Δεν ήταν η Βραζιλία. Δεν ήταν η Αργεντινή. Δεν ήταν κάποια από τις παραδοσιακές υπερδυνάμεις του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Ήταν η Παραγουάη. Μια ομάδα που μπήκε στο Μουντιάλ με βαριά ήττα (4-1) από τις ΗΠΑ, χρειάστηκε να ιδρώσει για να λυγίσει την Τουρκία και προκρίθηκε στα νοκ άουτ ως μία από τις οκτώ καλύτερες τρίτες του νέου φορμάτ των 48 ομάδων. Κι όμως, αυτή η ομάδα ήταν αρκετή για να βάλει τέλος στο ταξίδι της Γερμανίας.
Αν αυτό συνέβαινε πριν από 10 ή 15 χρόνια, θα μιλούσαμε για μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων. Τα ξημερώματα της Τρίτης, όμως, δεν προκάλεσε σοκ. Προκάλεσε επιβεβαίωση. Επιβεβαίωση ότι η Γερμανία δεν είναι πια η ομάδα που όλοι γνώριζαν.
Μετά το φιάσκο της Ρωσίας το 2018, τον νέο πρόωρο αποκλεισμό στο Κατάρ το 2022 και τώρα την αποτυχία απέναντι στην Παραγουάη, δεν μπορεί πλέον να γίνεται λόγος για συγκυρίες. Η «Μάνσαφτ» βρίσκεται σε μια κρίση που δεν είναι αγωνιστική ούτε προσωρινή. Είναι κρίση ταυτότητας.
Το παραδέχθηκε και ο Κάι Χάβερτς, ίσως με τον πιο ειλικρινή τρόπο. «Αν αποκλείεσαι με αυτόν τον τρόπο από την Παραγουάη, τότε σημαίνει ότι κάτι δεν λειτούργησε σωστά». Και όταν ρωτήθηκε αν η Γερμανία αποτελεί πλέον δύναμη δεύτερης ταχύτητας, δεν προσπάθησε να ωραιοποιήσει την κατάσταση. «Έτσι φαίνεται», απάντησε.
Η αλήθεια είναι ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ποιότητα των ποδοσφαιριστών. Ο Μουσιάλα, ο Βιρτς, ο Χάβερτς, ο Κίμιχ και οι υπόλοιποι αγωνίζονται στο υψηλότερο επίπεδο του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Το πρόβλημα είναι ότι όλοι μαζί δεν συνθέτουν ομάδα. Δεν υπάρχει ξεκάθαρη αγωνιστική ταυτότητα, δεν υπάρχει σταθερό πλάνο και, κυρίως, δεν υπάρχει η προσωπικότητα που χαρακτήριζε διαχρονικά τη Γερμανία.
Η παρουσία της στη διοργάνωση μπορεί τυπικά να θεωρείται καλύτερη από εκείνες του 2018 και του 2022, αφού αυτή τη φορά ξεπέρασε τη φάση των ομίλων. Στην πράξη, όμως, αυτό λέει ελάχιστα. Το νέο φορμάτ με τις 48 ομάδες και τη φάση των «16» δεν επιτρέπει ουσιαστικές συγκρίσεις με τα προηγούμενα Μουντιάλ. Το αποτέλεσμα παραμένει ίδιο: ακόμη ένας πρόωρος αποκλεισμός, ακόμη μία διοργάνωση που ολοκληρώθηκε πολύ πριν από τον πραγματικό στόχο.

Και κάπου εκεί οι ευθύνες οδηγούν αναπόφευκτα στον Γιούλιαν Νάγκελσμαν. Ο νεότερος προπονητής της διοργάνωσης δεν κατάφερε ποτέ να παρουσιάσει μια ομάδα με συνέπεια και σταθερές αρχές. Οι επιλογές του συζητήθηκαν όσο λίγες: η επιμονή να χρησιμοποιεί τον Κίμιχ ως δεξί μπακ αντί για τον φυσικό του ρόλο στον άξονα, η διαχείριση του ρόστερ, αλλά και η απόφαση να παρατάξει σχεδόν πλήρη ενδεκάδα απέναντι στον Ισημερινό, παρότι η πρώτη θέση είχε ήδη εξασφαλιστεί.
Στο παιχνίδι με την Παραγουάη η Γερμανία είχε την κατοχή, αλλά όχι τη φαντασία. Είχε την ποιότητα, αλλά όχι την ένταση. Είχε περισσότερη μπάλα στα πόδια της, αλλά ποτέ δεν έδωσε την αίσθηση ότι ελέγχει πραγματικά την αναμέτρηση. Και όταν ένας αγώνας οδηγείται στα πέναλτι απέναντι σε έναν αντίπαλο που θεωρητικά υπολείπεται σε όλα, τότε κάτι έχει ήδη πάει στραβά πολύ νωρίτερα.
Η ειρωνεία της ιστορίας είναι πως ο αποκλεισμός ήρθε στη διαδικασία που αποτελούσε για δεκαετίες το μεγαλύτερο ψυχολογικό όπλο της Γερμανίας. Για πρώτη φορά σε Παγκόσμιο Κύπελλο, η «Μάνσαφτ» λύγισε από τα έντεκα βήματα. Δεν είναι το στατιστικό που κάνει τη διαφορά, είναι ο συμβολισμός. Ακόμη και το τελευταίο κομμάτι του γερμανικού μύθου έσπασε.
Ακόμη πιο αμήχανη ήταν η εικόνα μετά το τέλος. Οι δηλώσεις του Νάγκελσμαν, με αναφορές σε πιθανά μελλοντικά σενάρια της διοργάνωσης, έδωσαν την εντύπωση μιας ομάδας που δυσκολευόταν να συνειδητοποιήσει τι μόλις είχε συμβεί. Αντί για αυτοκριτική, κυριάρχησε μια αίσθηση αποσύνδεσης από την πραγματικότητα.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο γερμανικός Τύπος αντιμετώπισε τον αποκλεισμό ως κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια ποδοσφαιρική αποτυχία. Σε μια περίοδο όπου η χώρα δοκιμάζεται από οικονομικές πιέσεις, πολιτική πόλωση και αμφισβήτηση του παραδοσιακού γερμανικού μοντέλου, η εικόνα της εθνικής ομάδας λειτούργησε ως ένας ακόμη συμβολισμός μιας χώρας που δυσκολεύεται να βρει ξανά τη βεβαιότητα και την αυτοπεποίθησή της.
Η Γερμανία δεν έχασε απλώς ένα παιχνίδι. Έχασε ακόμη μία ευκαιρία να αποδείξει ότι άφησε πίσω της τα φαντάσματα των τελευταίων ετών. Και όσο συνεχίζει να ψάχνει τι ποδόσφαιρο θέλει να παίξει, τόσο θα απομακρύνεται από αυτό που κάποτε την έκανε την πιο αξιόπιστη δύναμη του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.
Πηγή: Gazzetta












