Επιλογή Σελίδας

Του Αντώνη Οικονομίδη

Μάιος του ’68 ήταν, όταν ο Τζον Λένον χώρισε τη σύζυγό του, Σίνθια, ώστε να ζήσει πλέον με την Γιόκο Όνο.

Από την πρώτη στιγμή της διασημότητας των Beatles, η Σίνθια ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του γκρουπ. Έναν μήνα μετά τον χωρισμό τους, ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ αποφάσισε να της κάνει επίσκεψη. Πάνω από πέντε ώρες δρόμος. Χρόνος επαρκής για μια μουσική ιδιοφυΐα να μετατρέψει τις σκέψεις του σε στίχο.

Αφιερωμένος (ο στίχος) στην κυρίαρχη (σκέψη) του. Τον πεντάχρονο γιο της Σίνθια και του Τζον, τον Τζουλς. Συμπαράσταση ήθελε να προσφέρει στη φίλη του, παρηγοριά για τον χωρισμό και ανάμνηση ζωής στον κανακάρη της, κειμήλιο μουσικό (και όχι μόνο) έφτιαξε, οδηγώντας. Πηγαίνοντας και γυρίζοντας.

Εκεί, στον δρόμο, συνέθεσε το τραγούδι. Τόσο προσωπικό, τόσο ξεκάθαρα προσωπικό, ώστε στην αρχική έκδοχή του τιτλοφορήθηκε ακριβώς από τον λόγο του ταξιδιού του. «Hey, Jules». Κατοπινά ο ΜακΚάρτνεϊ δικαιολόγησε την αλλαγή -την οποία και τέσταρε παντοιοτρόπως, παίζοντας το κομμάτι σε όποιον είχε τη διάθεσή να το ακούσει, οπουδήποτε- με το απλούστατο «ακουγόταν καλύτερα».

Ακούγεται όντως.

Κοντά έξι δεκαετίες αργότερα οι Άγγλοι φίλαθλοι που βρίσκονται στα παιχνίδια των «Λιονταριών» στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού καθιέρωσαν ένα διαφορετικό, ηχητικό, τελετουργικό, αναγκάζοντας όλους τους διεθνείς τους να το ακολουθούν μετά το τέλος.

Τραγουδάνε όλοι μαζί το «Wonderwall» των Oasis. Μα, για να φτάσουν, για να φτάνουν ως εκεί, υμνούν κάθε φορά, σε κάθε παιχνίδι, αυτόν που «έχει πάρει ένα λυπητερό τραγούδι και το κάνει καλύτερο». Κάθε φορά. Αυτόν που «όποτε νιώθει τον πόνο, κρατάει γερά». Όχι μόνο δαύτον αλλά -κόντρα στον στίχο- και «τον κόσμο που κουβαλάει στους ώμους του».

Δεν λανσαρίστηκε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026. Από το 2020 φοράει το εθνόσημο. Και από την πρώτη στιγμή αυτόν ξεχώρισαν -και στην πορεία και συνδέοντάς τον με τις νότες…- ως τον τύπο που μπορεί. Που μπορεί να υλοποιήσει το κάθε τι από όσα ένα από τα «Σκαθάρια» έγραψε. Σε τούτο το Παγκόσμιο Κύπελλο το πραγματοποιεί.

Και ακούει την εξέδρα, την Αγγλία ολάκερη, σε συντονισμένη ηχώ, να τραγουδάει για πάρτη του. Κάθε φορά που πατάει χορτάρι. Κάθε φορά που βρίσκει δίχτυα.

Δύο φορές βρήκε ξημερώματα Κυριακής της 12ης Ιουλίου 2026 και ανέτρεψε το προβάδισμα της Νορβηγίας, φέρνοντας τους Νησιώτες για τέταρτη φορά στην ιστορία τους στην τετράδα της διοργάνωσης. Το πρώτο, της ισοφάρισης, ήταν ένα μινιμαλιστικό αριστούργημα, ένα σεμινάριο κίνησης και ακρίβειας, το οποίο μετέτρεψε μια απίθανη για γκολ ευκαιρία σε βεβαιότητα.

Το δεύτερο, του προβαδίσματος και της νίκης, προέκυψε από ένα -ως σαν- κβαντικό άλμα. Έμοιαζε να μην προλαβαίνει να βγει πρώτος στην μπάλα, ο αντίπαλός του να είναι πιο κοντά σε δαύτην, μα με την ενέργεια, την τοποθέτηση και την αποφασιστικότητά του ήταν εκείνος που την άγγιξε και την έστειλε στο πλεκτό. Απλό φαινομενικά, δείγμα όμως απόλυτης θέλησης, πλήρους συνειδητοποίησης, κατασταλαγμένης ωριμότητας, αψεγάδιαστης πληρότητας.

Στις έξι οι φορές που μόνο έτσι, μόνο επειδή σκόραρε, ξεσήκωσε το γήπεδο για να του αφιερώσει την αιώνια σύνθεση. Ανατροφοδότηση. Δείχνει πως πλέον μπορεί να το συνεχίσει. Μέχρι τέλους. Μέχρι τέλους για την ομάδα του, για τη χώρα του, ύστερα από ακριβώς 60 χρόνια.

Μοιάζει πια πως δεν «περιμένει κάποιον (άλλον) να εμφανιστεί για να παίξει μαζί του», μα νιώθει, αντιλαμβάνεται, θέλει πως «είσαι εσύ που μπορείς να το κάνεις». Όσο το κάνει, τόσο το ακούει. Και όσο το ακούει τόσο το κάνει. Ξανά. Και ξανά. Και ξανά.

«Hey, Jude» (Μπέλινγκχαμ).