Του Αντώνη Καρπετόπουλου
Όταν άκουσα χθες ότι έφυγε από την ζωή ο Οσκαρ Σμιτ δυσκολεύτηκα να το πιστέψω. Ομολογώ πως δεν είχα και γνώση των προβλημάτων του – αγνοούσα όλα αυτά που έκανε γνωστά η οικογένεια του μετά την ανακοίνωση του θανάτου του που τελικά δεν ήταν αιφνίδιος. «Με βαθιά λύπη ανακοινώνουμε τον θάνατο του Όσκαρ Σμιτ, ενός πρωταγωνιστή που υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στην ιστορία του παγκόσμιου μπάσκετ. Ο Οσκαρ ήταν μιας προσωπικότητας τεράστια και ως άνθρωπος και ως αθλητής» αναφέρει η δήλωση και εξηγεί: «Για πάνω από 15 χρόνια, ο Όσκαρ αντιμετώπισε τη μάχη του με τον καρκίνο του εγκεφάλου με θάρρος, αξιοπρέπεια και ανθεκτικότητα, παραμένοντας παράδειγμα αποφασιστικότητας, γενναιοδωρίας και αγάπης για τη ζωή».

Ο άνθρωπος που οι Βραζιλιάνοι που αγαπούν τα προσωνύμια πιο πολύ από κάθε άλλο λαό βάφτισαν «Μάο Σάντα» (Άγιο Χέρι), παίκτης που φορούσε πάντα την φανέλα με το νούμερο 14 στη Εθνική ομάδα της χώρας του ήταν μια τεράστια προσωπικότητα – ένας από αυτούς που μας που βοήθησαν να αγαπήσουμε το μπάσκετ πρωταγωνιστώντας για δυο δεκαετίες. Σε πέντε Ολυμπιακές συμμετοχές —Μόσχα 1980, Λος Άντζελες 1984, Σεούλ 1988, Βαρκελώνη 1992 και Ατλάντα 1996— ο Οσκαρ σημείωσε 1.093 πόντους, γεγονός που τον καθιστά τον κορυφαίο σκόρερ όλων των εποχών στην ιστορία των Αγώνων. Αλλά δεν είναι μόνο αυτός ο λόγος που ο Όσκαρ θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους παίκτες όλων των εποχών και έχει βρει θέση στο Hall of Fame της FIBA και στις καρδιές όσων τον έχουν δει γενικότερα.

Από το Ναδάλ στην Καζέρτα
Ο Οσκαρ γεννήθηκε το 1958 στο Ναδάλ, μια πόλη που αγαπάει τους θρύλους, τα παραμύθια, τα όνειρα. Το όνειρο του Όσκαρ ήταν να γίνει φυσικά ποδοσφαιριστής, αλλά λόγω του ύψους του τον κέρδισε το μπάσκετ. Βρέθηκε μετά την μετακόμιση των γονιών του στην Μπραζίλια, ξεκίνησε από τη Σαλεσιάν, και στη συνέχεια μετακόμισε στα 16 του στο Σάο Πάολο και άρχισε να παίζει για την ομάδα νέων της Παλμέιρας. Αφού διέπρεψε, κλήθηκε στην εθνική ομάδα νέων της Βραζιλίας και, αργότερα, στην ομάδα των ανδρών. Τράβηξε την προσοχή του προπονητή Κλαούντιο Μορτάρι, ο οποίος τον έφερε στη Σίριο. Το 1979, κέρδισε το Διηπειρωτικό Κύπελλο, τον πρώτο του μεγάλο τίτλο. Την επόμενη χρονιά, συμμετείχε στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μόσχας με την εθνική ομάδα της Βραζιλίας, η οποία τερμάτισε πέμπτη. Το ΝΒΑ δεν έδειξε το πρέπων ενδιαφέρον για ένα λευκό Βραζιλιάνο που σούταρε πολύ και δεν έμοιαζε να έχει την αθλητικότητα που ήταν απαραίτητη: το 1984, επιλέχθηκε στον έκτο γύρο από τους Νιου Τζέρσεϊ Νετς, αλλά αποφάσισε ότι το NBA δεν ήταν για αυτόν. Ηταν άλλωστε ήδη στην Ευρώπη. Στην Καζέρτα. Την ΓιούβεΚαζέρτα όπως την έλεγαν κανονικά πριν το Γιούβε αντικατασταθεί από τον χορηγό της.
Υπο τον ζυγό της Καμόρα
Για να καταλάβει κανείς την ιστορία του Σμιτ πρέπει να ξέρει τι ήταν η Καζέρτα το 1982 που αυτός εμφανίστηκε εκεί. Θα το πω απλά: ήταν μια πόλη που δεν ήξερε κανείς, «νότια του νότου» όπως έλεγαν πάντα οι Ιταλοί. Η Καζέρτα, με λιγότερους από εβδομήντα χιλιάδες κατοίκους (και την Νάπολι κοντά της να παίρνει τα παιδιά της), βρισκόταν υπό τον ζυγό της Καμόρα κανονικά. Υπήρχε μια βεντέτα συνεχής, μια έξαρση της εγκληματικότητας, ένας φόνος κάθε εβδομάδα. Η γύρω ύπαιθρος είχε γίνει κάτι σαν υπόνομος της Ιταλίας, μια μεγάλη χωματερή στην οποία μεταφέρονταν τα σκουπίδια των επιχειρήσεων του Βορρά: για αυτό υπήρχε. Κι όμως, στο ΠαλαΜάτζιο μετά τον ερχομό του Οσκαρ, κάθε ματς ήταν, μια αληθινή γιορτή: ο κόσμος ζούσε ένα είδος διαρκούς επανάστασης. Ο Όσκαρ δίδασκε πως ακόμη και χωρίς να κερδίζεις, κερδίζεις. Είχε φέρει από την Βραζιλία του τρέλα για το μπάσκετ, αλλά και θάρρος και αυτοπεποίθηση. Είχε δώσει στην μικρή αυτή ομάδα που πριν την δεκαετία του 80 δεν είχε βρεθεί στην Α1 περηφάνεια και ταυτότητα. Είχε σπείρει αισιοδοξία κι έκανε με την παρουσία του τον κόσμο περήφανο: ήταν ο καλύτερος παίκτης του τότε πάμπλουτου ιταλικού πρωταθλήματος που διεκδικούσαν 6-7 ομάδες και αγωνιζόταν στην πιο μικρή από αυτες. Όταν το 1982, ο τεχνικός διευθυντής της ομάδας Τζανκάρλο Σάρτι, τον έφερε στην Ιταλία, μετά από σύσταση του Μπόσκα Τάνιεβιτς που τον είχε δει στους Ολυμποιακούς της Μόσχας δεν είχε καν υποψιαστεί πως ο Όσκαρ θα γινόταν ένα πραγματικό είδωλο. Σε 11 σεζόν του στην Ιταλία σημείωσε 13.957 πόντους: κανένας ξένος δεν τα έχει καταφέρει καλύτερα, μόνο ο Αντονέλο Ρίβα -στη λίστα των σκόρερ όλων των εποχών- είναι μπροστά του αλλά έχοντας αγωνιστεί περίπου 15 χρόνια! Ο μέσος όρος του στο ιταλικό πρωτάθλημα: 34,6 πόντοι ανά αγώνα.

Η μεγάλη βραδιά στο ΣΕΦ
Στην Ελλάδα τον ξέραμε ως αντίπαλο της Εθνικής μας συνήθως σε παγκόσμια πρωταθλήματα: η Βραζιλία ήταν πάντα ο ασταμάτητος αρχηγός της. Αλλά στο γήπεδο τον είδαμε σε μια μοναδική του παράσταση μόλις το 1989. Στις 14 Μαρτίου εκείνης της χρονιάς, με την Ελλάδα να ζει τον πυρετό του μπάσκετ και να μην θέλει να θεραπευτεί από αυτόν, το ΣΕΦ φιλοξένησε ένα από τους κορυφαίους τελικούς όλων των εποχών: στο Κυπέλλου Κυπελλούχων βρέθηκαν η Ρεάλ Μαδρίτης του Ντράζεν Πέτροβιτς και ο Όσκαρ Σμιντ και η Καζέρτα του. Η Βασίλισσα έπρεπε να κάνει περίπατο, αλλά δεν ήταν έτσι ακριβώς. Το γήπεδο γέμισε κι όσοι βρεθήκαμε εκεί είχαμε να διηγούμαστε ότι είδαμε μια τρομερή παράσταση: η Ρεάλ κέρδισε στην παράταση με 117-113 με 62 πόντους του εκπληκτικού Κροάτη αλλά ήταν ο φοβερός Βραζιλιάνος που με 44 πόντους και ένα μοναδικά αρχοντικό στυλ μας είχε πάρει την καρδιά. Σε μια από τις κορυφαίες μπασκετικές παραστάσεις στην ευρωπαϊκή ιστορία φύγαμε από το γήπεδο γοητευμένοι από αυτόν – για μια ακόμα φορά είχε κερδίσει χωρίς να κερδίσει. Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι και η Καζέρτα κέρδισε το μοναδικό της πρωτάθλημα χωρίς αυτόν. Το 1991 τον πούλησε στην Παβία και με τα χρήματα που πήρε πλαισίωσε τους Νάντο Τζεντίλε και Εντσο Εσπόζιτο με τέσσερις παίκτες! Ο Οσκαρ έκαψε όταν έφυγε, μίλησε για προδοσία. Αλλά όταν η ομάδα πήρε τον τίτλο όλοι του τον αφιέρωσαν: ο Τζεντίλε μίλησε για τον πρώην συμπαίκτη του σαν να ήταν δάσκαλός του. Οπως είπε θα είναι πάντα «αυτός που τον έμαθε πόσο συναρπαστικό είναι το μπάσκετ». Προφανώς το πίστευαν όλοι. Το 2023 για το πρωτάθλημα της Καζέρτα γυρίστηκε ένα πανέμορφο ντοκιμαντέρ με τίτλο «Scugnizzi per sempre». Πάνω από το μισό είναι αφιερωμένο σε αυτόν: είχε μάλιστα πάει εκεί για τα γυρίσματα.

Νόμιζε πως τον νίκησε
Το 2022, ανακοίνωσε ότι είχε νικήσει τον όγκο στον εγκέφαλο με τον οποίο πάλευε για 11 χρόνια. Αποδείχτηκε πως δεν ήταν έτσι: έφυγε πολύ νωρίς παραμένοντας μέχρι τέλους ένας μεγάλος λάτρης του μπάσκετ που αγάπησε. Όταν τον ρωτούσαν σε ποιον έβλεπε τον εαυτό του, απαντούσε πως αυτό δεν έχει σημασία. «Για τον Ντόντσιτς έχω ένα μεγάλο έρωτα, είναι προορισμένος να γίνει ο καλύτερος όλων των εποχών και χιλιάδες παιδιά θα παίξουν μπάσκετ χάρη σε αυτόν. Αλλά και ο Κλέι Τόμσον του Γκόλντεν Στέιτ μου αρέσει. Θα έβαζα τα παιδιά να μάθουν το σουτ του» έλεγε. Ισως κατά βάθος πίστευε πως το Άγιο Χέρι του δεν το είχε κανείς. Μπορεί να έχει και δίκιο…
Πηγή: England365














