Των Πολύδωρου Παπαδόπουλου και Νίκου Κικίδη
Στο ποδόσφαιρο, όπως και στη μουσική, υπάρχουν άνθρωποι που δεν χρειάζονται να βρίσκονται στο προσκήνιο για να καθορίζουν τον ρυθμό. Δεν είναι εκείνοι που κλέβουν πάντα την παράσταση, αλλά εκείνοι που κρατούν την ισορροπία, που δίνουν νόημα στις κινήσεις των άλλων, που κάνουν το σύνολο να λειτουργεί αρμονικά. Ο Στέφαν ντε Φράι είναι ακριβώς αυτός ο ποδοσφαιριστής.
Ένας αμυντικός που δεν έμαθε ποτέ να φωνάζει μέσα από την εικόνα του, αλλά μέσα από την ποιότητά του. Ένας στόπερ που στην Ιταλία απέκτησε το προσωνύμιο «Wall» – ο τοίχος – όχι επειδή έπαιζε με ωμή δύναμη, αλλά επειδή έμοιαζε σχεδόν αδύνατο να περάσεις από μπροστά του. Η τοποθέτηση, η καθαρή σκέψη και η αίσθηση του χώρου ήταν τα δικά του όπλα. Η διαδρομή του από τη Φέγενορντ, στη Λάτσιο και στη συνέχεια στην Ίντερ τον καθιέρωσε ως έναν από τους πιο αξιόπιστους κεντρικούς αμυντικούς της Ευρώπης. Έναν παίκτη που οι προπονητές εμπιστεύονταν και οι συμπαίκτες του αναζητούσαν.
Γι’ αυτό και η απόφασή του να συνεχίσει την καριέρα του στην Ελλάδα και τον Παναθηναϊκό προκάλεσε έκπληξη στην Ολλανδία. Πολλοί συμπατριώτες του χαρακτήρισαν «παράξενη» την επιλογή του, θεωρώντας πως ένας ποδοσφαιριστής με τη δική του ποιότητα θα μπορούσε ακόμη να αγωνιστεί σε κορυφαίο επίπεδο σε οποιοδήποτε μεγάλο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα.
Οι βαλίτσες είχαν φτιαχτεί για Αμερική, αλλά ένα πρόβλημα στη βουβωνική χώρα τον άφησε εκτός από το Παγκόσμιο Κύπελλο, στερώντας του την ευκαιρία να ζήσει μία ακόμη μεγάλη στιγμή με την εθνική Ολλανδίας. Ήταν ένα ακόμη κεφάλαιο σε μια πορεία όπου η υπομονή και η επιστροφή είχαν πάντα πρωταγωνιστικό ρόλο. Και ίσως αυτή να είναι η πιο χαρακτηριστική εικόνα του Ντε Φράι: ένας άνθρωπος που δεν έψαξε ποτέ τον θόρυβο. Προτίμησε τη σιωπή της δουλειάς, όπως ένας πιανίστας που δεν ενδιαφέρεται μόνο για το χειροκρότημα, αλλά για να βγάλει την κάθε νότα σωστά.

Πιανίστας, αλλά σε… ροκ μπάντα!
Στο ποδόσφαιρο, οι ιστορίες γράφονται συνήθως γύρω από εκείνους που διεκδικούν τη λάμψη. Γύρω από τους ποδοσφαιριστές που επιβάλλουν την παρουσία τους με το ταμπεραμέντο, τις δηλώσεις και την ανάγκη να βρίσκονται στο επίκεντρο. Ο Στέφαν ντε Φράι, μπορεί να είναι το φετινό λαμπερό απόκτημα του Παναθηναϊκού, ωστόσο δεν ανήκε ποτέ σε αυτή την κατηγορία. Και ίσως γι’ αυτό να κατάφερε να ξεχωρίσει.
Για περισσότερο από μία 10ετία στο υψηλότερο επίπεδο, από τη Φέγενορντ και τη Λάτσιο μέχρι την Ίντερ και την εθνική Ολλανδίας, έχτισε τη φήμη του όχι πάνω στον θόρυβο, αλλά πάνω στη συνέπεια. Δεν έγινε ποτέ ο πιο θεαματικός αμυντικός της γενιάς του, ούτε εκείνος που θα συγκέντρωνε τα περισσότερα πρωτοσέλιδα. Κατάφερε όμως να εξελιχθεί σε έναν από τους πιο αξιόπιστους και ευφυείς κεντρικούς αμυντικούς της Ευρώπης, σε έναν παίκτη που οι προπονητές εμπιστεύονταν απόλυτα και οι συμπαίκτες του αναζητούσαν διαρκώς μέσα στο γήπεδο.
Η Gazzetta dello Sport τον χαρακτήρισε κατά καιρούς «καθηγητή της άμυνας» και «σιωπηλό ηγέτη». Όχι επειδή είχε την προσωπικότητα του ανθρώπου που θα συγκέντρωνε τους πάντες γύρω του με φωνές και χειρονομίες, αλλά επειδή διέθετε κάτι πολύ πιο σπάνιο: την ικανότητα να μεταδίδει σιγουριά. Να κάνει τους γύρω του καλύτερους. Να κρατά την ισορροπία χωρίς να διεκδικεί την αναγνώριση.
Ίσως γι’ αυτό η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά του Ντε Φράι δεν βρίσκεται στις αμυντικές επεμβάσεις ή στα στατιστικά του. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την ίδια τη ζωή.
Το καλοκαίρι του 2021, σε μία από τις πιο προσωπικές συνεντεύξεις που παραχώρησε στη Gazzetta dello Sport, αποκάλυψε ότι το μεγάλο του πάθος εκτός ποδοσφαίρου είναι το πιάνο. Δεν είχε σπουδάσει μουσική, ούτε είχε κάνει μαθήματα. Όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, έμαθε μόνος του, χρησιμοποιώντας εφαρμογές και αφιερώνοντας χρόνο καθημερινά στην εξάσκηση. Η έμπνευση ήρθε όταν είδε τον συμπαίκτη του στην εθνική Ολλανδίας, Νέιθαν Άκε, να παίζει και σκέφτηκε ότι θα ήθελε να δοκιμάσει κι εκείνος.
Η εικόνα δεν θα μπορούσε να είναι πιο χαρακτηριστική για τον ίδιο. Ένας άνθρωπος που ποτέ δεν αναζήτησε τον εύκολο δρόμο. Που προτιμούσε τη διαδικασία από το αποτέλεσμα, τη λεπτομέρεια από την υπερβολή και τη διαρκή βελτίωση από τη βιασύνη. Ο αγαπημένος του συνθέτης, όπως αποκάλυψε αργότερα, είναι ο Λουντοβίκο Εϊνάουντι ένας δημιουργός που έχει ταυτιστεί με τη λιτότητα, την ακρίβεια και την εσωτερική αρμονία. Στοιχεία που, κατά κάποιον τρόπο, αντικατοπτρίζουν και τον χαρακτήρα του ίδιου.
Δεν είναι τυχαίο ότι όταν η συζήτηση μεταφέρθηκε στο ποδόσφαιρο, ο Ντε Φράι μίλησε ξανά μέσα από τη γλώσσα της μουσικής.
Εκείνη την εποχή, η Ίντερ είχε διαμορφώσει μία από τις πιο ισχυρές αμυντικές γραμμές στην Ευρώπη. Ο Μίλαν Σκρίνιαρ στα δεξιά, ο Αλεσάντρο Μπαστόνι στα αριστερά και ο ίδιος στο κέντρο είχαν δημιουργήσει μία τριάδα που συνδύαζε δύναμη, τεχνική και ποδοσφαιρική ευφυΐα. Ήταν μία σχέση που βασιζόταν στην αλληλοκατανόηση, στη συνεχή επικοινωνία και στην εμπιστοσύνη. Και όταν η Gazzetta του ζήτησε να περιγράψει τη συνεργασία τους, ο Ολλανδός χρησιμοποίησε μία εικόνα που έμελλε να μείνει. «Είμαστε σαν μία πραγματική μπάντα», είχε πει.
Η φράση δεν είχε τίποτα το επιτηδευμένο. Αντιθέτως, φανέρωνε τον τρόπο με τον οποίο έβλεπε ο ίδιος το ποδόσφαιρο. Σε μία μπάντα, κανένα όργανο δεν αρκεί από μόνο του. Η αρμονία γεννιέται μέσα από τη συνεργασία. Κάθε μέλος υπηρετεί το σύνολο και η επιτυχία δεν ανήκει σε έναν, αλλά σε όλους.
Αυτή ήταν και η φιλοσοφία που χαρακτήριζε τον Ντε Φράι καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του. Ποτέ δεν αισθανόταν άνετα όταν η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από τον ίδιο. Προτιμούσε να στρέφει τα φώτα στους συμπαίκτες του.
Η συγκεκριμένη στάση δεν αποτελούσε μία κλασική ποδοσφαιρική κοινοτοπία. Ήταν κομμάτι της προσωπικότητάς του. Όσοι συνεργάστηκαν μαζί του μιλούν για έναν άνθρωπο χαμηλών τόνων, με εξαιρετική παιδεία, μακριά από εντάσεις και υπερβολές. Έναν επαγγελματία που δεν επιζητούσε ποτέ την προσοχή και που επέλεγε να εκφράζεται μέσα από τη δουλειά του.

Τα πόδια του λύγισαν μόνο στις… συναυλίες!
Ίσως γι’ αυτό και μια από τις πιο ειλικρινείς εξομολογήσεις του είχε να κάνει όχι με το ποδόσφαιρο, αλλά με τη μουσική. Όταν συμμετείχε σε ένα project με το συγκρότημα Keemosabe, παραδέχθηκε ότι το άγχος που ένιωσε ανεβαίνοντας στη σκηνή ήταν μεγαλύτερο από εκείνο που είχε βιώσει μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες φιλάθλους στο Σαν Σίρο. Στο γήπεδο αισθανόταν σαν στο σπίτι του. Στη σκηνή, όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Εκεί δεν υπήρχε η οικειότητα των αποδυτηρίων ούτε η αυτοματοποιημένη βεβαιότητα που αποκτά ένας αθλητής έπειτα από εκατοντάδες αγώνες.
Η εξομολόγηση αυτή φανέρωνε ίσως την πιο ανθρώπινη πλευρά του. Πίσω από τον αμυντικό που αντιμετώπισε τους κορυφαίους επιθετικούς της Ευρώπης, υπήρχε ένας άνθρωπος που δεν φοβόταν να παραδεχθεί τις ανασφάλειές του. Που δεν είχε ανάγκη να χτίσει τον μύθο του ατρόμητου πρωταγωνιστή. Και ίσως εκεί να κρύβεται η πραγματική ουσία της πορείας του.
Ο Στέφαν ντε Φράι δεν ήταν ποτέ ο άνθρωπος που θα τραγουδούσε πιο δυνατά από όλους. Δεν ήταν εκείνος που θα ζητούσε το χειροκρότημα ή θα διεκδικούσε να βρεθεί στο κέντρο της σκηνής. Ήταν, όμως, ο άνθρωπος που κρατούσε τον ρυθμό.
Όπως ακριβώς σε μια μπάντα, όπου ορισμένες φορές οι πιο σημαντικοί μουσικοί είναι εκείνοι που δεν τραβούν πάνω τους τα βλέμματα, αλλά επιτρέπουν σε όλους τους υπόλοιπους να λειτουργούν αρμονικά, έτσι και ο Ολλανδός αμυντικός υπήρξε για χρόνια το σημείο αναφοράς της άμυνας της Ίντερ.

Ιντζάγκι – Κούμαν, το γινγκ και το γιανγκ στην καριέρα του
Στην καριέρα του καθιερώθηκε ως κεντρικός αμυντικός, όμως η πορεία του θα μπορούσε να ήταν πολύ διαφορετική αν δεν το είχε κυνηγήσει ο ίδιος. Ως πιτσιρικάς άλλωστε στην Ολλανδία ξεκίνησε να αγωνίζεται ως μέσος, ενώ αργότερα μετατοπίστηκε στη θέση του δεξιού μπακ. Όπως είχε εξηγήσει όμως ο ίδιος πριν από χρόνια, ήξερε πως το υψηλότερο ταβάνι του ήταν από τη θέση του στόπερ. «Αρχικά έπαιζα ως μέσος και αργότερα ως δεξιός μπακ. Στη Φέγενορντ θεωρούσαν ότι τα χαρακτηριστικά μου ταίριαζαν περισσότερο στη θέση του δεξιού μπακ, όμως τους έπεισα ότι για την εξέλιξή μου ήταν καλύτερο να αγωνιστώ ως κεντρικός αμυντικός» παραδέχεται. Το πείσμα και η ευφυία να διακρίνει τη σωστή θέση του στο γήπεδο πολύ σύντομα τον έστειλαν στην Ιταλία για λογαριασμό της Λάτσιο, πίσω στο 2014.
Δυο χρόνια αργότερα στη Ρώμη θα γνωρίσει τον Σιμόνε Ιντζάκι, έναν προπονητή που μετατράπηκε σε ποδοσφαιρικό του πατέρα. Υπό τις οδηγίες του άλλωστε, ο Ολλανδός καθιερώθηκε ως ένας από τους κορυφαίους στόπερ στην Ευρώπη, ενώ το 2018 ακολούθησε τον προπονητή του στην Ίντερ και στο επόμενο μεγάλο επίπεδο του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. «Το να έρχομαι στο Σαν Σίρο ως αντίπαλος ήταν, ειλικρινά, σαν να βρισκόμουν σε ένα επεισόδιο του Westworld. Υπήρχε ομίχλη και βγαίναμε μπροστά σε αυτό το επιβλητικό γήπεδο, γεμάτο ιστορία. Ένιωθες σαν να στέκεσαι μπροστά σε μια αρένα βγαλμένη από μια άλλη εποχή. Παλιότερα με κυρίευε δέος, όμως σήμερα, ως παίκτης της Ίντερ, νιώθω μια απίστευτη ώθηση και ενθουσιασμό.
Αισθάνομαι περηφάνια και τιμή που αγωνίζομαι με αυτά τα χρώματα. Νιώθεις ότι οι φίλαθλοι είναι πάντα δίπλα σου και σε στηρίζουν. Ο στόχος μου είναι απλός: να τιμώ αυτή τη φανέλα. Ξέρω ότι, αν το κάνουμε αυτό, τότε δεν υπάρχει καλύτερο μέρος για να παίζει κανείς ποδόσφαιρο» ήταν μια από τις πρώτες του δηλώσεις ως Νερατζούρι. Και στο Μιλάνο φρόντισε να δίνει πάντα τον καλύτερό του εαυτό. Ο Ιντζάκι έχει επανειλημμένα αναφερθεί στην επαγγελματική νοοτροπία του Ολλανδού. Σε μία από τις τοποθετήσεις του, τόνισε πως ο Ντε Φράι δουλεύει καθημερινά σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο, με απόλυτη αφοσίωση, υπογραμμίζοντας πως ένας τέτοιος αμυντικός θα μπορούσε να αγωνίζεται βασικός σε οποιαδήποτε μεγάλη ομάδα της Ευρώπης.
Αν ο Ιντζάγκι άλλωστε ήταν ο ποδοσφαιρικός του πατέρας, ο Κούμαν ήταν το πρόσωπο που του έβαλε δύσκολα ώστε να βρει το δρόμο του. Γνωστός για τη σκληρή του στάση, ο Ολλανδός φρόντισε να σμιλεύσει με ειλικρινή και άκομψα λόγια τον Ντε Φράι από μικρή ηλικία, ώστε να τον προετοιμάσει για τα όσα θα συναντούσε στο μέλλον. Σε αντίθεση με τον Ινζτάγκι δεν άπλωσε ποτέ τη φτερούγα του για να τον προστατέψει. Αντίθετα, τον πέταξε στο νερό και τον διέταξε να κολυμπήσει.
Όταν οι δυο τους συνεργάζονταν στη Φέγενορντ, ο Κούμαν είχε ασκήσει αυστηρή κριτική στον νεαρό τότε αμυντικό, ζητώντας του μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και περισσότερη σκληράδα στις μονομαχίες. Τον είχε χαρακτηρίσει μάλιστα «υπερβολικά αγαθό» για τη θέση του στόπερ και του ζητούσε να γίνει πιο επιθετικός στο αμυντικό κομμάτι.
Χρόνια αργότερα ωστόσο, ως ομοσπονδιακός τεχνικός της Ολλανδίας, η στάση του Κούμαν προς τον Ντε Φράι είχε αλλάξει. Ο έμπειρος προπονητής έχει εκφράσει την εκτίμησή του για τον επαγγελματισμό του, την ωριμότητά του και τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται ακόμα και δύσκολες καταστάσεις, όπως όταν δεν έχει εξασφαλισμένη θέση βασικού. Και μέχρι και σήμερα, ο 34χρονος ζυγίζει τις επιλογές του με την κατάλληλη ωριμότητα.
Πηγή: Gazzetta
















