Επιλογή Σελίδας

Του Αλέξανδρου Σόμογλου

Είναι ιδιαίτερο το φετινό ποδοσφαιρικό καλοκαίρι που ζούμε, όχι μόνο λόγω της άκρως ενθαρρυντικής εκκίνησης των ελληνικών ομάδων, αλλά κυρίως λόγω των καταιγιστικών ρυθμών που διεξάγονται οι προκριματικοί γύροι στις διοργανώσεις της ΟΥΕΦΑ. Για πρώτη φορά δεν υπάρχει κενή εβδομάδα για τους συμμετέχοντες, κάτι που σημαίνει ότι περιθώρια για υπέρμετρο ενθουσιασμό ή ακραία απογοήτευση, απλά δεν υφίστανται. Μια που προκρίνεσαι και μια που βρίσκεσαι ξανά στη σέντρα για μια επόμενη πρόκληση.

Τι σημαίνει αυτό, ιδιαίτερα για τον Έλληνα των… ακραίων συναισθημάτων; Ότι η ανάγκη για ορθόδοξη διαχείριση μιας επιτυχίας και το καθαρό μυαλό που απαιτείται για να την εξαργυρώσεις, είναι πιο απαραίτητα από ποτέ. Και πριν μιλήσουμε για ποδόσφαιρο, αυτή η καθαρή σκέψη είναι το πρώτο και βασικό στοιχείο που πρέπει να συνοδεύσει ΑΕΚ και ΠΑΟΚ στην τελευταία καλοκαιρινή τους πρόκληση, απέναντι σε Βίντι και Μπενφίκα.

Για την «Ένωση» τα πράγματα είναι απλά: Αντίπαλός της κόντρα στους άπειρους Ούγγρους είναι μόνο τα… κουσούρια του Έλληνα και η ιδιότυπη ποδοσφαιρική του ψυχοσύνθεση που τον κάνει να αισθάνεται «ον ενός ανώτερου ποδοσφαιρικού θεού» κάθε φορά που μια ομάδα μας έρχεται αντιμέτωπη με αντιπάλους τύπου Βίντι, Ριέκα, Αούστρια Βιέννης, Έστερσουντς…

Ολόκληρος ο ποδοσφαιρικός οργανισμός που ονομάζεται «ΑΕΚ» θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα δύο ιστορικά παιχνίδια με τη γνωστή μας Βιντεότον, με ακόμη μεγαλύτερη σοβαρότητα και συσπείρωση από αυτή που υπήρξε στις δύο αναμετρήσεις με τη Σέλτικ. Και όταν αναφέρομαι σε ποδοσφαιρικό οργανισμό, ξεκινάω από τους φιλάθλους. Αν το ΟΑΚΑ συγκέντρωσε 35.000 φιλάθλους στον αγώνα με τη Σέλτικ, απέναντι στη Βίντι θα πρέπει να πλημμυρίσει. Κι ας μην πρόκειται για εμπορικό αντίπαλο. Κι ας μην πρόκειται για κάποιο βαρύ όνομα του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Γιατί στην Ελλάδα έχουμε το κακό συνήθειο να συρρέουμε μαζικά στο γήπεδο σε ευρωπαϊκά παιχνίδια με γνωστούς αντιπάλους και να αντιμετωπίζουμε με… μπλαζέ ύφος αναμετρήσεις με λιγότερο γνωστές ομάδες, θαρρείς και το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι κορεσμένο από διεθνείς διακρίσεις και δικαιούμαστε να αντιμετωπίζουμε αφ’ υψηλού οποιονδήποτε σύλλογο. 

Σε δύο εβδομάδες η ΑΕΚ θα βρεθεί ένα βήμα από τις… πύλες του παραδείσου και τους ομίλους του Champions League. Η θεά Τύχη αλλά και οι ευνοϊκές συνθήκες που δημιούργησε η ίδια η ομάδα με την κατάκτηση του πρωταθλήματος της έφεραν τον πιο προσιτό αντίπαλο που θα μπορούσε να βρει ως τελευταίο εμπόδιο. Η ευκαιρία είναι ιστορική και δεν πρέπει να χαθεί. Και δεν πρόκειται να χαθεί αν φίλαθλοι, παίκτες και προπονητές της ΑΕΚ αντιμετωπίσουν τη Βίντι με τη σοβαρότητα που αντιμετώπισαν τη Σέλτικ ή πέρσι τη Μίλαν.

Για τον ΠΑΟΚ το εμπόδιο είναι σαφώς μεγαλύτερο, ίσως όμως όχι τόσο μεγάλο όσο φαντάζει το όνομα της Μπενφίκα. Προσωπικά, ουδέποτε με φόβιζαν οι διασταυρώσεις ελληνικών ομάδων με πορτογαλικές, ακόμη κι αν πρόκειται για τα πιο βαριά ονόματα της χώρας του Εουσέμπιο και του Φούτρε. Όπως πιστεύω ότι οι ελληνικές ομάδες δυσκολεύονται παραδοσιακά να κοντράρουν ισπανικές ή αγγλικές ομάδες λόγω ρυθμού, έτσι θεωρώ ότι έχουν… διαφορετική αύρα όταν αντιμετωπίζουν ομάδες από την Πορτογαλία, ή ακόμα και τη Γερμανία.

Το στοιχείο που εξετάζω περισσότερο είναι η κατάσταση που βρίσκεται η δική μας ομάδα, όποια κι αν είναι. Για παράδειγμα όταν ο Ολυμπιακός αντιμετώπισε με τον Μίτσελ την Μπενφίκα στους ομίλους του Champions League δεν τον φοβόμουν, γιατί οι «ερυθρόλευκοι» πατούσαν γερά στα πόδια τους μετά το «διπλό» στην Άντερλεχτ. Αντίθετα, πέρσι τους… έτρεμα παραμονές του πρώτου αγώνα με τη Σπόρτινγκ, γιατί απλά οι ίδιοι βίωναν ένα καθεστώς ποδοσφαιρικής παράνοιας, υπό τις οδηγίες του Μπέσνικ Χάσι.    

Ο φετινός ΠΑΟΚ, όμως, σου εμπνέει εμπιστοσύνη. Δεν ξέρω αν θα καταφέρει να αποκλείσει την Μπενφίκα, απλά μου βγάζει μια σιγουριά ότι θα δώσει τον καλύτερό του εαυτό για να τα καταφέρει.

Σε αντίθεση με την ΑΕΚ που δεν πρέπει να υποτιμήσει τον δικό της αντίπαλο, ο «Δικέφαλος του Βορρά» δεν πρέπει να φοβηθεί τον δικό του. Η τωρινή Μπενφίκα, προσωπικά, δεν με τρομάζει. Δεν θα γράψω ότι είναι μια ομάδα στα μέτρα του ΠΑΟΚ (κάτι τέτοιο θα φάνταζε υπερβολικό) ωστόσο το εμπόδιο της δεν είναι απαγορευτικό για τον Ραζβάν Λουτσέσκου και τους παίκτες του.

Απλά ο ΠΑΟΚ και στα δύο παιχνίδια με τους «Αετούς της Λισσαβόνας» θα πρέπει να ξεχειλίζει από αυτοπεποίθηση. Από το πρώτο λεπτό των δύο αναμετρήσεων να δείξει με την παρουσία του στο χορτάρι ότι δεν… μασάει από τη βαριά φανέλα των Πορτογάλων. Αν τα καταφέρει, θα μεταφέρει την πίεση στο αντίπαλο στρατόπεδο και οι Ίβηρες κάθε άλλο παρά εξπέρ είναι στη… διαχείριση δύσκολων καταστάσεων.

Έχουμε μπροστά μας ένα «καυτό» δεκαπενθήμερο για να αποχαιρετήσουμε το φετινό καλοκαίρι και είμαι σχεδόν σίγουρος ότι το φινάλε του θα βρει ξανά το ελληνικό ποδόσφαιρο στα αστέρια. Το αν θα το βρει με ένα ή δύο αστέρια στον γαλαξία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, ας περιμένουμε να το διαπιστώσουμε…

Πηγή: Sport DNA