Του Αλέξη Σπυρόπουλου
“Βάζω τους μικρούς να παίξουν” μπορεί, στο ποδόσφαιρο, να σημαίνει χίλια-δυο διαφορετικά πράγματα. Βάζω μικρούς διότι έχω αποτύχει και χρειάζομαι ένα άλλοθι, τουλάχιστον ένα ελαφρυντικό, για την αποτυχία ώστε να κερδίσω χρόνο. Βάζω μικρούς διότι επιδιώκω να αποκομίσω κάτι επαινετικό, παροδικό έστω, από την εξέδρα και από τον Τύπο στο πνεύμα του “βάλε μέσα τα πιτσιρίκια να γουστάρουμε”. Βάζω μικρούς διότι, απλώς, μου τελείωσαν οι μεγάλοι (από τραυματισμούς/τιμωρίες ή επειδή το κλαμπ είναι “στα μνημόνια” οπότε δεν σηκώνει να γίνουν σοβαρά ψώνια) και δεν έχω κάτι άλλο να βάλω. Βάζω μικρούς διότι είναι άρτια εκπαιδευμένοι, πραγματικά έτοιμοι να μπουν, έφτασε η σωστή στιγμή για να παίξουν, να εισφέρουν, να κριθούν ανεξαρτήτως ημερομηνίας γεννήσεως.
Εκανε λάθος επειδή είναι μικρός, αυτό δεν υπάρχει. Το ίδιο λάθος, ανά πάσα ώρα και στιγμή ενδέχεται να το κάνει ο μικρός ή, εξίσου, ο μεγάλος. Λίγες ημέρες μετά το λάθος του Βαγιαννίδη στην Τούμπα, ίδιο λάθος στο ίδιο γήπεδο έκανε και ο Μ’Βιλά. Αυτογκόλ θα βάλει ο Μιχαηλίδης, αυτογκόλ θα βάλει και ο Παπασταθόπουλος. Επίσης δεν υπάρχει, να είναι αποκλειστικό προνόμιο του μικρού ο ενθουσιασμός. Βλέπεις εδώ κι εκεί σαραντάρηδες-κοντά με τόση λαχτάρα, Βαλμπουένα παράδειγμα, που πόσες φορές δεν μας έχουν υποχρεώσει να σχολιάσουμε “παίζει σαν έφηβος”; Τις προάλλες, χάζευα τον Σέρχιο Ράμος στο Τσάμπιονς Λιγκ εναντίον της Μπάγερν. Σας βεβαιώ πως δεν έχει καμία απόσταση στην όρεξη, από όταν έρθει η στιγμή να παίξει Τσάμπιονς Λιγκ εναντίον της Μπάγερν ο Ντόι.
Σε συνέχεια και συνέπεια, σε φιλοσοφία, σε διαδικασία με βάθος δεκαετίας/δεκαπενταετίας, σήμερα είναι εμφανές ότι ο ΠΑΟΚ και ο Αστέρας ξεχωρίζουν. Κάποτε λέγαμε για ιδανικό, να ανεβαίνει κάθε χρόνο ένας από τη μικρή ομάδα στη μεγάλη. Μάλλον, πρέπει να αναθεωρήσουμε ως προς τον αριθμό. Εστιάζουμε στην ηλικία του Τζίμα, δεκαεπτά. Πιο ενδιαφέρον είναι να εστιάσουμε, πόσα χρόνια δουλεύεται ο Τζίμας στον ΠΑΟΚ. Δέκα, ήδη. Αυτήκοος σε προσωπικές διηγήσεις πατεράδων, πώς στην Τρίπολη περιποιούνται (αυτή είναι, νομίζω, η πιο ακριβής ελληνική λέξη) τα παιδιά τους, είχα έναυσμα να καταλάβω τι επρόκειτο να συμβεί από τους παντελώς ανύποπτους χρόνους. Δεν είχαν ξεπεταχτεί καν ο Φορτούνης, ο Μπακασέτας, ο Κουρμπέλης.
Αλλού, μπορεί να τυχαίνει καμιά φορά. Εδώ, πετυχαίνει. Ο Τζίμας στα Γιάννενα, δεν μπήκε για να έχουμε κάτι να πούμε μετά. Δεν μπήκε…από απελπισία. Μπήκε επειδή η ανάλυση των δεδομένων οδήγησε τον προπονητή και το επιτελείο στην ιδέα ότι ο Τζίμας, 17 ετών, ή 27, ή 37, καμία σημασία, μπορεί να είναι αληθινή λύση στα εδώ και τώρα ζητούμενα του ματς. Δέκα λεπτά παιγνιδιού, όντως αρκούσαν. Ναι, φυσικά, αυτά τα δέκα λεπτά ήταν επάνω στην κόπωση του ΠΑΣ, από την επιθετικότητα του ΠΑΟΚ που θέριευε όσο κυλούσε ο χρόνος στο δεύτερο ημίχρονο. Ακόμη κι έτσι, ή όπως αλλιώς, σε αυτά τα δέκα λεπτά από το 85′ ως το 90’+5′ ο Τζίμας πρόλαβε να (απο)δείξει ότι μπήκε επειδή ήταν κανονική λύση. Το ίδιο, όσο μπήκε επειδή ήταν κανονική λύση και ο Μπίζεσβαρ.
Επί τη ευκαιρία. Με το, επαρκές πλέον, δείγμα του δεύτερου γύρου είναι άξιο εγκωμίων πώς ο ΠΑΣ, ο προπονητής και το κλαμπ, ξανάφτιαξαν από την αρχή επιτυχώς μια ομάδα που το καλοκαίρι ξεκίνησε ενόσω είχαν, στο μεταξύ, φύγει για αλλού 9/11 περσινοί βασικοί. Ολοι, εκτός από τον Εραμούσπε και τον Καραχάλιο. Τι Λοντίγκιν, τι Σάλιακας, τι Πέιρσμαν, τι Κάργας, τι Χουάν Ντομίνγεθ, τι Στάνκο, τι Γκαρντάβσκι, τι Σνάιντερ, τι Περέα. Μαζί, και ο προηγούμενος προπονητής. Μπράβο, και πάλι μπράβο, και ξανά μπράβο. Τον κύριο Στάικο τον άκουγα για “κάτι το καλό” από την εποχή της Γ’ Εθνικής στην Ερμιονίδα. Μου τον είχε πει ο Κατσουράνης, μια φορά που έπαιξαν η Ερμιονίδα με την Παναχαϊκή. Το μάτι του Κατσουράνη δεν πέφτει έξω.
Ο Ζουγλής το Σάββατο στην ΑγιαΣοφιά, δεν έπαιξε επειδή είχαν τελειώσει όλες οι άλλες λύσεις. Υπήρχαν “άλλες” λύσεις. Επαιξε αυτός, μπροστά από τις άλλες λύσεις. Οι άλλες λύσεις, ήταν για να τον αντικαταστήσουν στα τελευταία δεκαπέντε λεπτά. Αυτή την εβδομάδα έρχεται στη γειτονιά μου, τη Νέα Σμύρνη, η Εθνική Νέων. Για να συνεννοούμαστε, γεννηθέντες 2004 και 2005. Θα παίξουν στο γήπεδό μας, το μοναδικό πράγμα σε ολόκληρο τον σημερινό Πανιώνιο που παραμένει…Σούπερ Λιγκ, δύο φιλικά. Από τους 24 ποδοσφαιριστές οι 12, οι 11 και ο Κούτσιας για την πλήρη ακρίβεια, είναι Σπίτι ΠΑΟΚ. Το 50%. Εάν δεν είχε πρόσφατα τραυματιστεί ο Φίλων, θα ήταν +50%. Η δωδεκάδα, καλύπτει όλο τον αγωνιστικό χώρο. Ενας γκολκίπερ, τρεις ακραίοι μπακ, τρεις κεντρικοί χαφ, τρεις ακραίοι επιθετικοί, δύο σέντερ-φορ. Λείπει μονάχα, σέντερ-μπακ. Είναι…ο Φίλων που τραυματίστηκε! Στους δύο σέντερ-φορ δε, δεν περιλαμβάνεται ο Τζίμας που είναι πιο μικρός (2006) και δεν κλήθηκε.
Αυτό που στην πραγματικότητα εξελίσσεται εδώ και δεκαπέντε χρόνια, είναι ότι επί της ουσίας αναβιώνει η ίδια κεντρική ιδέα στελέχωσης του ανεπανάληπτου ΠΑΟΚ των 70s επί Παντελάκη. Πάλι με βάση τη Θεσσαλονίκη, τη Βόρεια Ελλάδα αν θέλετε, βέβαια με τον σύγχρονο τρόπο ως προς την ανίχνευση και εν συνεχεία την κατεργασία της πρώτης ύλης. Εάν για κάθε παίκτη της Ακαδημίας ΠΑΟΚ (ας το περιορίσουμε στον ΠΑΟΚ Β και στην Κ-19 για να μη χαθούμε κατεβαίνοντας ως την Κ-17 και την Κ-15) βάζαμε στον χάρτη της χώρας μία πινέζα, οι πινέζες στον ελλαδικό χώρο θα κάλυπταν την Αλεξανδρούπολη, την Καβάλα, τη Δράμα, τις Σέρρες, το Κιλκίς, τη Θεσσαλονίκη εννοείται, την Κατερίνη, την Ημαθία, την Κοζάνη, τα Γιαννιτσά, την Καστοριά, την Πρέβεζα, την Κέρκυρα, τα Γιάννενα, τη Λάρισα, τα Τρίκαλα, τον Βόλο, τη Λαμία, τη Λιβαδειά, την Αθήνα, τη Μεσσηνία, τα Χανιά, την Κύπρο. Και ορισμένους τόπους, όχι πολλούς, στο εξωτερικό.
Καθένας αντιλαμβάνεται πως όλο αυτό, πρώτα να τους εντοπίσεις κι έπειτα να τους δουλέψεις αφού τους έχεις πείσει ότι αξίζει ο κόπος να ξεβολευτούν, δεν έγινε σε μια νύχτα μέσα. Επιστρέφω στους δώδεκα, αυτού του εθνικού γκρουπ στη Νέα Σμύρνη. Ο Κούτσιας είναι “εκεί μέσα”, στο οικοτροφείο ΠΑΟΚ, από το 2012, τέσσερις είναι εκεί μέσα από το 2013, δύο από το 2015, δύο από το 2018, ένας από το 2019, ένας από το 2020, κι είναι και η περίπτωση του ενός που ζει εκεί μέσα…εκ γενετής. Είναι αυτός που φέρει το (μικρό) όνομα του διάσημου παππού του. “Του Χαραλάμπους” που έλεγε, εκείνα τα χρόνια στην τηλεόραση, ο υπέροχος Σταύρος Πετρακόπουλος. Είναι προφανές ότι πρόκειται για διαδρομή ζωής και ευθύνης. Για την υπέρτατη χαρά της διάπλασης. Για το, εν καιρώ, κύριο έσοδο του κλαμπ. Για τη διαδικασία που, αν δεν τρέχει, δεν έχει κανένα νόημα η ίδια η ύπαρξη της ομάδας.
Απέκτησε παγκόσμια (κακή) φήμη η ατάκα του Αλαν Χάνσεν, παλαιού αρχηγού της Λίβερπουλ και σχολιαστή στο BBC, όταν ο Αλεξ Φέργκιουσον παρουσίασε την Τάξη του ’92 (Γκιγκς, Σκόουλς, Μπατ, Μπέκαμ, οι δύο Νέβιλ). “Ποτέ δεν θα κερδίσεις κάτι με μικρά παιδιά”. Τα οποία μικρά παιδιά, kids, έμελλε να κερδίσουν τα πάντα. Συναγωνίστηκε η ατάκα του Χάνσεν, στο να μνημονεύεται εσαεί, την ατάκα του Λίνεκερ για τους Γερμανούς. ‘Η σε εμάς εδώ, την ατάκα του Οσιμ για τη μπάλα. Εκείνο που απεναντίας πήρε την απειροελάχιστη, διεθνώς, δημοσιότητα ήταν η απάντηση του Φέργκιουσον στην ατάκα του Χάνσεν. Μία λέξη, όλη κι όλη, διέφερε από ατάκα σε ατάκα. Οπου with, without. “Ποτέ δεν θα κερδίσεις κάτι δίχως μικρά παιδιά”.
Πηγή: Sport DNA






















