Του Αλέξη Σπυρόπουλου
Με τρεις σέντερ-μπακ ή με τρεις κεντρικούς μέσους; Η απάντηση είναι, και με τρεις σέντερ-μπακ και με τρεις κεντρικούς μέσους. Εάν διαθέτεις Μανωλά, Παπασταθόπουλο, Σισέ, εύλογα σκέφτεσαι την ιδέα των τριών σέντερ-μπακ. Και την προεργάζεσαι, στη Σούπερ Λιγκ ενόψει Γιουρόπα Λιγκ. Αλλά, το σχήμα δεν είναι υποχρεωτικά διαζευκτικό. ‘Η το ένα ή το άλλο. Οι πρόβες στο ελληνικό πρωτάθλημα άλλωστε, η Λεωφόρος, η Τούμπα, το δεύτερο ημίχρονο με την ΑΕΚ, επιβεβαίωσαν την ανάγκη της εξισορρόπησης με τον τρίτο χαφ.
Αυτό το παιγνίδι, στο Μπέργκαμο, η εκ προοιμίου αίσθησή μου ήταν ότι έβγαινε μόνο με 5-3-2. Θυσιάζεις τον ένα από τους τρεις μπροστά (και τούτο δεν σημαίνει πως ακυρώνεις την επιθετική φιλοδοξία της ομάδας), ειδάλλως η πίεση θα σε ποδοπατήσει. Συνέβη, στα τελευταία είκοσι λεπτά του πρώτου μέρους και στα πρώτα είκοσι λεπτά του δεύτερου. Ενα παραμάζωμα.
Ο Ολυμπιακός βγήκε με ωραία νοοτροπία, θετική και αισιόδοξη ματιά, κανένα κόμπλεξ. Βγήκε, να κάνει ζημιά. Οχι, να μη πάθει ζημιά. Μου άρεσε ότι αντιλήφθηκε εαυτόν, ισότιμο μιας ομάδας με ρόστερ τριπλάσιας total market value. Δεν ασχολήθηκε να παίξει με build-up, πρώτον διότι το πρέσιγκ της Αταλάντα αποθαρρύνει τέτοια σχέδια, δεύτερον διότι ούτως ή άλλως ο Ολυμπιακός εφέτος δεν έχει έφεση στο build-up.
Ξεκίνησε με τις μεγάλες μεταβιβάσεις και το επακόλουθο κυνηγητό για τις δεύτερες μπάλες, και συνάντησε μια Αταλάντα που οι παίκτες της έκαναν, για αρχή, δύο πράγματα. Ενα, “βαριές” επαφές με τη μπάλα. Δύο, βασικά λάθη, αν θέλετε λάθη ανευθυνότητας, χαλαρότητας, ας πούμε παράλληλες αδέσποτες πάσες στα είκοσι μέτρα έξω από την περιοχή τους. Ιδίως αυτά, τις πάσες, τα επανέλαβαν και προς το φινάλε όταν ξανά χαλάρωσαν.
Σταδιακά ωστόσο, παίρνοντας μπρος, με μικρές τροποποιήσεις, να φέρουν τον Πάσαλιτς λίγο πιο πίσω, να λειτουργήσει στη θέση-οκτώ, και ν’ ανεβάσουν ψηλά τον Πεσίνα, η μπεργκαμάσκα μηχανή έγινε αφάνταστα δύσκολη. Εως, σιδερένια. Πίεσαν, παρατεταμένα. Ολοκληρωτικά. Πάλι και πάλι. Δίχως ενδιάμεση ανάσα. Εκεί ήταν που ο Ολυμπιακός χρειαζόταν απεγνωσμένα, όσο γίνεται καλύτερο έλεγχο όσο γίνεται μακρύτερα από τον Βάτσλικ. Δεν τον είχε, με αυτή τη συνθήκη στους κεντρικούς χαφ.
Και φυσικά δεν έχει νόημα, να ματώνεις για να μη δίνεις φάουλ κοντά ενόσω τους δίνεις (τόσα) κόρνερ. Ο Βάτσλικ τείχος, μία φορά θυμάμαι να έστησε. Και ήταν αποτελεσματικό. Σε αντίθεση με το “τείχος” στα κόρνερ. Καθένα κόρνερ της Αταλάντα, ήταν ένα φαρμάκι. Συμπτωματικά, άργησε τόσο πολύ η Αταλάντα να σκοράρει από κόρνερ. Καθόλου συμπτωματικά, σκόραρε με το ίδιο κόλπο των στόπερ. Ο Τούρκος έπαιρνε μαζί του τον Ραμπτσούκ, κι άνοιγε τον χώρο στον Αλβανό.
Ο Γκασπερίνι είπε την παραμονή του αγώνα, ότι δεν είναι προτεραιότητα της Αταλάντα να κατακτήσει το Γιουρόπα Λιγκ. Ισως το βρίσκει ματαιοπονία, ν’ αφιερώσει την ενέργεια του γκρουπ σε ένα τόσο αμφίβολο στόχο-λοταρία. Στη θέση του (με Μίλαν, Ιντερ, Νάπολι, Γιουβέντους πάνω από το κεφάλι του στη Serie A) θα το ξανασκεφτόμουν, ως εναλλακτική δίοδο επιστροφής στο Τσάμπιονς Λιγκ. Σαν την περσινή δίοδο της Βιγιαρεάλ (με Ρεάλ, Ατλέτικο, Μπαρσελόνα, Σεβίλλη πάνω από το δικό της κεφάλι). Αυτός τέλος πάντων, ξέρει καλύτερα.
Εμείς, είμαστε άλλο. Για εμάς, δεν τίθεται ζήτημα εάν θα…κατακτήσουμε το Γιουρόπα Λιγκ ή το Κόνφερενς Λιγκ ώστε να μπούμε στο σκεπτικό των προτεραιοτήτων. Εμείς, και τα ίδια τα κλαμπ για τον εαυτό τους στο ranking και η λίγκα για το δικό της ranking, χρειαζόμαστε (όχι τις προκρίσεις μονάχα, θα έλεγα ακόμη και) την πιο “ανώφελη” ισοπαλιούλα που μπορούμε να βρούμε εδώ ή εκεί. Ενα χρέος που αντικειμενικά, σε μεγάλο ποσοστό, στην τρέχουσα φάση το επωμίζεται ο ΠΑΟΚ.
Διότι η δική του total market value, πάνω-κάτω είναι στο επίπεδο της Μίντγιουλαντ. Και ο αγωνιστικός χώρος επίσης, αποκαλύπτει μία συνθήκη ισοδυναμίας. Τότε, θα πει κανείς, γιατί δεν ήρθε το ματς ισόπαλο; Τη διαφορά, την έκανε αυτό που είπε ο Λύρατζης. Είναι Ευρώπη, δεν είναι Ελλάδα. Πώς το είπε; Τι ένιωσε; Ενιωσαν οι παίκτες του ΠΑΟΚ, σε σύγκριση με το τι είναι μαθημένοι, τον ολιγότερο διαθέσιμο χρόνο για να ενεργήσουν όταν έχουν κατοχές της μπάλας.
Ο ΠΑΟΚ είχε επιβάλει τον τρόπο του, να κρατά τη μπάλα και να ελέγχει σε ποια ταχύτητα εξελίσσεται η αναμέτρηση. Στην κάθε κατοχή όμως, οι παίκτες ήταν ένα κλικ πιο πίσω από την (εκάστοτε) στιγμή. Ενα κλικ πιο αργοί, στο να κάνουν αυτό που είχαν να κάνουν. Ενα κλικ πιο αργοί…ακόμη και οι γρήγοροι. Είχαν καθαρές κατοχές, όχι διεκδικούμενες κατοχές, και στις καθαρές κατοχές συνεχώς ο αντίπαλος, ακριβώς εξαιτίας εκείνου του κλικ, τους έβγαζε τη μπάλα από τα πόδια.
Ετσι εξάλλου, έγινε και το γκολ. Σε μία καθαρή κατοχή του Μιτρίτσα, που του τη χάλασε στο κλικ ο αριστερός στόπερ. Ο πιο προσαρμοσμένος σε αυτή την εξειδικευμένη απαίτηση της αθλητικότητας, νομίζω πως ήταν ο Ακπομ. Υποστήριξε το παιγνίδι της ομάδας, περισσότερο απ’ όσο τον υποστήριξε το παιγνίδι της ομάδας. Με το να έχουν οι παίκτες του ΠΑΟΚ καθαρές κατοχές αλλά να μη τις προστατεύουν επαρκώς, βάζοντας σώμα έξυπνα, κερδίζοντας φάουλ κ.λπ., αυτό τους πείραξε το μυαλό. Τους οδήγησε σε βιασύνες, και στις κακές αποφάσεις στο τελευταίο τρίτο του γηπέδου.
Οι Δανοί ξέρουν το πλάνο…σαν ποίημα. Το γενικό πλάνο παιγνιδιού, αλλά φάνηκε πως είχαν αποστηθίσει σαν ποίημα και το ειδικό σχέδιο της βραδυάς. Η Μίντγιουλαντ, ερχόμενη από τη χειμερινή προετοιμασία της, ήταν έτοιμη για ενάμισι ημίχρονο έντασης. Μετά το 70′ κρέμασε. Τότε, έπιασαν τις καθυστερήσεις. Διαχειρίστηκαν το κρέμασμα, με προμελετημένες αλλαγές στα πρόσωπα, και με επίσης προμελετημένη στροφή να συμπτυχθούν πίσω από τη μπάλα σ’ ένα καθαρό (από 3-4-3) 4-4-2.
Λόγω της αγωνιστικής απραξίας τους πιθανότατα, το σταφ-ΠΑΟΚ δεν τους είχε διαβάσει ενδελεχώς, εξ ου και η ατάκα Λουτσέσκου “τώρα τους ξέρουμε καλύτερα”. Μόνο που τους έμαθαν…με δίδακτρα. Μηδέν-ένα. Και ναι, μένει μία δεύτερη συνάντηση στην Τούμπα, αλλά το ευρωπαϊκό ιστορικό του ΠΑΟΚ (με πληθώρα αποτελεσμάτων, σπουδαίων μεν κατά κόρον στο εξωτερικό δε) δεν προσφέρεται για να βασίζεται κανείς με ασφάλεια στην έδρα.
Πηγή: Sport DNA























