Του Αντώνη Οικονομίδη
Πολλές φορές δεν είναι απλώς διέξοδος. Καταφύγιο. Επιλογή.
Είναι η ζωή η ίδια. Είναι ο τρόπος να τη συνεχίσεις. Να κρατήσεις τα λογικά σου, την υπόστασή σου την ίδια. Ναι, για το ποδόσφαιρο μιλάμε. «Κάποιοι πιστεύουν πως είναι θέμα ζωής και θανάτου. Σας διαβεβαιώνω πως είναι κάτι πολύ πιο σοβαρό από αυτό». Την ανάγλυφη, θρυλική ατάκα του Μπιλ Σάνκλι, το πιθανότερο είναι πως ο δωδεκάχρονος Φεράν Τόρες δεν πρέπει να την είχε ματακούσει. Και δεν είχε και σημασία κιόλας. Τη ζούσε. Το ζούσε.
Τότε ήδη για τη μισή του ζήση κλοτσούσε το τόπι. Και σε αυτό κατέφυγε, όταν οι γονείς του του ανακοίνωσαν πως χωρίζουν. Δεν το χώνεψε. Δεν ήθελε και δεν το έκανε, να μπει στη διαδικασία να διαλέξει. Ούτε με τη μαμά ούτε με τον μπαμπά. Ζήτησε το πενθήμερό του, Δευτέρα – Παρασκευή, να είναι εσώκλειστος στο προπονητικό κέντρο των ακαδημιών της Βαλένθια.
Εκεί γεννήθηκε, εκεί ξεκίνησε να παίζει, εκεί ήταν πλέον το μόνο σπίτι που παρέμενε με τα θεμέλια απείραχτα, προσφέροντάς του ό,τι χρειαζόταν για να χτίσει τα δικά του. Τους γονείς τους έβλεπε Κυριακή απόγευμα, μετά τα παιχνίδια των ομάδων του. Τους έβλεπε μαζί. Για λίγο. Τόσο όσο οι ίδιοι μπορούσαν να μείνουν μαζί. Και μάλλον αυτό ήταν το μόνο που αποζητούσε.
Μέσα του τα έπαιρνε όλα. Ερημίτης. Έτσι αυτοαποκαλούνταν, ακόμα και όταν έκανε το ξεπέταγμα στο τέλος της εφηβείας, πρωταγωνιστώντας τότε στις “μικρές” Εθνικές ομάδες της Ισπανίας. Φαινόταν, φώναζε σε όλη του την έκτοτε επαγγελματική πορεία. Το μπαμ στη Βαλένθια, αμέσως μετά στη Σίτι του Πεπ, όπου τραυματισμοί και ανταγωνισμός τον έκαναν να θέλει να φύγει σχεδόν από την πρώτη μέρα που πάτησε το πόδι του στο Μάντσεστερ και να το πετυχαίνει μόλις μετά από ενάμιση χρόνο, μετακομίζοντας για την Μπαρτσελόνα.
Πολυεργαλείο επιθετικό, με χαρίσματα ζηλευτά και ευδιάκριτα για κάθε Ισπανό (μεσό)επιθετικό της γενιάς του. Δύο πόδια, ταχύτητα, δύναμη, εκρηκτικότητα, τεχνική, ευχέρεια να καλύψει ρόλους και θέσεις τόσο στα άκρα όσο και στην κορυφή της επίθεσης. Κάτι όμως πάντα (του) έλειπε. (Σχεδόν) Ποτέ δεν λογίστηκε βασικός στο Camp Nou. Και -κακά τα ψέματα-το super sub μάλλον δεν (τον) ικανοποιούσε.
Δεν το άφησε, δεν τα παραιτήθηκε. Δύσκολα θα το έκανε κάποιος που είχε, από παιδί ακόμη, αντιμετωπίσει το ποδόσφαιρο σαν τη ζωή του την ίδια. Το σπίτι του. Ζήτησε ψυχολογική υποστήριξη. Στο πλαίσιο της θεραπείας, του ζητήθηκε από τον γιατρό του να προσδιορίσει ο ίδιος ένα παρατσούκλι για τον εαυτό του, τελείως κόντρα με την εικόνα που ο ίδιος είχε για δαύτον.
Ένα που να τονώνει την αυτοπεποίθηση. Να του αλλάξει την προσέγγιση. Ένα που να μετατρέψει αυτόν, τον απολύτως ζωτικό του χώρο, σε πεδίο έκφρασης, εκτόνωσης, δημιουργίας. Να μην είναι απλώς το σπίτι του ή η ζωή του. Αλλά κάτι παραπάνω. Ταιριαστό με την ανάγκη του.
Διάλεξε το «Καρχαρίας». Πρόδηλα αντιθετικό του τι ως τότε ήταν. Όχι μόνο στο χορτάρι –εκεί, πες, πάει κι έρχεται: Πρωταθλητής Ευρώπης Κ17, φιναλίστ Κόσμου Κ17, Πρωταθλητής Ευρώπης Κ19, με δικά του γκολ στον Τελικό κόντρα στην Πορτογαλία – μα κυρίως σε ό,τι ένιωθε, όταν δεν το πατούσε.
Υποστηρίζει πια πως και μέσω της θρησκευτικής πίστης βρήκε την ισορροπία που αποζητούσε. Αποτυπώνεται και στην εμφάνισή του. Μακρύ μαλλί, περιποιημένο, ξέχειλη αυτοπεποίθηση παντού, αποδεχόμενος πλέον όλους τους ρόλους του. Και αυτούς που τον προσδιορίζουν ως ποδοσφαιριστή μα και όσους -κυρίως- τον ξεχωρίζουν ως άνθρωπο.
Η αλήθεια είναι πως από εδώ και πέρα, για πάντα, η διάκριση -για όλους τους άλλους έστω- θα είναι πολύ δύσκολη. Μάλλον ακατόρθωτη. Με το δικό του γκολ έστεψε την Ισπανία Πρωταθλήτρια Κόσμου για δεύτερη φορά στην ιστορία της. Κάτι άλλο προφανώς δεν χρειάζεται. Ποιος άλλωστε επιμένει ακόμη πως το ποδόσφαιρο είναι απλώς θέμα ζωής ή θανάτου;
Πηγή: Athletestories















