Η απόλυση του Λίαμ Ροσένιορ δεν αποτελεί απλώς μια αναμενόμενη αντίδραση σε ένα κακό σερί αποτελεσμάτων, αλλά έναν καθρέφτη των βαθύτερων προβλημάτων που ταλανίζουν τον σύλλογο τα τελευταία χρόνια. Αν και η αγωνιστική κατάρρευση έπαιξε καθοριστικό ρόλο, η ευθύνη δεν βαραίνει αποκλειστικά τον προπονητή. Αντιθέτως, η διοίκηση φρόντισε να δημιουργήσει ένα περιβάλλον που μοιάζει περισσότερο με πείραμα παρά με σταθερό ποδοσφαιρικό οργανισμό.
Η άμεση αιτία της απόλυσης ήταν ξεκάθαρη: πέντε συνεχόμενες ήττες στην Premier League χωρίς η ομάδα να καταφέρει να σκοράρει, κάτι που είχε να συμβεί από το 1912. Για έναν σύλλογο με τις φιλοδοξίες και το μέγεθος της Τσέλσι είναι καταστροφικό.
Η ομάδα παρουσίαζε εικόνα αποσύνθεσης, με αδύναμη αμυντική λειτουργία, προβληματική ανάπτυξη και κάκιστη επίθεση. Σε αυτό το επίπεδο, τα αποτελέσματα είναι πάντα ο πρώτος και πιο σκληρός κριτής. Ωστόσο, η εικόνα στο γήπεδο δεν ήταν το μοναδικό πρόβλημα. Ο Ροσένιορ υπέπεσε σε ένα σοβαρό επικοινωνιακό λάθος, επιλέγοντας να ασκήσει δημόσια κριτική στους ποδοσφαιριστές του. Δηλώσεις περί «απαράδεκτης στάσης» και «έλλειψης έντασης» μπορεί να αντανακλούν την πραγματικότητα, όμως σε ένα περιβάλλον γεμάτο ισχυρές προσωπικότητες, τέτοιες τοποθετήσεις υπονομεύουν τη σχέση προπονητή – ομάδας.
Η ιστορία της Τσέλσι έχει δείξει ότι ακόμη και προπονητές όπως ο Μουρίνιο και ο Λάμπαρντ πλήρωσαν παρόμοιες επιλογές. Όταν τα αποδυτήρια πάψουν να στηρίζουν τον προπονητή, η εξέλιξη είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη. Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα ήταν η έλλειψη κύρους του Ροσένιορ. Πρόκειται για έναν προπονητή με σύγχρονες ιδέες και προοπτική, αλλά χωρίς το βαρύ βιογραφικό που απαιτείται για να επιβληθεί σε ένα κλαμπ τέτοιου επιπέδου. Δεν είχε ούτε μεγάλες επιτυχίες ούτε την αίγλη ενός πρώην κορυφαίου ποδοσφαιριστή.
Σε ομάδες όπως η Τσέλσι, όπου η πίεση είναι συνεχής και οι απαιτήσεις υψηλές, η προσωπικότητα του προπονητή είναι εξίσου σημαντική με τις τακτικές του γνώσεις. Χωρίς αυτήν, η επιβολή πειθαρχίας και η διαχείριση κρίσεων γίνονται εξαιρετικά δύσκολες. Ωστόσο, τα λάθη του προπονητή δεν μπορούν να απομονωθούν από το ευρύτερο πλαίσιο.
Η διοίκηση της ομάδας έχει ακολουθήσει μια στρατηγική που χαρακτηρίζεται από ασυνέπεια και υπερβολικό ρίσκο. Η επιλογή του 41χρονου ήταν ένα ακόμη παράδειγμα επένδυσης σε έναν υποσχόμενο κόουτς χωρίς εμπειρία στο κορυφαίο επίπεδο. Τα ίδια λάθη με Μαρέσκα, τα ίδια και με Πότερ. Η επανάληψη αυτής της επιλογής δείχνει ότι δεν πρόκειται για σύμπτωση, αλλά για συνειδητή στρατηγική, η οποία όχι μόνο δεν αποδίδει, αλλά αδειάζει τα ταμεία. Ακόμη πιο ενδεικτικό της προβληματικής προσέγγισης είναι το συμβόλαιο διάρκειας 6,5 ετών που προσφέρθηκε στον Ροσένιορ. Ναι, μια εξαετία σε ένα σύλλογο που έχει δείξει όλα αυτά τα χρόνια της στην Premier League, πως η υπομονή αγνοείται.
Το γεγονός ότι ο προπονητής απολύθηκε μόλις 106 ημέρες μετά την πρόσληψή του υπονομεύει την αξιοπιστία της διοίκησης και δημιουργεί αμφιβολίες για τον τρόπο λήψης αποφάσεων. Από τη μια πλευρά κάνει έναν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και από την άλλη πιέζει άμεσα για επιτυχίες. Η Τσέλσι επενδύει σε νεαρούς παίκτες και υποσχόμενους προπονητές, αλλά καίγεται να εξασφαλίσει τη συμμετοχή της στο Champions League.
Στο «Στάμφορντ Μπριτζ» η αποτυχία δεν συγχωρείται. Αυτό οδηγεί σε σπασμωδικές κινήσεις, όπως η πρόωρη απομάκρυνση προπονητών. Η Τσέλσι έχει δημιουργήσει ένα ρόστερ με αρκετό ταλέντο, αλλά αλλά χωρίς ηγετικές φυσιογνωμίες.
Σε κρίσιμες στιγμές, η έλλειψη εμπειρίας γίνεται εμφανής, είτε μέσα από αμυντικά λάθη είτε μέσα από κακές αποφάσεις στην επίθεση. Οι προηγούμενοι προπονητές το… φώναξαν, αλλά δεν εισακούστηκαν, όπως επίσης και το μικρό βάθος του πάγκου δεν έφερε λύσεις έπειτα από σοβαρούς τραυματισμούς. Η απόλυση του Ροσένιορ ήταν αναπόφευκτη, αλλά δεν αποτελεί λύση. Αντιθέτως, αναδεικνύει τα βαθύτερα προβλήματα της Τσέλσι.
Ο σύλλογος κινδυνεύει να παραμείνει εγκλωβισμένος σε έναν κύκλο αστάθειας και απογοήτευσης κι αν δεν αντιμετωπίσει τις πραγματικές του αδυναμίες, καμία αλλαγή στον πάγκο δεν θα είναι αρκετή.
Πηγή: Gazzetta














