Επιλογή Σελίδας

Του Αντώνη Οικονομίδη

Οι ιταλικές διωκτικές αρχές ονομάτισαν την επιχείρηση που διεξήγαγαν στα μέσα της περασμένης δεκαετίας «Μωρά Ελεφάντων».

«Ελέφαντες» είναι το παρατσούκλι της Eθνικής ομάδας της Ακτής Ελεφαντοστού. Η επιχείρηση δεν είχε να κάνει με το ποδόσφαιρο. Είχε να κάνει ευρύτερα με το trafficking. To ερέθισμα όμως ήταν το ποδόσφαιρο. Εκτιμάται πως περίπου 15.000 ανήλικοι μεταναστεύουν παράνομα κάθε χρόνο -με μοναδικό σκοπό να παίξουν μπάλα- αποκλειστικά από τις χώρες της Δυτικής Αφρικής. Δίοδος των αετονύχηδων η Ιταλία. Και τα νησιά της, Σαρδηνία και Σικελία, πρώτοι σταθμοί του περάσματος από τις βόρειες ακτές της Μεσογείου.

Σισιτσιλιάνος ο Τζιοβάνι Ντράγκο. Ατζέντης δήλωνε μέχρι τη σύλληψή του, η οποία και ξεσκέπασε το κύκλωμα. Οι σχέσεις του με τη Μαφία γνωστές, αυτές ήταν που χτύπησαν καμπανάκια. Στο Αμπιτζάν ο Χαμέντ Μαμαντού Τραορέ διαφέντευε μια από τις ποδοσφαιρικές ακαδημίες. Είχε μετακομίσει στην Ιταλία. Σύζυγός του η Μαρίνα Εντβίζ Τεχέρ. Άγνωστο πώς, είχε φτάσει να δουλεύει στην Αταλάντα, μία από τις καλύτερες τα τελευταία χρόνια ιταλικές ομάδες στο scouting. Οι τρεις τους, μέλη του ίδιου δικτύου, έφερναν καραβιές παιδιών και εφήβων με τάλαντο στο ποδόσφαιρο, προσδοκώντας κέρδος, μεγάλο κέρδος, από τους έναν-δύο που θα ξεχώριζαν, που θα γυάλιζαν. Οι υπόλοιποι -απλώς- αφήνονταν στην τύχη τους. Και γι’ αυτούς τους έναν-δύο έκαναν ό,τι χρειαζόταν, συνεχίζοντας την παρανομία.

Ο Αμάντ και ο “αδερφός” του (απαραίτητα τα εισαγωγικά), Χαμέντ, ήταν οκτώ και δέκα χρόνων αντίστοιχα, όταν άφησαν την πατρίδα τους, “μετακομίζοντας” στην Ιταλία, μαζί με άλλους τρεις -στη συγκεκριμένη καραβιά- που έμπασαν στη χώρα ο Ντράγκο και οι συνεργάτες του. Ξεχώρισαν. Γυάλισαν. Και, για να ανανεωθεί η άδεια παραμονής τους, δηλώθηκαν ως γιοι του Χαμέντ και της Μαρίνα. Δεν ήταν.

Όταν αποκαλύφθηκε η απάτη, με τον Ντράγκο να “κελαηδάει” για να αποφύγει τη μέγιστη δυνατή ποινή φυλάκισης, μέχρι και σε τεστ dna υποβλήθηκαν για να αποδειχτεί πως δεν έχουν καμία σχέση με τους παρουσιαζόμενους ως γονείς τους. Αμφισβητήθηκε, χωρίς να έχει αποκαλυφθεί επισήμως, πως ήταν όντως και αδέρφια. Το πιθανότερο; Δεν είναι. Ο Αμάντ αγωνιζόταν τότε στην Αταλάντα. Σ’ ένα φιλικό σε ένα χριστουγεννιάτικο τουρνουά, όταν ήταν 13 χρόνων, είχε παλαβώσει τους «Bergamaschi», οι οποίοι έκαναν τα πάντα για να προλάβουν τον ανταγωνισμό.

Τα σάρωσε όλα στις φυτωριακές ομάδες και, παίζοντας μόλις μια ώρα συνολικά ως επαγγελματίας, πωλήθηκε το ’20 έναντι 20+20 εκατ. ευρώ στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Είχε γλυτώσει την καταδίκη ως ανήλικος. Αθλητικά, την είχε… σκαπουλάρει, όπως και ο αδερφός του (τότε αγωνιζόταν στη Σασουόλο, αργότερα στη Μαρσέιγ), δηλώνοντας ένοχος, με την Ιταλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, προφανώς επιδιώκοντας να κλείσει άρον-άρον το θέμα, να τους καταδικάζει σε -μόλις- εξάμηνο αποκλεισμό, αναγνωρίζοντας πως δεν ήταν αυτεξούσιοι.

Ο Αμάντ είχε προλάβει να “ενημερώσει” τους πάντες, όταν ανήμερα των 18ων γενεθλίων του, είχε ζητήσει, ποστάροντας σχετικά στους λογαριασμούς του στα social media, να μην τον αποκαλούν πλέον Αμάντ Τραορέ αλλά Αμάντ Ντιαλό.

Ειρωνεία; Λίγο αργότερα πήρε και την ιταλική υπηκοότητα. Δεν του χρειάστηκε. Τους «Ελέφαντες» αποφάσισε να εκπροσωπεί (όπως και ο “αδερφός” του). Προερχόμενος από τις δύο καλύτερες σεζόν της καριέρας του στους «Κόκκινους Διαβόλους», καλύπτοντας μεταξύ άλλων και ρόλο δεξιού μπακ-χαφ, πέραν αυτού που “συστήθηκε”, ενός δηλαδή πολυσύνθετου εξτρέμ, ικανού να χρησιμοποιεί με την ίδια ευχέρεια και τα δυο του πόδια, εντάχθηκε στην αποστολή τους για το Παγκόσμιο Κύπελλο.

Στην πρεμιέρα τους, ερχόμενος από τον πάγκο, τους χάρισε τη νίκη κόντρα στο Εκουαδόρ, σκοράροντας ακριβώς στη λήξη του παιχνιδιού. Και το πανηγύρισε, δείχνοντας -νέτο σκέτο- το «Αμάντ», το οποίο έχει στο πίσω μέρος της φανέλας του.

Πηγή: Athletestories