Του Αντώνη Καρπετόπουλου
Τι είδαμε σε αυτό το παγκόσμιο κύπελλο που ολοκληρώνεται; Πολλές παραστάσεις μεγάλων παικτών, αλλά ελάχιστες τακτικές καινοτομίες. Στο Κατάρ τέσσερα χρόνια πριν αυτές ήταν πιο πολλές γιατί το μουντιάλ είχε διεξαχθεί Δεκέμβριο: οι παίκτες ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Τώρα έγινε κυρίως διαχείριση κουρασμένων παικτών. Θα έλεγα υποδειγματική. Αλλά αυτό και μόνο περιόρισε τις καινοτομίες. Και για αυτό το μουντιάλ ολοκληρώνεται αφήνοντας μας την αίσθηση ότι παρακολουθήσαμε το Βατερλό της αυθεντίας των προπονητών. Στο τέλος του κάθονται στο ειδώλιο του κατηγορουμένου κάποιοι που θα έπρεπε να βάλουν την υπογραφή τους σε αυτό. Ο Ντεσάν και ο Τούχελ. Ο Κάρλο Αντσελότι και ο Νάιγκελσμαν. Ο Μπιέλσα. Ο Κούμαν. Ο Γκαρσια και ο Μαρτίνεθ που φοβόταν να βγάλει τον Ρονάλντο. Λίγοι θυμούνται τα ονόματα των ομάδων των προπονητών που άρεσαν. Και ήταν το Πράσινο Ακρωτήρι, η Γκάνα, το Κονγκό, το Μαρόκο όσο υπήρχε ο Σαϊμπάρι ειδικά. Στον τελικό φτάνουν δυο καλοί διαχειριστές: ο Ντε λα Φουέντε, μια ζωή ομοσπονδιακός, και ο Σκαλόνι, ψύχραιμος ακόμα κι όταν καταρρέει ο κόσμος όπως τον ξέρουμε, δεν είναι ιδιοφυίες.

Ας τα δούμε όλα λίγο πιο αναλυτικά, μιλώντας κάπως παλιομοδίτικα για άμυνα και επίθεση, στην εποχή του transition, των ΧGoals και των τάιμ άουτ.

Η παλιά άμυνα
Αν έβγαινε ένα συμπέρασμα από το Μουντιάλ για ό,τι έχει να κάνει με την άμυνα θα έλεγα πως η άμυνα που βασίζεται σε τρείς κεντρικούς αμυντικούς έχει μετρημένες μέρες: μια τέτοια κρίση ωστόσο θα ήταν επιδερμική. Ο Σκαλόνι παρουσίασε μια Αργεντινή που ξεκίνησε το τουρνουά με δυο στόπερ (Λισάνδρο Μαρτίνεζ – Ρομέρο) και στην πορεία πρόσθεσε ως τρίτο τον αμυντικό μέσο Παρέδες: το πράγμα δεν άλλαξε πολύ – η Αργεντινή δεχόταν γκολ και φάσεις παρά τις αλλαγές αυτές κι ο Σκαλόνι στο ματς με τους Αγγλους πέρασε τον Παρέδες στα χαφ.
Ο Τούχελ όταν χρειάστηκε η Αγγλία του να υπερασπιστεί το αβαντάζ απέναντι στο Μεξικό έβαλε τρίτο στόπερ (τον Στόουνς) χωρίς δεύτερη σκέψη. Το έκανε και με την Αργεντινή. Στην πρώτη περίπτωση αυτό βοήθησε, στη δεύτερη έφερε μια καταστροφή. Τουλάχιστον δεν υπάρχει δογματισμός: όλα γίνονται για το αποτέλεσμα.
Η Ιαπωνία και η Ολλανδία έπαιξαν και με τέσσερις και με πέντε αμυντικούς – κατά περίσταση. Το πράγμα δεν τους πήγε και τόσο καλά.
Το μεγάλο πρόβλημα σε αυτό το μουντιάλ που έχει να κάνει με την άμυνα είναι ότι είδαμε πολλές ομάδες να αμύνονται πολύ χαμηλά – ειδικά στο τέλος των ματς. Αυτό οφείλεται πολύ στο VAR (που τιμωρεί κάθε κακή εφαρμογή του τεχνικού οφσάιντ, που αργοπεθαίνει) αλλά και στην νοοτροπία. Όλοι έμοιαζαν να ψάχνουν τρόπο να κρατήσουν το αποτέλεσμα διαλέγοντας τον απολοϊκότερο: το κλείσιμο στην άμυνα. Οι Ισπανοί που ξέρουν ότι η καλύτερη άμυνα είναι η κατοχή μπάλας έφτασαν στον τελικό. Ελπίζω η οπισθοχώρηση αυτή να μην γίνει μόδα. Θα είναι ό,τι χειρότερο.

Στο ποδόσφαιρο του καιρού μας οι επιθέσεις είναι όλο και πιο κινητικές και σύντομα αυτή η συζήτηση για τον τρόπο άμυνας θα είναι ξεπερασμένη: ακόμα και οι προπονητές που ξεκινούν με τέσσερις στην άμυνα, όταν η ομάδα τους κάνει κατοχή μπάλας, αφήνουν ελεύθερους τους ακραίους μπακ – στην Γαλλία πχ, όταν ξεκινούσαν ο Κουντέ και ο Ντιν κατέβαιναν και οι δυο και συγχρόνως με την προϋπόθεση ότι θα γινόταν καλή κατοχή μπάλας. Δεν έγινε απέναντι στους Ισπανούς και το πράγμα πληρώθηκε ακριβά.
Η μόδα των αλλαγών στη διάταξη
Είδαμε πολύ συστήματα της τρέχουσας μόδας (το 4-2-3-1 πιο συχνά από τις παραλλαγές του 4-3-3), τα οποία ωστόσο δεν έχουν ως αποτέλεσμα ομάδες που έμοιαζαν σαν σταγόνες βροχής: η Ελβετία πχ, μικρή σχέση είχε με την Νορβηγία παρά το κοινό κάπως πειραματικό 4-3-2-1. Οι δυο παίκτες πίσω από τον φορ που δεν παίζουν ως εξτρέμ αλλά ως ελεύθεροι κυνηγοί είναι μια ενδιαφέρουσα πρόταση.
Το 4-2-3-1 υπάρχει πάντα αλλά βρήκα ενδιαφέρον ότι πλέον δεν υιοθετείται γιατί απαραίτητα υπάρχει «δεκάρι» ή κάποιος ικανός να αγωνίζεται πίσω από το φορ, αλλά γιατί οι προπονητές που το χρησιμοποιούν θέλουν να έχει ο κεντρικός μέσος την ελευθερία να μετακινείται παίζοντας πολύ και στο πλάι ή ακόμα και γυρνώντας για να γίνει play maker: αυτό το έκανε και ο Τούχελ με τον Μπέλινγκχαμ και ο Ντε λα Φουέντε με τον Ολμο και ο Αντσελότι με τον Πακετά. Ισως για αυτό είδαμε λίγο 5-3-2: σε αυτό δεν υπάρχει μεγάλη τακτική ελευθερία των τριών μέσων.

Ακόμα και οι πιο χαρισματικοί μέσοι, μοιάζουν να υπακούν σε ένα τακτικό πλάνο, στην καλύτερη των περιπτώσεων, στημένο πάνω τους. Τρεις ξεχώρισαν συνδυάζοντας δημιουργία και προσήλωση. Ο ένας είναι ο Ουναί που στο Μαρόκο έκανε πράγματα και θάματα. Ο δεύτερος είναι ο Μπέλινγκχαμ: ο Σάουθγκέιτ παλιότερα τον έβαζε μπροστά από τον Ράις και δίπλα στον Χέντερσον, ο Τούχελ τον ελευθέρωσε πιο πολύ βάζοντας δίπλα στον Ράις τον Αντερσον. Ετσι ο Μπέλιγκχαμ είχε άνεση στις κινήσεις του και συχνά έφτανε δίπλα στον Χάρι Κέιν σε ρόλο δεύτερου φορ. Ο τρίτος ήταν ο Ολίσε: έπαιξε στην Γαλλία σαν «δεκάρι», αλλά και σαν πλάγιος επιθετικός. Εδωσε παραστάσεις υπέροχες αλλά δεν ήταν καλός στο ματς κόντρα στους Ισπανούς και η Γαλλία το πλήρωσε. Καλός σε αυτό το σύνθετο ρόλο και ο μικρότερος της διοργάνωσης, ο Μεξικάνος Χιλμπέρτο Μόρα. Εδειξε μια κομψότητα με την μπάλα σχεδόν έμφυτη και έπαιξε τη θέση, όχι ως ντριμπλέρ ή μπουκαδόρος, αλλά με ένα παλιομοδίτικο τρόπο που μου θύμισε τους επιγόνους του Μαραντόνα (Αϊμάρ, Πιόχο Λόπεθ, Ιμπαγάσα κτλ) που δεν είχαν συγκεκριμένη θέση, πλην όμως ήταν πάντα καλοί με τη μπάλα στα πόδια. Την ερμηνεία του ρόλου του έξτρα χαφ που έρχεται στη γραμμή της επίθεση εκκινώντας από τις πίσω γραμμές την είδαμε και από τους Πούλισιτς (ΗΠΑ), Μπρούνο Φερνάντες (Πορτογαλία), Ζιγιέχ (Αλγερία), Μουσιάλα (Γερμανία), Ντε Μπρόιν (Βέλγιο), Χάμες Ροντρίγκεζ (Κολομβία). Αλλά όλοι ήταν κατώτεροι του αναμενόμενου. Κυρίως χωρίς τα τρεξίματα που ο σύνθετος αυτός ρόλος απαιτεί.
Σέντερ φορ κανονικά
Αργοπεθαίνει ο τόσο στη μόδα κάποτε ρόλος του «ψεύτικου 9». Πλέον αναζητούνται αληθινά σέντερ φορ. Οι τέσσερις ομάδες των ημιτελικών έφτασαν με τέτοιους. Ο κόουτς της Αργεντινής Σκαλόνι άργησε λίγο αλλά έριξε στη μάχη τον Αλβαρεζ δίπλα στον Μέσι. Η Αγγλία ήταν η ομάδα του Χάρι Κέιν. Στην Γαλλία την διαφορά την έκανε ο ΕμΠαπέ. Η Ισπανία δούλευε για τον Οργιαθάμπαλ. Την Νορβηγία κουβάλησε ο Χααλαντ, την Ολλανδία ο Μπρόμπι, το Βέλγιο τα πήγε καλά όταν ο Ντε Κατελάρε και ο Λουκάκου γέμισαν την αντίπαλη περιοχή, ενώ ο 35χρονος Χιμένεθ ήταν ο καλύτερος του Μεξικού. Οι κινητικοί φορ πήγαν καλύτερα από τους «στατικούς φορ περιοχής» κυρίως γιατί οι δεύτεροι δεν είχαν την πρέπουσα υποστήριξη: για να το πω αλλιώς οι ΕμΜπόλο (Ελβετία), Σαϊμπάρι (Μαρόκο), Ντε Καταλάρε (Βέλγιο), Κούντου (Ιαπωνία), Χάβερτζ (Γερμανία) τα πήγαν καλύτερα από τον Ρονάλντο (Πορτογαλία), τον Τιάγκο (Βραζιλία), τον κουρασμένο Σαλάχ (Αίγυπτος) ή τον βαρύ Γιόκερες (Σουηδία).

Τίκι τάκα, η επιστροφή
Κατά τα άλλα είχαμε την θριαμβευτική επιστροφή της επίθεσης χάρη στην κατοχή μπάλας. Το ισπανικό τίκι τάκα ήταν για τον Ντε λα Φουέντε λύση για όλα. Η Αργεντινή είχε 67% στα ματς των ομίλων – μετά το ποσοστό έπεσε, το ίδιο συνέβη και με την Αγγλία που είχε 65% στον πρώτο γύρο. Και οι δυο πάντως για να αποκλείσουν ομάδες όπως η Αίγυπτος, το Πράσινο Ακρωτήρι και το Κονγκό στην κατοχή μπάλας στηρίχτηκαν. Από την άλλη, παρόλο που έκαναν τεράστια κατοχή μπάλας οι Πορτογάλοι και οι Γερμανοί δεν ικανοποίησαν. Δεν υπάρχει κανόνας: ο σκοπός είναι να ξέρεις τι να κάνεις με την μπάλα στα πόδια κι όχι απλά να την κρατάς. Βέβαια η κατοχή μπάλας έφερε και τις πολλές ανατροπές αλλά και τα γκολ στο τέλος, σήμα κατατεθέν της διοργάνωσης. Αλλά για αυτό θέλω να γράψω κάτι πιο αναλυτικά.
Θα μας λείψουν
Δεν είδαμε πολλούς νέους παίκτες: στο παγκοσμιοποιημένο μας ποδόσφαιρο είναι δύσκολο. Κυρίως είδαμε τα αντίο πολλών μεγάλων. Του Μέσι ήταν θεαματικό: στα 39 του έκανε τις καλύτερες εμφανίσεις του σε μουντιάλ. Του Νεϊμάρ ήταν πικρό: κανείς δεν κατάλαβε γιατί ο Αντσελότι τον πήρε μαζί του. Του Ρονάλντο ήταν αφορμή για τεράστιες συζητήσεις. Του Μόντριτς και του Χιμένεθ ήταν αξιοπρεπέστατο. Του Σαλάχ εντός προγράμματος. Του Ντε Μπρόιν απογοητευτικό. Του Μουσλέρα, χειρότερου παίκτη της Ουρουγουάης, σκέτη καταστροφή. Όπως και να χει το πράγμα όλοι θα μας λείψουν…
Πηγή: Karpetshow
















