Του Αλέξη Σπυρόπουλου
Η ιδέα να πάγωνε η αθλητική δραστηριότητα στη χώρα το Σαββατοκύριακο λόγω πένθους, κατ’ αρχήν αξίζει τον σεβασμό διότι η αφετηρία ήταν αγνή. Στην πραγματικότητα όμως, θα ήταν το αγνό βούτυρο στο ψωμί όσων έχουν συμφέρον η κοινωνία, τέτοιες ώρες και μέρες, να σιωπά. Αποκαμωμένη. Απεγνωσμένη. Μοιρολατρική. Κλεισμένη σπίτι. Η κοινωνία που ζει την κάθε ώρα και την κάθε μέρα με (αυτό που πολύ ωραία το λέει ένας καλός φίλος μου) “το στένεμα της ελπίδας”. Εν τέλει, δεν θα απέβαινε μία καλή ιδέα. Οπως δεν είναι καλή, η κάθε ιδέα που έχει πολύ συναίσθημα και ολίγη λογική.
Τις (αντι)δράσεις από τις πάσης φύσεως συλλογικότητες που το Διαδίκτυο τις στήνει στο πι και φι έξω στον δρόμο, τις θέλουμε. Τις χρειαζόμαστε. Τις ενθαρρύνουμε. Επειδή (είναι τα αγόρια μας και τα κορίτσια μας που) υπερβαίνουν το “εγώ” και το “τώρα”. Αγωνιούν για το “εμείς” και για το “αύριο”. Δηλαδή, μια αχτίδα. Αλλά καμία συλλογικότητα δεν είναι τόσο κόμπακτ, καμία δεν έχει την ορμητική δυναμική στη μετάδοση και στη διάχυση του μηνύματος, αν θέλετε καμία δεν έχει την έκθεση στα media, όσο η συλλογικότητα του γηπέδου. Το γήπεδο είναι εκεί, δύο ώρες, σε live μετάδοση. Στο γήπεδο το πανό κατεβαίνει, και το στόμα κλείνει, πιο δύσκολα απ’ οπουδήποτε αλλού.
Σήμερα λοιπόν, την επαύριο ενός Σαββατοκύριακου γεμάτου αθλητική δραστηριότητα στη χώρα παρά το πένθος, μπορούμε να εκφράσουμε ευγνωμοσύνη στα παιδιά της ενσυναίσθησης. Στα παιδιά από την Κρήτη ίσαμε τη Θεσσαλονίκη, και σε όλες τις ενδιάμεσες πινέζες στον χάρτη της Ελλάδας, που κουράστηκαν και πιθανότατα ξενύχτησαν για να φτιάξουν με τόση επιμέλεια και φαντασία το καθένα πανό-βάλσαμο. Μια τέχνη, να εκφράζεις τόσα πολλά με ελάχιστες λέξεις. Στα παιδιά που ύστερα, στη ροή των αγώνων, έβγαλαν τα λαρύγγια τους για να φωνάξουν, να (εισ)ακουστούν, να διεισδύσουν.
Να κραυγάσουν, ότι δεν καταπίνουν αμάσητες τις έτοιμες και εύκολες εκδοχές για το φταίξιμο του σταθμάρχη. Οτι είναι ανελέητοι, με τον κάθε τύπο που βγαίνει να κάνει δηλώσεις κι έχει πρόχειρο το σκονάκι τι λέμε σε ενδεχόμενες ανεπιθύμητες ερωτήσεις. Οτι δεν είναι ηλίθιοι για να μη καταλαβαίνουν πως όλες αυτές οι βαμβακούλειες “τριμελείς επιτροπές πέντε-έξι ατόμων” για τη διερεύνηση, είναι ένα κλάιν-μάιν κουκλοθέατρο στο οποίο, στην πράξη, οι ελεγχόμενοι ελέγχουν τους ελέγχοντες. Ο σημαδεμένος, μολονότι σημαδεμένος, ή ακριβώς επειδή ήταν σημαδεμένος, μπήκε στην επιτροπή. Δύο μέρες μετά, δεν βγήκε από την επιτροπή επειδή είναι σημαδεμένος. Βγήκε από την επιτροπή, μόνον επειδή γίναμε βούκινο ότι ήταν σημαδεμένος.
Τα πανό και τα συνθήματα, είναι η βιωματική επίγνωση ότι το πρόβλημα εκτείνεται πολύ πέρα από ένα σταθμάρχη. Το πρόβλημα είναι οι διαφόρων ειδών -άρχες που έρχονται και κατσικώνονται στις ζωές, μέσα από μία ειρωνική επίφαση “δημοκρατικής διαδικασίας”. Ωφελεί πού και πού να αναδεικνύεται η υπενθύμιση πως όσοι τέλος πάντων συμμετέχουν στη δημοκρατική διαδικασία, περίπου ο μισός πληθυσμός του τόπου, πριν την κάλπη πιο πολύ σκέφτονται ποιοι είναι οι χειρότεροι. Αυτοί ή οι άλλοι. Ωστε να τσούξει η ψήφος, τον χειρότερο. Δεν διαχωρίζουν, ποιοι είναι οι καλύτεροι. Αυτοί ή οι άλλοι. Ωστε να επιβραβεύσουν τον καλύτερο. Δεν εμπιστεύονται. Κατ’ ουσίαν, δεν ψηφίζουν. Καταψηφίζουν. Δεν είναι για να το παίρνουν και πολύ επάνω τους συνεπώς, οι εκάστοτε “νικητές” που γίνονται έπειτα οι -άρχες.
Τα αγόρια μας και τα κορίτσια μας δεν έχουν για προτεραιότητα… τις εκλογές. Τα αγόρια μας και τα κορίτσια μας είναι τα δέντρα που “δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό”. Τα αγόρια μας και τα κορίτσια μας είναι οι πέτρες που “δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα”. Τα αγόρια μας και τα κορίτσια μας είναι τα πρόσωπα που “δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο”. Τα αγόρια μας και τα κορίτσια μας είναι οι καρδιές που “δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο”. Είναι η Ρωμιοσύνη του 2023. Και δίνει την ελάχιστη παρηγοριά να τους πούμε ότι και οι παππούδες τους, να, ορίστε, αυτό που αποτυπώνεται στο έργο του Ρίτσου, τα ίδια (μ’ ένα διαφορετικό τρόπο) περνούσαν, για τα ίδια μοχθούσαν, τα ίδια αποζητούσε η ψυχή. Τα βασικά της υπόστασης. Ελευθερία, ανθρωπιά, δικαιοσύνη.
Χθες, σε μια ρημαγμένη Ελλάδα πολιτικάντηδων. Σήμερα, σε μια σαπισμένη Ευρώπη καταθλιπτικών λογιστών που ο Βαρδινογιάννης δεν θα τους έπαιρνε στις δουλειές του ούτε για κλητήρες. Αύριο, εμείς δεν θα είμαστε εδώ για να το δούμε εκείνο το αύριο. Τα αγόρια μας και τα κορίτσια μας ωστόσο, αν δεν εκτροχιαστεί πάλι το τρένο, θα είναι. Τη Ρωμιοσύνη του 2023, την παραλύει μια αγωνία αργού θανάτου. Την εκφράζει προφητικά ο αλησμόνητος λυγμός του Βέγγου στο Βλέμμα του Οδυσσέα, ετούτη την αγωνία. “Κρατάει πολύ και κάνει θόρυβο”.
Πηγή: Sport DNA





















