Φτάσαμε κιόλας να το παίρνουμε για δεδομένο, για αυτονόητο, σαν να το είχαμε “από πάντα”. Αλλά εμένα, πρέπει να πω, εξακολουθεί να με διαπερνά το ρίγος στην πλάτη, ότι (στην προ var ζωή μας) μάνι-μάνι το γκολ του Βρούσαϊ στο ΑΕΚ-Ολυμπιακός δεν θα μετρούσε. Με ό,τι επρόκειτο να επακολουθήσει. Με ό,τι επακολούθησε, σε δεκάδες τέτοια περιστατικά.
Αυτή είναι η μεγάλη εικόνα. Και η μεγάλη εικόνα, είναι αμάχητη. Εάν ακόμη συνεχίζεται συζήτηση ότι το var ωφελεί/βλάπτει, τότε πρόκειται για συζήτηση ηλιθίων. Φύσει, οι συζητήσεις ηλιθίων είναι αφόρητα κουραστικές. Εκτός αν τις απολαμβάνεις στο θέατρο με τον Σπύρο και τον Πυγμαλίωνα, στο Δείπνο των Ηλίθιων, οπότε γίνονται διασκεδαστικές. Μόνον εκεί, όμως.
Είναι σαν να συνεχίζεται συζήτηση, για το αν είμαστε καλύτερα τώρα με το πλυντήριο στο σπίτι ή παλαιότερα που οι μανάδες/γιαγιάδες έπλεναν τα ρούχα μας στο χέρι με το σαπούνι στη σκάφη. Αν είμαστε καλύτερα τώρα με τους χάρτες στο κινητό και τη φωνή της κυρίας που βήμα-βήμα μας καθοδηγεί ή παλαιότερα που ρωτώντας πηγαίναμε στην πόλη. Η μοναδική συζήτηση που στ’ αλήθεια αντέχει και δεν αντιστοιχεί σε ηλίθιους είναι, πώς όλο αυτό θα εξελιχθεί και θα βελτιωθεί.
Εδώ, προκύπτουν τα πιο εύκολα και το πιο περίπλοκα. Μακάρι να υπήρχε η αντικειμενική δυνατότητα ας πούμε, η τεχνολογία να μας έδινε την άμεση απάντηση στο όφσαϊντ με τον ίδιον αυτόματο τρόπο (με μια δόνηση στον καρπό του ρέφερι) με τον οποίο μας δίνει την απάντηση, σε ακρίβεια χιλιοστού, εάν η μπάλα πέρασε ή δεν πέρασε τη γραμμή. Προς το παρόν και για όλους τους προφανείς λόγους, αν δεν είναι ανέφικτο κάτι τέτοιο, οπωσδήποτε ανήκει στα περίπλοκα.
Πάντοτε λοιπόν, ξεκινάς από τα εύκολα. Μία εύκολη κίνηση για παράδειγμα, θα ήταν να προστεθεί στο πρωτόκολλο (μαζί με το πέναλτι, το όφσαϊντ, την κόκκινη κάρτα, την ταυτοπροσωπία) η εξέταση της κίτρινης κάρτας όταν είναι, και μόνον όταν είναι, η δεύτερη. Εφόσον παράγεται το ακριβώς ίδιο αποτέλεσμα όπως στην απευθείας κόκκινη, δηλαδή ο παίκτης αποβάλλεται και επιπλέον χάνει τον επόμενο αγώνα, ο κόπος αξίζει. Διότι ακριβώς ίδια είναι η βαρύτητα, συνεπώς και η σημασία, του περιστατικού.
Θα κάνει καλό σε όλους μας, να συνειδητοποιήσουμε κάτι. Οτι πλέον καλούνται να ζήσουν με το var, διαιτητές/ποδοσφαιριστές που δεν είναι “η γενιά του var”. Η γενιά του var, θα είναι η επόμενη. Ετούτη εδώ, είναι η γενιά της μετάβασης από το ένα στο άλλο. Η μετάβαση, τους πετυχαίνει “εν τω μέσω” της διαδρομής τους στο ποδόσφαιρο. Ολοι, χρειάζονται τον χρόνο τους ώστε να προσαρμοστούν.
Κι ένα παραπάνω, ότι διαιτητές/ποδοσφαιριστές καλούνται να προσαρμόζονται, πολλές φορές από Κυριακή σε Τετάρτη κι από Σάββατο σε Πέμπτη, σε Champions League με var αλλά Nations League δίχως var. Σε Super League με var, αλλά Europa League δίχως var. Το βίντεο στο ποδόσφαιρο, είναι αληθινή επανάσταση. Κάνει να μοιάζουν, το ποδόσφαιρο με var και το ποδόσφαιρο δίχως var, δύο διαφορετικά αθλήματα. ‘Η σχεδόν. Οι διαιτητές/ποδοσφαιριστές που παίζουν όμως, είναι οι ίδιοι.
Θυμάμαι την επανάσταση, πριν κοντά 30 χρόνια, όταν απαγορεύτηκε ο τερματοφύλακας να πιάνει τη μπάλα με τα χέρια σε πάσα. Εκείνο το καλοκαίρι, της τροποποίησης του κανονισμού, ο Νίκος Κατσαρός με είχε στείλει στη Νέα Φιλαδέλφεια να σπικάρω φιλικό ΑΕΚ-Σέφιλντ Ουένσντεϊ. Το μόνο που δεν ξεχνώ από εκείνο το ματς, ήταν τα γέλια με τον Αγγλο γκολκίπερ ο οποίος, κάθε φορά, μονάχα την ύστατη στιγμή θυμόταν ότι δεν επιτρέπεται να πιάσει τη μπάλα και, ως εκ τούτου, πάθαινε αλλεπάλληλες…κρίσεις πανικού.
Σιγά-σιγά, τα πάντα άλλαξαν. Οι τερματοφύλακες διαφοροποίησαν τη στόχευση των προπονήσεών τους, έμαθαν να παίζουν “με τα πόδια” ειδάλλως δεν θα επιβίωναν, οι αμυντικοί έδιναν πολύ μεγαλύτερη προσοχή στο πώς (και στο πού) έκαναν την πάσα στον τερματοφύλακα, στο μεταξύ σημειώθηκαν κάμποσα αυτογκόλ-μπλούπερ, ήρθαν οι επόμενες γενιές, τα αυτογκόλ-μπλούπερ σημειώνονται όλο και πιο σπάνια πια.
Η εκτίμησή μου με το var είναι ότι, στο εύλογο βάθος χρόνου, θα επέλθει ο διαχωρισμός των διαιτητών αγωνιστικού χώρου από τους διαιτητές βίντεο. Αλλη η μία δουλειά, άλλη η άλλη. Οπως κάποτε διαχωρίστηκαν οι διαιτητές από τους, τότε λεγόμενους, επόπτες. Επειδή η κοινότητα του ποδοσφαίρου συνειδητοποίησε την ανάγκη της εξειδίκευσης. Ο Κολίνα είχε πει ότι, δυο-τρεις φορές στη ζωή του που τον έβαλαν στη γραμμή επόπτη με το σημαιάκι, έζησε τον εφιάλτη που δεν έζησε με τη σφυρίχτρα ποτέ.
Δυο πράγματα, και για τον Κλάτενμπεργκ. Η περπατησιά του στο ποδόσφαιρο, δεν ήταν κρυφή. Ηταν εκεί, για να τη δει ο οποιοσδήποτε. Εάν, τη στιγμή που ανακοινώθηκε η έλευσή του, ανέθετα σε σπουδαστή σχολής αθλητικής δημοσιογραφίας ένα κείμενο με θέμα το προφίλ του Κλάτενμπεργκ, θα γκούγκλαρε (για να συλλέξει το υλικό) και θα κατέληγε να γράψει για ένα τύπο με ηφαιστειώδη ιδιοσυγκρασία. Συναισθηματική αστάθεια. Ενας μαγνήτης, στο να έλκει τις εντάσεις.
Οσοι τον έφεραν ως κατάλληλο για να διεκπεραιώσει αυτή τη δουλειά στην Ελλάδα ή όσοι ευλόγησαν το να έλθει, ας είχαν κάνει πιο επιμελές (σαν του σπουδαστή) homework τότε. Προτού επιλέξουν/ομοφωνήσουν. Αλλά εάν θέλουμε για μια φορά να είμαστε ειλικρινείς/γενναίοι απέναντι στην κακή πλευρά του ελληνικού εαυτού μας, θ’ αποδεχθούμε ότι το πρόβλημά μας δεν είναι ο Κλάτενμπεργκ.
Εχουμε ξένους επιβλέποντες, έχουμε ξένους αρχιδιαιτητές, έχουμε ξένους συνεργάτες του ξένου αρχιδιαιτητή, τον Ισπανό και τον Σουηδό δίπλα στον Μέλο Περέιρα, τώρα τον Βορειοϊρλανδό και τον Πορτογάλο δίπλα στον Κλάτενμπεργκ, έχουμε ξένους διαιτητές στα ντέρμπι, είχαμε var δίχως γραμμή όφσαϊντ, έχουμε var και με γραμμή όφσαϊντ. Το ερώτημα, κατόπιν τούτων, είναι ένα. Ηρεμήσαμε; Το εκτονώσαμε;
Το πρόβλημά μας, είναι τα πρόσωπα; Εάν μπορούσαμε να πάρουμε τον Κολίνα αυτοπροσώπως, από επικεφαλής της Επιτροπής Διαιτησίας της FIFA, και να τον φέρουμε εδώ, θα το λύναμε; Θα βρίσκαμε την ησυχία μας; Στον κοινό νου του εχέφρονος ανθρώπου, δεν προκύπτει. Πολύ φοβάμαι ότι το πρόβλημά μας δεν είναι ο Κλάτενμπεργκ. Το πρόβλημά μας είμαστε εμείς.
πηγή: sdna.gr

















