Επιλογή Σελίδας

Του Αντώνη Οικονομίδη

O Μανουέλ Ράμος ήταν ένας μικροκαμωμένος, ευκίνητος, γρήγορος, μόνιμα στην τσίτα και πολύ επιθετικός εξτρέμ, κακό σπυρί, πονοκέφαλος για κάθε αμυντικό που έβρισκε στο διάβα του.

Πάντα στο δεξιό άκρο αγωνιζόταν. Έκανε τ’ όνομά του, πιτσιρίκος, στη Φαρένσε. Κοντά στα τέσσερα χρόνια έπαιξε εκεί. Και, όπως ψιθυριζόταν στο “κλουβί” του São Luís (μικρό, μόλις 7.000 χωρούσε, αλλά οι ακριανοί της εξέδρας βρίσκονταν κυριολεκτικά στον ώμο των ακριανών, καλή ώρα του Ράμος, του χορταριού), ήταν θέμα χρόνου μέχρι μια από τις “μεγάλες” της Πορτογαλίας να τον πάρει υπό τη σκέπη της.

Από το Αλγκάρβε, ναι, έφυγε. Για τη Σαλγκέιρος. Διαφορετικά το περίμενε, αλλά τότε θεωρήθηκε βήμα εξέλιξης. Όχι άλμα, βήμα απλώς. Το άλμα είχε γίνει στη ζωή του, αφού έγινε πατέρας. Και σταδιακά το ένα, η πατρότητα, η οικογένεια, υποσκέλισε το άλλο, το ποδόσφαιρο. Οι προσδοκίες διαψεύστηκαν. Δεν έπαιξε ποτέ ξανά στην πρώτη κατηγορία. Δεν έβγαλε ποτέ τα χρήματα που φιλοδοξούσε από την επαγγελματική ποδοσφαιρική ενασχόληση. Και, για να ζήσει τη φαμίλια του, ολοένα και περισσότερο βιοποριζόταν κάνοντας οτιδήποτε άλλο εκτός από το να κλοτσάει το τόπι.

Το κατάφερε. Δεν έλειψε τίποτα. Ούτε στο τραπέζι του σπιτιού του ούτε στα παιδιά του. Το ένα από δαύτα, ο Γκονσάλο, είχε το ίδιο σαράκι. Και έδειχνε πως έχει ακόμα περισσότερο ταλέντο. Στο ξεκίνημα της εφηβείας, στα 13 του μόλις, ήταν τόσο καλός που αυτό που δεν έγινε ποτέ για τον Μανουέλ το έζησε ο ίδιος, νωρίς-νωρίς, εντασσόμενος στις ακαδημίες της Μπενφίκα.

Μόνος του. Μακριά από τους γονείς. Καθημερινή η επικοινωνία στο τηλέφωνο, τα Σαββατοκύριακα ο Μανουέλ πήγαινε είτε στη Λισαβόνα (280χλμ. απόσταση) είτε όπου αγωνιζόταν ο κανακάρης του, για να (μπορεί να) βρίσκεται εκεί, δίπλα του. Έγινε αυτός η φωνή που ο ίδιος άκουγε, όταν έπαιζε. Κολλημένος πάντα εκεί, στο όριο της κερκίδας, για να τον ακούει (λέμε τώρα…) ο Γκονσάλο, παρότι τα δικά του μέτρα στο γήπεδο ήταν διαφορετικά.

“Εννιάρι”. Και καλός. Ή έστω τόσο καλός όσο επέτασσε η διαχρονική ανάγκη των Πορτογάλων να βρουν, να βγάλουν και να εντάξουν έστω έναν καθαρόαιμο -κορυφαίου επιπέδου- φουνταριστό. Και μάλιστα έναν που θα μπορεί να συμπληρώνει (;), να αντικαθιστά (;), να δέχεται να μένει στην σκιά του Κριστιάνο. Ακόμα και στα 37 του, όταν ντεμπούταρε στην Εθνική ο κορυφαίος της ιστορίας της Πορτογαλίας, πόσο μάλλον στα 41 του.

Ρόλο που συνήθισε. Ρόλος που του έκανε καθ’ όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής καριέρας του. Μετά τη μοναδική εξαίρεση, οπότε και ήταν αναντικατάστατος στη Μπενφίκα (2022-2023), έφυγε για Παρίσι για να επιστρέψει εκεί -ψέματα, να παγιώσει εκεί- το αγωνιστικό στάτους του.

Είχε προλάβει στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2022 να ενισχύσει τις ελπίδες που υπήρχαν γι’ αυτόν και ουσιαστικά έτσι -ελλείψει άλλου…- να καπαρώσει αυτή τη θέση στους Ίβηρες, με το χατ τρικ που σημείωσε κόντρα στην Ελβετία και τον έκανε τον νεαρότερο που το πανηγύρισε μετά από… κάποιον Πελέ, στο μακρινό 1958.

Σε δαύτο καταμεσής του, στα 25 του πλέον, βίωσε και έχει πλέον μπροστά του μια ριζική αλλαγή. Η Μίλαν έδωσε 74 εκατ. ευρώ και τον αγόρασε. Πολλά λεφτά. Τόσα δεν δίνονται, αν δεν λογίζεται το απόκτημα για βασικός και όχι για ρεζέρβα, ακόμα και πολυτελείας.

Τα χρόνια δεν τον πήραν, αλλά μέχρι και τώρα, μέχρι και το ματς ενάντια στην Κροατία -και πιθανότατα μέχρι και αύριο-  έτσι συντηρούνταν. Ως ρεζέρβα. Και έχοντας τον Μανουέλ παντού και πάντα, όπου και αν παίζει, στο αφτί του.

– «Faz isto, Gonçalo».
– «Faz aquilo, Gonçalo».
– «Tu podes lá chegar, Gonçalo».

– «Κάνε αυτό, Γκονσάλο».
– «Κάνε εκείνο, Γκονσάλο».
– «Μπορείς να πας εκεί, Γκονσάλο».

Ό,τι του έλεγαν, εκεί στο “κλουβί” που ξεπετάχτηκε ποδοσφαιρικά, το ίδιο φώναζε και αυτός στον γιο του. Ανεξαρτήτως γηπέδου, ανεξαρτήτως σκηνής, ανεξαρτήτως διοργάνωσης. Τον άκουγε; Απίθανο. Σημασία δεν έχει. Μέσα απ’ ό,τι έκανε στο γήπεδο ο Γκονσάλο, (ξανα)ζούσε ο Μανουέλ.

Άγνωστο (ακόμη) αν ήταν και το ξημέρωμα της 3ης Ιουλίου 2026 στο Τορόντο. Ακόμα και να μην ήταν, θα φώναζε στην τηλεόρασή του, εκεί στα χασομέρια της αναμέτρησης με την Κροατία. Να πάει ο Γκονσάλο ανάμεσα στα θεριά της άμυνας της «Hrvatska‎‎», να πηδήξει, να πάει στην μπάλα. Μαζί τη στείλανε στα δίχτυα, μαζί και δώσανε την πρόκριση στους «16».