτι του Μπρούνο Καρβάλιο στο 32’, το οποίο στέρησε το γκολ από τη Νάουτικο. Η Γκρέμιο κρατά το 0-0, υπομένει, αντέχει.
Ο Άντερσον με τη φανέλα της Γκρέμιο στο επεισοδιακό ντέρμπι με την Νάουτικο.
Μέχρι που το πράγμα απλώς ξεφεύγει από τον έλεγχό της. Στο 78’ μένει με δέκα παίκτες, εξαιτίας της τουλάχιστον αυστηρής δεύτερης κίτρινης που βλέπει ο Εσκαλόνα. Στο 80’ ένα σκοτωμένο σουτ της Νάουτικο χτυπά στον κολλημένο αγκώνα του Νούνες. Έξω από την περιοχή. Σφύριγμα, τεντωμένο δάκτυλο, ο ρέφερι Τζάλμα Μπελτράμι δείχνει την άσπρη βούλα, δίνει δεύτερο πέναλτι στους γηπεδούχους.
Ό,τι ακολουθεί θυμίζει διαπλοκή στον δρόμο, σίγουρα όχι ποδόσφαιρο. Οι παίκτες της Γκρέμιο αισθάνονται πως τους κλέβουν την άνοδο, κάνουν ομαδικό ντου στον διαιτητή, τσαμπουκαλεύεται κι αυτός, πέφτουν εκατέρωθεν κάποιες ψιλές, πριν η Στρατιωτική Αστυνομία ορμήξει με γκλοπ και ασπίδες στον αγωνιστικό χώρο. Οι αστυνομικοί βλέπουν κυανόμαυρες φανέλες και χτυπούν στο ψαχνό. Σύντομα εισβάλλουν στο γήπεδο και στο χάος και οπαδοί. Και δημοσιογράφοι. Ο Μπελτράμι αρχίζει και μοιράζει κόκκινες. Αμφίβολο το αν ξέρει ποιον αποβάλλει ακριβώς, πάντως το κοντέρ σταματά στις τρεις. Συν μια από πριν.
Όταν η χαοτική κατάσταση εξομαλύνεται με τυφλή καταστολή σχεδόν μισή ώρα αργότερα, όταν -για κάποιον λόγο- το παιχνίδι αποφασίζεται να συνεχιστεί κανονικά, η Γκρέμιο έχει μείνει με επτά παίκτες. Στο ελάχιστο όριο δηλαδή και με την μπάλα στημένη στη λευκή βούλα της περιοχής της. Μια εκτέλεση, μια άνοδος, μια διάλυση, ένα ολόκληρο γήπεδο κρατά την ανάσα του.
Ο Γκαλάτο στο τέρμα κάνει τον Σούπερμαν και αποκρούει το πέναλτι του Αντεμάρ. Πίσω στο Πόρτο Αλέγκρε, οι οπαδοί της Γκρέμιο τρέχουν σαν ακέφαλα κοτόπουλα πανηγυρίζοντας, σαν να έχουν ξεχάσει πως ακόμη έχουμε ματς, ένα ματς 11 εναντίον 7 παικτών για δέκα περίπου λεπτά, σαν να έχουν ξεχάσει πως η μπάλα παίζει.
Ο Άντερσον με τη φανέλα της Γκρέμιο στο επεισοδιακό ντέρμπι με την Νάουτικο.
Και την παίρνει εκείνος λίγο μπροστά από τη δική του περιοχή. Τρέχει, κάνει το ένα-δύο, συνεχίζει να τρέχει, ο Μπαμπάτα τον γκρεμίζει. Ο Μπελτράμι αποβάλλει και τον στόπερ της Νάουτικο. Κι εκεί, μέσα σε αυτά τα λίγα χαοτικά δευτερόλεπτα, όλοι τον έχουν ξεχάσει. Ακόμα και ο σκηνοθέτης που χάνει το πλάνο. Μα εκείνος σηκώνεται, η μπάλα παίζει γρήγορα, ντριμπλάρει όποιον βρίσκει μπροστά του, μπαίνει στην περιοχή, τελειώνει με το αριστερό. Έπος. Το.
Από το χείλος του γκρεμού στα ουράνια. Ο Άντερσον το έχει κάνει, τους έχει σοκάρει όλους, έχει παγώσει το Ρεσίφε, έχει εξαπολύσει λάβα πανηγυρισμών στο Πόρτο Αλέγκρε. Το ματς λήγει, η Γκρέμιο είναι ξανά στην πρώτη κατηγορία, με τον πιο απρόσμενο τρόπο. Κάπου ανάμεσα στους αλαλαγμούς του, κάπου στην προσπάθειά του να βάλει σε λέξεις ό,τι έχει μόλις ζήσει, ο Βραζιλιάνος σπίκερ, σχεδόν δακρυσμένος, ψελλίζει το «do nada» δίπλα στο όνομα του Άντερσον. «Από το πουθενά».
Από το πουθενά έσκασαν όλα τα απίστευτα συμβάντα στον αγώνα που χαλυβδώθηκε στη βραζιλιάνικη ποδοσφαιρική ιστορία ως «Batalha dos Aflitos», από το πουθενά έγινε ήρωας και ο Άντερσον, πετυχαίνοντας το πιο αναπάντεχο λυτρωτικό γκολ. Από το πουθενά ξεκίνησε, από το πουθενά εμφανίστηκε -σε εκείνο το τηλεοπτικό πλάνο αλλά και στο προσκήνιο. Από το πουθενά εξαφανίστηκε. Και είναι αλήθεια πως δεν έκανε πολλά, δεν έκανε όλα όσα άπαντες περίμεναν να κάνει. Όμως έμαθε να κάνει αυτά που κανείς δεν περίμενε. Ακριβώς όπως αυτό το γκολ.
Ήταν 16 ετών τότε. Ένας έφηβος με το πρώτο του συμβόλαιο στα χέρια και μια διαλυμένη οικογένεια πίσω του. Ο πατέρας του απών. Μεταφορικά και κυριολεκτικά. Ήταν αλκοολικός, πολλές φορές η μόνη τους συναναστροφή γινόταν στον δρόμο, όπου ο Άντερσον τον έβλεπε κάπου αναίσθητο και τον κουβαλούσε σπίτι. Τον έχασε στα 11 του. Η ψυχή του το ξέρει, αλλά ποτέ του δεν μίλησε για «απώλεια», μόνο για μια συνθήκη που τον ανάγκασε να μεγαλώσει και να ωριμάσει γρήγορα, να γίνει ο προστάτης της μητέρας του και των δύο αδελφών του. Όσο δεν τον πόνεσε ο θάνατος του πατέρα του, τον πόνεσε το κόψιμο των δεσμών με την εναπομείνασα οικογένειά του.
Ο Άντερσον με τις φανέλες των Γκρέμιο και Πόρτο.
«Η οικογένειά μου έβλεπε τηλεόραση συνέχεια, εγώ δεν έβλεπα ποτέ. Ένα βράδυ ζήτησα να δω στην τηλεόραση ένα παιχνίδι. Αρνήθηκαν όλοι, τσακωθήκαμε. Συνέβη κάτι και κατέληξα με ματωμένο στόμα. Είπα στη μητέρα μου πως θα φύγω από το σπίτι, δεν με πίστεψε. Εγώ κοίταξα πίσω μου και είδα την οικογένειά μου να βλέπει ατάραχη τηλεόραση. Τους φώναξα “μια μέρα θα βλέπετε εμένα στην τηλεόραση”. Το αίμα είχε αναμειχθεί με δάκρυα. Απλώς γέλασαν μαζί μου. Έβαλα κάποια ρούχα στην τσάντα μου κι έφυγα, δεν γύρισα ποτέ ξανά στο σπίτι μου», θυμάται.
Πρώτα έμενε σε έναν φίλο του, μετά τον πήρε στην αγκαλιά της για τα καλά η Γκρέμιο, η ομάδα του. Κατάλαβε πως έπρεπε να τον προστατεύσει. Ήταν τέτοιο το ταλέντο του που δεν μπορούσε να τον αφήσει. Τόσο λαμπερό που οι πρώτες αναπόφευκτες συγκρίσεις δεν άργησαν να έρθουν.
Ίδια ομάδα, ίδιο στιλ, ίδιο χαμόγελο. Ο ίδιος Άντερσον χρειάστηκε να πατήσει το φρένο. «Ο Ροναλντίνιο είναι ο Ροναλντίνιο. Ο Άντερσον είναι ο Άντερσον», είπε. Όμως οι οπαδοί της ομάδας και έβλεπαν τις ομοιότητες και χρειάζονταν μια ελπίδα, κάπου να πιαστούν με την ομάδα τους βυθισμένη στη Β’ Εθνική.
Ο Άντερσον ήταν αυτός, αυτή ακριβώς η ελπίδα. Έγινε ο νεότερος παίκτης που αγωνίζεται στην ιστορία του συλλόγου, σκόραρε στο ντεμπούτο του στο μεγάλο ντέρμπι απέναντι στην Ιντερνάσιοναλ, έβαλε εκείνο το γκολ που σφράγισε την άνοδο.
Έπειτα, δεν έπαιξε ποτέ ξανά για την Γκρέμιο. Η ομάδα του χρειαζόταν όσο τίποτα τα χρήματα, η Πόρτο χρειαζόταν όσο τίποτα το “χρυσό παιδί” του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου, το οποίο λίγο καιρό πριν είχε τιμηθεί με το βραβείο του καλύτερου στο Μουντιάλ Κ17. Σχεδόν τον έκρυψαν οι «Δράκοι», σαν μυστικό. Για την ακρίβεια, ο Κο Αντριάανσε, ο Ολλανδός προπονητής της Πόρτο, προτίμησε να τον αφήσει εκτός ομάδας από τον Ιανουάριο, όταν και έγινε η μεταγραφή, μέχρι το καλοκαίρι, ώστε να εξασφαλίσει πως οι μεγαλύτεροι σύλλογοι της Ευρώπης θα καθυστερούσαν λίγο να πέσουν πάνω του σαν όρνια, ήθελε να τον έχει για τουλάχιστον μια ολόκληρη σεζόν.
Οκτώβριος 2006: Ο Άντερσον με τη φανέλα της Πόρτο σε αναμέτρηση με το Αμβούργο για το Champions League / Photo by: INTIME (Firo).
Το πλάνο του θα δούλευε, αλλά η τύχη τού τα έφερε αλλιώς. Ο Άντερσον μπήκε στη σεζόν σαν μαινόμενος ταύρος, σαν μην υπήρχε κανένας μπροστά του, αλλά στο ντέρμπι με την Μπενφίκα, σε μια δυνατή μονομαχία με τον Κώστα Κατσουράνη, άκουσε το «κρακ» στο πόδι του, το είδε να σπάει. Πέντε μήνες έμεινε εκτός δράσης, οι θρύλοι λένε πως εκείνο το τάκλιν, εκείνος ο τραυματισμός στέρησε από τον Βραζιλιάνο την εκρηκτικότητα και την ευλυγισία που είχε δείξει στα πρώτα στάδια της καριέρας του. Όπως και να έχει, το σπασμένο του πόδι δεν απώθησε τους επίδοξους μνηστήρες.
Με το που επέστρεψε στην δράση, κοτζάμ Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ προσγειώθηκε στο κατώφλι της Πόρτο με 30 εκατ. ευρώ. Για έναν 19χρονο που μετρούσε μόλις 24 συμμετοχές στην Ευρώπη. Τέτοιο το επίπεδο του σπουδαίου ταλέντου, αντίστοιχα σπουδαίες και οι περγαμηνές του.
Ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον έστειλε τον αδερφό του, Μάρτιν, να τον κατασκοπεύσει για εβδομάδες ολόκληρες. Όταν γύρισε, του είπε: «Άλεξ, είναι καλύτερος από τον Ρούνεϊ». Ήταν αποσβολωμένος από τη λάμψη του. Ο «Φέργκι» ήξερε πως μάλλον ο αδερφός του υπερέβαλε, όπως έχει πει ο ίδιος όμως, σκέφτηκε ότι «για να το λέει αυτό, μάλλον είναι αρκετά καλός».
Και ήταν. Όταν προσαρμόστηκε, το απέδειξε. Ο Φέργκιουσον τον τοποθέτησε πιο χαμηλά στο γήπεδο, τον πήρε από τα “φτερά” και το “10”, όπου ο Άντερσον έφτιαξε αρχικά το όνομά του, και του έραψε ένα κοστούμι που δεν υπήρχε. “Box to box”, με τρεξίματα “6αριού” και τεχνική κατάρτιση, βραζιλιάνικη σπίθα μεσοεπιθετικού.
Τον λάτρευε ο «Φέργκι», όχι μόνο για αυτό που ήταν στο χορτάρι αλλά και για το παιδί που έκρυβε -όχι με μεγάλη επιτυχία- μέσα του. Μαλάκωνε μαζί του ο Σκωτσέζος. Κάποτε, σε μια προπόνηση, ο Άντερσον, αυθόρμητος και ενθουσιώδης όπως πάντα, θέλησε να κάνει μια πλάκα στον προπονητή του. Εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά του και τον χτύπησε στα γεννητικά όργανα.
Μάιος 2011: Ο Άντερσον σε προπόνηση της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ κόντρα στον Ράιαν Γκιγκς / Photo by: INTIME (GEPA).
Όλοι πάγωσαν. Μιλάμε για τον τύπο που κάποτε πέταξε ένα παπούτσι στο πρόσωπο του Ντέιβιντ Μπέκαμ. Και τώρα ένα παιδαρέλι τού έκανε αυτό. «Κολλήσαμε όλοι, είπαμε ότι “ο μεγάλος θα το χάσει τώρα, θα ξεφύγει”. Τελικά σάστισε για λίγο και μετά γέλασε, πριν γελάσουμε και όλοι οι υπόλοιποι, ανακουφισμένοι», έχει πει ο Ραφαέλ, συμπατριώτης και συμπαίκτης του Άντερσον τότε. Αυτή η ανιωθίλα του Άντερσον, η ανικανότητά του σχεδόν να διαχειριστεί τη σοβαρότητα μιας κατάστασης, είχε και θετικό αντίκτυπο μέσα στο γήπεδο.
Δεν ένιωθε τίποτα, κανένα άγχος, καμία πίεση, το βάρος και οι ευθύνες έδειχναν να ζυγίζουν γραμμάρια στις πλάτες του. Και δεν υπήρχε πιο τρανή απόδειξη αυτού από εκείνο το βράδυ στη Μόσχα. Το ματς στο 119’, μια ανάσα από τα πέναλτι που θα έκριναν τον νικητή του Champions League, ανάμεσα στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και την Τσέλσι.
Ο Σερ Άλεξ βγάζει τον Γουές Μπράουν και βάζει τον Άντερσον στη θέση του, έναν 20χρονο, μόνο για την πιο ψυχοφθόρα διαδικασία του ποδοσφαίρου. Κάποιοι κύριοι Κριστιάνο Ρονάλντο, Τζον Τέρι και Νικολά Ανελκά λύγισαν. Ο Άντερσον όχι.
«Μπήκα στο ματς και δεν άγγιξα καν την μπάλα. Μετά το χαμένο πέναλτι του Τέρι, εκτελούσα εγώ. Από το κέντρο μέχρι την άσπρη βούλα ήταν η μεγαλύτερη απόσταση της ζωής μου. Ξεκίνησα να σκέφτομαι τη ζωή μου. Υπήρξα πολύ φτωχός, η ζωή ήταν πολύ σκληρή μαζί μου. Ευχαρίστησα τον Θεό για όλα όσα μου έδωσε. Μου είπε πως αυτό το πέναλτι ήταν σαν γλυκό, μια επιβράβευση. Ήταν μια στιγμή απόλαυσης για εμένα. Όταν μου το είπε αυτό, το άγχος εξαφανίστηκε. Είχα εικόνες της ζωής μου στο κεφάλι μου. Όχι λεφτά, τη μαμά μου, κάποιες φορές δεν είχαμε να φάμε. Τον θάνατο του μπαμπά μου, το πώς άφησα το σπίτι μου, όταν ήμουν 12 ετών. Την Γκρέμιο, την Πόρτο. Πήγα προς την μπάλα και τη διέλυσα. Ο Τσεχ είναι μεγαλόσωμος, την ακούμπησε, αλλά μπήκε», η δική του αφήγηση.
Μάιος 2008: Ο Άντερσον πανηγυρίζει μαζί με τους Όουεν Χάργκριβς και Έντβιν Βαν Ντερ Σαρ τη νίκη της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ επί της Τσέλσι στη διαδικασία των πέναλντι του Τελικού του Champions League / Photo by: INTIME (Firo).
Λίγα λεπτά μετά η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ήταν Πρωταθλήτρια Ευρώπης και ο Άντερσον ολοκλήρωνε με τον πιο ονειρικό τρόπο μια απόλυτα ονειρική σεζόν για τον ίδιο. Όλα είχαν γίνει τόσο γρήγορα. Πότε έφτασε στην Ευρώπη, πότε έφτασε στην ελίτ, πότε προσαρμόστηκε, πότε έγινε σημαντικότατο γρανάζι στη μηχανή του Σερ Άλεξ, την τότε καλύτερη ομάδα του του κόσμου, πότε έγινε Πρωταθλητής, πότε έγινε «Χρυσό Παιδί», παίρνοντας στα χέρια του την πιο τιμητική διάκριση που μπορεί να πάρει ένας νεαρός ποδοσφαιριστής, τον τίτλο του «Golden Boy» το 2008.
Και το άξιζε, γιατί ήταν ένα παιδί που ένιωθε απίθανα άνετα στο κορυφαίο επίπεδο. Με παιχνίδι ιδιαίτερο, πιο πολυσχιδές από αυτό των χαφ της εποχής, των μέσων που είτε μάρκαραν καταπίνοντας χιλιόμετρα είτε δημιουργούσαν στατικά, χωρίς ταχυδύναμη. Ήταν ένα υπέροχο κράμα ο Άντερσον, μα το μείγμα σύντομα αποδείχθηκε πως είχε μέσα του λιγότερο χρυσό από οτιδήποτε άλλο.
Το «Golden Boy» ήταν αλήθεια, αλλά ήταν η εικόνα της στιγμής, όχι όσων θα ακολουθούσαν, και η λάμψη του αποδείχθηκε απλώς μια αντανάκλαση του παρελθόντος. Ή, μάλλον, ενός μέλλοντος που δεν ξετυλίχθηκε ποτέ με τον τρόπο που όλοι περίμεναν.
Ακριβώς επειδή ο Άντερσον ήταν πάντα αναπάντεχος, έκανε πάντα αυτό που κανείς δεν περίμενε. Έπαιξε, προσέφερε ό,τι είχε, αλλά αποφάσισε πως εν τέλει δεν είχε να δώσει όσα ο κόσμος πίστευε ότι μπορούσε. Αφέθηκε, δεν τον βοήθησαν οι τραυματισμοί του, δεν τον βοήθησε η έλλειψη πειθαρχίας.
Το παιδί που μεγάλωσε έχοντας τόσο λίγα στα χέρια, αυτό το παιδί τώρα είχε τόσα πολλά. Το παιδί που αναγκάστηκε να γίνει από πολύ νωρίς μεγάλος, όταν μεγάλωσε, παλιμπαίδιζε. Δεν έπαιρνε τίποτα στα σοβαρά, ούτε την προπόνηση, ούτε τη διατροφή, ούτε τον ίδιο του τον εαυτό, τον οποίον δεν φρόντιζε. Οι συμπαίκτες του τον θυμούνται μετά από νίκες να σηκώνεται στο λεωφορείο της ομάδας και να φωνάζει ρυθμικά «Mc Donald’s! Mc Donald’s», να χτυπά τα χέρια του στα καθίσματα, σαν να θέλει να πείσει τον οδηγό να κάνει μια στάση. Σαν παιδί σε σχολικό.
Μάιος 2008: Ο Άντερσον πανηγυρίζει μαζί με τους Τέβες, Ντερ Σαρ, Νανί, Ρονάλντο και Σιλβέστρ την κατάκτηση του Champions League από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ / Photo by: INTIME (Firo).
«Αν άλλαζα κάτι, θα ήθελα να έχω κάνει περισσότερα για εμένα, να πρόσεχα περισσότερο με τους τραυματισμούς. Αλλά δεν έχω ενοχές», έχει πει. Την αποθεραπεία ενός από τους πιο σοβαρούς τραυματισμούς του την πέρασε στην Πορτογαλία, πηγαίνοντας από μπαρ σε μπαρ. Ένα πρωί η πανάκριβη Audi R8 του Άντερσον βρέθηκε καρφωμένη στον κορμό ενός δέντρου. Εκείνος ήταν αναίσθητος στο κάθισμα του οδηγού, μεθυσμένος. Οι δύο φίλοι του που βρίσκονταν μαζί του στο διθέσιο αμάξι βγήκαν από τα συντρίμμια του και τον τράβηξαν έξω, στιγμές πριν δουν το όχημα να τυλίγεται στις φλόγες.
Να απανθρακώνεται γρήγορα, με τον ίδιο τρόπο, την ίδια ταχύτητα με την οποία απανθρακώθηκε και η καριέρα του Άντερσον. Ήταν θλιβερή η εικόνα του στα τελευταία του με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, τσακωμένος πια με τον Σερ Άλεξ, ο οποίος στο τέλος απηύδησε με την απειθαρχία του, με τα παραπάνω κιλά, εκτός πλάνου και του Μόγιες και του Φαν Χάαλ. Ένα άδοξο πέρασμα από τη Φιορεντίνα, επιστροφή στην Βραζιλία για τη μεγάλη αντίπαλο της Γκρέμιο, Ιντερνασιονάλ, μια και μόνο συμμετοχή με την Αντάνα Ντεμίρσπορ στην Τουρκία. Και αυτό ήταν.
Πότε ήρθε, πότε πέρασε. Όλα σε fast forward, όλα απρόσμενα.
Η οικογένειά του δεν περίμενε να τον δει να γίνεται επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, κανείς δεν περίμενε να φτάσει τόσο γρήγορα στο κορυφαίο επίπεδο, κανείς δεν περίμενε να προσαρμοστεί τόσο αβίαστα σε αυτό, κανείς δεν περίμενε να τον δει να σκοράρει εκείνο το πέναλτι στον Τελικό της Μόσχας. Και μετά από όλα αυτά, κανείς δεν περίμενε να τον δει να αυτοκαταστρέφεται έτσι, όσο εύκολα και ξαφνικά τον είδε να αναδύεται στη λάμψη.
Μα αυτός υπήρξε ο Άντερσον. Από το πουθενά ήρθε -όπως με εκείνο το αναπάντεχο γκολ του με την Γκρέμιο– και στο πουθενά επέστρεψε. Επίσης από το πουθενά. Απλώς κάπου ενδιάμεσα έζησε τη δική του ζωή με τον δικό του τρόπο, αδιαφορώντας πλήρως για τις υποσχέσεις που αθέτησε. Πρώτα από όλα προς τον ίδιο του τον εαυτό.

Πηγή: Athletestories















